Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

Κ. Δημουλα "Σημείο Αναγνωρίσεως" Γ' Λυκείου Θεωρητικής (Ανάλυση)

Κ. Δημουλα "Σημείο Αναγνωρίσεως" Γ' Λυκείου Θεωρητικής (Ανάλυση)


1. Εργοβιογραφικό σημείωμα


Η Κική Δημουλά γεννήθηκε το 1931 στην Αθήνα. Εργάστηκε στην Τράπεζα Ελλάδος από το 1949 ως το 1974. Στα Γράμματα εμφανίστηκε το 1952 με την ποιητική συλλογή Ποιήματα, που σύντομα την απέσυρε η ίδια από την κυκλοφορία. Παντρεμένη από το 1954 με τον ποιητή Άθω Δημουλά (1921-1985), εξέδωσε έκτοτε δέκα ποιητικές συλλογές, το λόγο που εκφώνησε κατά την εισδοχή της στην Ακαδημία Αθηνών (Ο φιλοπαίγμων μύθος, 2003) κι ένα βιβλίο με πεζά, που είχαν δημοσιευτεί στο περιοδικό της Τράπεζας Ο Κύκλος (Εκτός σχεδίου, 2004). Ποιήματα και συλλογές της έχουν  μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες.

Ποιητικές συλλογές
Έρεβος (1956), Ερήμην (1958), Επί τα ίχνη (1963),  Το Λίγο του κόσμου (1971, Β΄ κρατικό βραβείο), Το τελευταίο σώμα μου (1981), Χαίρε ποτέ (1988, Α΄ κρατικό βραβείο), Η εφηβεία της λήθης (1994, Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών), Ενός λεπτού μαζί (1998), Ποιήματα (1998, συγκεντρωτική έκδοση), Ήχος απομακρύνσεων (2001, Αριστείο Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου της),  Χλόη θερμοκηπίου (2005), Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως (2007).

2. Γραμματολογική ένταξη
Ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά, η οποία περιλαμβάνει τους ποιητές που γεννήθηκαν στα χρόνια 1929-1942 και εξέδωσαν συλλογή ανάμεσα στο 1950 και στο 1970 (κυρίως 1955-1965).
      Τάσεις
ü   Κοινωνική: Θωμάς Γκόρπας, Βύρων Λεοντάρης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Μάρκος Μέσκος, Χρίστος Ρουμελιωτάκης κ.ά.
ü  Ερωτική: Ανδρέας Αγγελάκης, Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Νίκος Γρηγοριάδης, Χρίστος Λάσκαρης, Λεία Χατζοπούλου-Καραβία, Ντίνος Χριστιανόπουλος κ.ά.
ü Φιλοσοφική-υπαρξιακή: Κική Δημουλά, Ανέστης Ευαγγέλου, Αλέξης Ζακυθηνός, Μαρία Καραγιάννη, Τάσος Ρούσσος, Θανάσης Τζούλης κ.ά.

3. Περίοδοι του έργου της
Ø  Κατά το Δημοσθένη Κούρτοβικ, μυθιστοριογράφο και κριτικό:
      Α. 1952-1963: αναζήτηση του προσωπικού δρόμου (καβαφικές επιδράσεις)
      Β. 1971 κ.ε.: διαμόρφωση των ποιητικών τρόπων
            (Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς, Πατάκης, Αθήνα 1995, σ. 67-68)
Ø  Μια άλλη διαίρεση, κατά το φιλόλογο και κριτικό Γιάννη Παπακώστα:
Α. 1952-1963:    απόπειρες εύρεσης της τεχνικής της
      Β. 1971-1981:  κατάκτηση του προσωπικού λόγου (ευρηματικότητα στην επιλογή   των λέξεων, νεολογισμοί, επαναλαμβανόμενα μοτίβα)
      Γ. 1988 κ.ε.: αίσθηση θλίψης και απώλειας (της ομορφιάς, της νεότητας, της ζωής),  «αποφθεγματικότητα»

Η Κ. Δημουλά και η ποίηση του μέσα χώρου. Τα θέματα, η τεχνική, τα μοτίβα και η γλώσσα της ποιήτριας στα πενήντα χρόνια της διαρκούς παρουσίας της», εφ. Η Καθημερινή, 4-11-2003)

Ø  Η συντακτική επιτροπή του περιοδικού Νέες Τομές, που κάνει και την πρώτη ανθολόγηση της δεύτερης μεταπολεμικής ποιητικής γενιάς, συνοψίζει ως εξής την ποίηση της Κικής Δημουλά:
      «Μια φωνή πολύ διαφορετική και μάλλον αποξενωμένη από το κυρίαρχο κλίμα είναι η Κική Δημουλά. Η αποξένωση αυτή οφείλεται στο είδος της ποίησης που διακονεί η ποιήτρια, θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε ‘‘ποίηση της σκέψης’’. Στην ποίηση αυτή οι επιτυχίες είναι μεγάλες, όταν η σκέψη έπεται του λυρισμού. Η Κική Δημουλά διαθέτει αυτήν ακριβώς την ικανότητα, να αφήνει δηλαδή το λυρισμό της να επιπολάζει» [1 (93) (Άνοιξη 1985) 5].
Ø  Η ίδια η ποιήτρια για τη μαθητεία της στον ποιητή και άντρα της Άθω Δημουλά λέει:
«Ο Άθως Δημουλάς επέδρασε διακριτικά, πολύτιμα και ανεξίτηλα σε κάθε τομέα του δικού μου Άλλοτε και αλλού. Μιμήθηκα ίσως τις τόσο διορατικές προτιμήσεις του για το παρερχόμενο και το παρελθόν – ΄Ο,τι περίσσεψε απ’ τη μέρα, η μνήμη είναι, λέει σε κάποιο στίχο του. Ήμουν πράγματι καχύποπτη και αρνητική προς το ‘‘εδώ’’ και το ‘‘τώρα’’. Και με δικαίωσαν. Ήταν ασφαλές καταφύγιό μου να θυμάμαι» [Αντώνη Φωστιέρη-Θανάση Θ. Νιάρχο (1989), Σε δεύτερο πρόσωπο. Συνομιλίες με 50 συγγραφείς και καλλιτέχνες, Καστανιώτης, Αθήνα 1990, σ. 85].

4. Θεματολογία
Ποίηση του άστεως και του εσωτερικού χώρου
Ποίηση του φθινοπώρου
Ο έρωτας, κυρίως ως ανάμνηση
Απώλεια της ομορφιάς και της νιότης, η φθορά που επιφέρει ο χρόνος
Ο θάνατος, η μόνιμη απουσία του αγαπημένου προσώπου –το εσύ του ποιήματος (1988 κ.ε.)– και της ίδιας της ποιήτριας ως ενδεχόμενο
Μνήμη-λήθη: Η μνήμη, επώδυνη, πυροδοτείται από τις φωτογραφίες, τη νοσταλγία, την απουσία. Η λήθη ανακουφίζει από τον πόνο και βοηθά στη συνέχιση της ζωής.
Η μοναξιά
Υπαρξιακή αγωνία
Η αλλοτριωτική καθημερινότητα, κυρίως η  γυναικεία. Ευτελή αντικείμενα, κοινότοπες συμπεριφορές: η σκόνη του σπιτιού, η επιτραπέζια λάμπα, το φαρμακείο, ο τηλεφωνικός κατάλογος, μια επίσκεψη στη λαϊκή, το αρνί στο φούρνο.
Οι περιηγητικές εντυπώσεις από το εσωτερικό και το εξωτερικό

Δύο χαρακτηριστικά μοτίβα
Ø  Αγάλματα
Σε μουσεία, κήπους σπιτιών, πλατείες, πάρκα πόλεων εντός και εκτός Ελλάδας. Προσωποποιημένα (άνθρωποι ή θεοί), αγάλματα-σύμβολα, διακοσμητικά. Περιγραφή ανατρεπτική της φωτογραφικής τους στατικότητας, απόδοση αισθημάτων και διαθέσεων, συσχέτιση της προσωπικής κατάστασης με τη δική τους. Σπάνια η ιστορική συμβολοποίηση, όπως της γυναικείας καταπίεσης λ.χ. («Σημείο Αναγνωρίσεως», Το Λίγο του κόσμου).
Ø   Φωτογραφίες
Διευρύνουν το χώρο του δωματίου, όπως τα κάδρα. Παγώνουν το χρόνο, ενεργοποιούν τη μνήμη κι έτσι καλύπτουν το κενό μιας απουσίας.

5. Ποιητική
ü   Φωνή χαμηλών τόνων.
ü   Εκκινεί από το μικρό ποίημα, αλλά, καθώς η κουβέντα με τα πράγματα την κάνει να ξεχνιέται, καταλήγει στο μακροσκελές, συχνά χαλαρό στη δόμηση, διανθισμένο όμως με υπέροχες ζώνες στίχων.
ü   Η πιο ευτυχής στιγμή της: συνδυασμός συναισθήματος και σκέψης.
ü   Η Δημουλά περισσότερο μιλά με τα πράγματα που την περιβάλλουν παρά με τους ανθρώπους.
ü   Βασικά μορφολογικά χαρακτηριστικά της ο ανθρωπομορφισμός και οι καινότροπες φραστικές συνάψεις.

      Ειδικότερα:
Ø  Η πρόταξη της προσδιοριστικής γενικής: τοπίων καραβάνια («Μιμητική», Το Λίγο του κόσμου).
Ø  Η προσδιοριστική γενική ανάμεσα στην πρόθεση και στο ουσιαστικό (υπερβατό):
      στων μαλλιών τον καλπασμό («Γενική κληρονόμος», Χαίρε ποτέ).
Ø  Το σύμπλεγμα αυτό διευρύνεται και στις δύο εκδοχές του με την πρόταξη ενός επιθέτου που προσδιορίζει το βασικό ουσιαστικό: στα κλειστά του συναισθηματισμού μου παράθυρα («Επισκεπτήριο», Ερήμηντα μισανθή των φθινοπώρων χέρια («Τα μισανθή χέρια», Το τελευταίο σώμα μου).
Ø  Ουσιαστικοποίηση του ουδέτερου των επιθέτων: Στρώσαμε το τραπέζι του αναπάντεχου / με δυο ποτήρια να κεράσουμε το ενδεχόμενο («Προετοιμασία», Έρεβος).
Ø  Ουσιαστικοποίηση ρήματος ή φράσης ολόκληρης: καταμεσίς του κλαίγοντας («2001 μεγαθήριο», Ήχος απομακρύνσεων).
Ø  Επιθετικοποίηση ουσιαστικών: τουρκογύφτισσες μολόχες («Ο ψυχισμός του δίτροπου», Το τελευταίο σώμα μου).
Ø  Απροσδόκητες συνάψεις ρήματος-υποκειμένου/αντικειμένου: Φυσάει άδειο δωμάτιο («Απροσδοκίες», Χαίρε ποτέΣκέπτομαι απόψε να στείλω τη μελαγχολία μου («Τίποτα δε θ’ αντιληφθείς», Χλόη θερμοκηπίου).
Ø  Επίρρημα σε θέση ουσιαστικού ή και προσώπου: Χαίρε ποτέ (τίτλος συλλογής και ποιήματος).
Ø  Παιχνίδι του λόγου με την αξιοποίηση των τόνων, των παρηχήσεων και των ομόηχων λέξεων: Θέρος, θερισμός / δεμάτια φως, δεμάτια τα μάτια / φορτώνονται σε κάρα, άρα / δεν θα σε ξαναδώ («Σημεία των καρπών», Το τελευταίο σώμα μου).
Ø  Απρόσμενη αντικατάσταση μιας λέξης με άλλη σε μια τυποποιημένη έκφραση: Εγώ, όταν θα μεγαλώσω / θα γίνω Σεπτέμβρης, έλεγε ο Αύγουστος («Βροχή επιστροφής», Το τελευταίο σώμα μου).
Ø  Εύστοχοι νεολογισμοί: Η θάλασσα ψύχραιμη και ασύσπαστη («Πάσχα, προς Σούνιον», Επί τα ίχνη).
Ø  Λόγος επιγραμματικός, αποφθεγματικός, κατά τον τρόπο του Καβάφη: Ξέρει να συμβιβάζεται η ανάμνηση («Διά της εις άτοπον λήθης», Χλόη θερμοκηπίου).
Ø  Ειρωνεία, σαρκασμός, αυτοσαρκασμός: Ο φούρνος σου δεν καίει, φώναξε / κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική / χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας («Πάσχα στο φούρνο», Ενός λεπτού μαζί).
Ø  Απόδοση, σε άψυχα ουσιαστικά, επιθέτων που αρμόζουν σε έμψυχα: αποκεφαλισμένα περιβόλια  («Σαν να διάλεξες», Η εφηβεία της λήθης).
Ø  Εμψύχωση του συγκεκριμένου ή του αφηρημένου ουσιαστικού, έτσι που ο κόσμος στο σύνολό του να προσλαμβάνεται ως έμψυχος: Θα ξανάρθω λέει ο αφρός στα χαλίκια. / Να ξανάρθεις./ Ένα όστρακο άδειο κατάφερε / τη μεγάλη περίληψη. // Φεύγει η μέρα. Το μικρό όνομά της / το αδειάζει βαφή στα μαλλιά της η δύση («Τα υπο-κινούμενα», Το τελευταίο σώμα μου).
Ø  Πρόσδεση του αφηρημένου στο συγκεκριμένο, ώστε να καθίσταται απτή πραγματικότητα: Κυμαίνομαι / στους τοίχους του διλήμματος χτυπώ («Ομιχλώδης λύτρωση», Χλόη θερμοκηπίου).

"Σημείο αναγνωρίσεως"

Στο ποίημα "Σημείο Αναγνωρίσεως η Κική Δημουλά βλέποντας ένα άγαλμα που παριστάνει μια γυναίκα με δεμένα τα χέρια αναγνωρίζει την πάγια ανά τους αιώνες κοινωνική θέση "αιχμαλωσίας" της γυναίκας.

-Ανήκει στη συλλογή «Το λίγο του κόσμου » που δημοσιεύτηκε το 1971 και τιμήθηκε με το β’ κρατικό βραβείο ποίησης

-το ποίημα αποτελεί μια απόπειρα να καταδειχθεί πώς ένα έργο τέχνης «προσλαμβάνεται» από το κοινό. Πέρα όμως από τον αντικειμενικό συμβολισμό του έργου, σ’ ένα συνυποδηλωτικό επίπεδο η ερμηνεία του εναπόκειται στα βιώματα και τις σκέψεις του αποδέκτη. Έτσι για τη Δημουλά το ποίημα αποτελεί ένα σχόλιο για την κοινωνική θέση της γυναίκας ανά τους αιώνες, γίνεται το σύμβολο της γυναικείας καταπίεσης.

 Το βασικό περιεχόμενο του ποιήματος είναι η γυναικεία αιχμαλωσία, όπως τη βλέπει η ποιήτρια σε ένα άγαλμα, που μάλιστα δεν είναι σίγουρο ότι πλάστηκε για να σημαίνει ακριβώς αυτό. Κατά την Κ. Δημουλά η αιώνια γυναικεία αιχμαλωσία είναι τόσο ισχυρός «θεσμός» ώστε κι αν ακόμα απελευθερώνονταν τα αγάλματα από το μάρμαρο πράγμα αδύνατο θα εξακολουθούσε να υπάρχει. Με άλλα λόγια, η γυναικεία αιχμαλωσία παρουσιάζεται εδώ ως ισχυρότερη από αυτήν που επιβάλλει το μάρμαρο στις μορφές των αγαλμάτων, τα δεσμά της γυναίκας πιο ισχυρά από τις ιστορικές και φυσικές δεσμεύσεις, αυτές που στερούν από τους δούλους την ελευθερία, από τους νεκρούς την αθανασία και από το αίσθημά μας τη γαλήνη. Αυτή η αιχμαλωσία γίνεται, κατά την ποιήτρια, δεύτερη φύση για τη γυναίκα: σέ λέω γυναίκα / γιατ' εἶσ' αἰχμάλωτη.
Οι στίχοι αυτοί δείχνουν την ταύτιση που έχει γίνει στο νου της Κ. Δημουλά ανάμεσα στην αιχμαλωσία και τη γυναίκα, έτσι ώστε για την ποιήτρια σημείο αναγνωρίσεως της γυναικείας ταυτότητας δεν αποτελούν τα εξωτερικά ανατομικά χαρακτηριστικά, οι γοφοί που ὑπόσχονται εὐγονία και καλή σοδειά, αλλά η ίδια η αιχμαλωσία.
Δεν μπορούμε, βέβαια, να κατατάξουμε την ποιήτρια σε εκείνους που θεωρούν φυσική κατάσταση τη γυναικεία δουλεία, δε θα ταίριαζε αυτό στην όλη πνευματική παρουσία της. Κάτι άλλο συμβαίνει εδώ: είναι τέτοια η πικρία της για την αιχμαλωσία της γυναίκας ανά τους αιώνες ώστε, στα πλαίσια μιας εκφραστικής (ποιητικής) υπερβολής, τη χαρακτηρίζει ισχυρότερη κι από την αιχμαλωσία των αγαλμάτων.
• Ας προσέξουμε την πικρή ειρωνεία που περιέχουν οι στίχοι 35-37 σχετικά με τη γυναικεία προσφορά στην κοινωνία, με αυτό που θεωρείται μάλλον η γυναικεία προσφορά.
• Όπως το συνηθίζει, η ποιήτρια Κ. Δημουλά αναδεικνύει εδώ το σκηνικό ενός αστικού χώρου: ένα άγαλμα που κοσμεί ένα πάρκο, ένας χώρος εντελώς ρεαλιστικός, που αποτελεί μια ποιητική αφετηρία προς το εσωτερικό, προς το φανταστικό, προς το φιλοσοφικό.
• Έχει επισημανθεί ότι τα ποιήματα της Κικής Δημουλά αναπτύσσονται διαλεκτικά, με αφετηρία το συγκεκριμένο και υλικό και με κατάληξη το αφηρημένο και εσωτερικό. Αυτό συμβαίνει και εδώ: αφετηρία είναι το άγαλμα, ένα απτό και συγκεκριμένο ερέθισμα, με πολύ συγκεκριμένη μάλιστα μορφή• η κατάληξη όμως του ποιήματος είναι κάτι πολύ πιο εσωτερικό, είναι το συναίσθημα που δοκιμάζει αυτή η γυναικεία μορφή που η ποιήτρια την αντιμετωπίζει σαν ζώσα μορφή καθώς και τα σημαινόμενα αυτής της αιχμάλωτης ύπαρξης, σημαινόμενα μάλιστα που είναι σε μεγάλο βαθμό υποκειμενικά. Διότι είναι μεν αντικειμενικό το τι συμβολίζει μια δεμένη πισθάγκωνα μορφή, αλλά είναι σίγουρα υποκειμενική και προσωπική η ανάγνωσή της από την ποιήτρια, η οποία τόσο πολύ ταυτίζει τη γυναικεία μοίρα με την αιχμαλωσία ώστε αναγνωρίζει τη γυναίκα στην ίδια την αιχμαλωσία (Σέ λέω γυναίκα / γιατί εἷσ' αἰχμάλωτη.), θεωρεί την αιχμαλωσία σημείο αναγνωρίσεως της γυναικείας ταυτότητας.
• Το ποίημα αυτό, μεταξύ των άλλων, συμβάλλει στο διάλογο γύρω από την πρόσληψη του έργου τέχνης. Η ποιήτρια παρουσιάζεται να ερμηνεύει και να νιώθει ένα γλυπτό με έναν τρόπο αρκετά προσωπικό και πρωτότυπο, που μάλλον δε θα ήταν μέσα στις προθέσεις του γλύπτη. Ενισχύεται έτσι η άποψη που θέλει το έργο τέχνης να έχει μια αυτόνομη ζωή από τη στιγμή που φεύγει από τα χέρια του δημιουργού, να δέχεται αναγνώσεις και ερμηνείες προσωπικές, βιωματικές και επομένως πολύ διαφορετικές από άτομο σε άτομο, να λέει διαφορετικά πράγματα σε κάθε πρόσωπο, τόσο διαφορετικά που θα ήταν αδύνατο να τα έχει καν προβλέψει ο δημιουργός. Αυτή η πολυσημία είναι, πάντα κατά την ίδια άποψη, μια από τις μαγικές ιδιότητες της τέχνης, διότι η τελευταία μπορεί μέσα από ένα έργο να πει πράγματα πολύ περισσότερα κι ωστόσο αυθεντικά από ό,τι προτίθεται να εκφράσει ο καλλιτέχνης μέσα από το συγκεκριμένο έργο.
• Υπάρχουν στο ποίημα κάποιες εκφράσεις που πραγματοποιούν τη βούληση της ποιήτριας να εναρμονίσει μεταξύ τους αντίπαλα ζεύγη: στις φράσεις σκοινί μαρμάρινο, πορεία τῶν μαρμάρων, κοσμογονία τῶν μαρμάρων, εὐγονία ἀγαλμάτων, σοδειά ἀκινησίας συνεργάζεται το φανταστικό με το πραγματικό, το λογικό με το παράλογο. Είναι οι φράσεις αυτές που πραγματώνουν την άποψη της ποιήτριας ότι το ποιητικό αποτέλεσμα δεν το παράγει κάθε λέξη χωριστά αλλά η συνήχηση των λέξεων.
Ο τίτλος

Ο τίτλος του ποιήματος είναι ασαφής και …ομιχλώδης χωρίς την επεξηγηματική φράση που ακολουθεί (άγαλμα γυναίκας με δεμένα χέρια). Μόνο έτσι  είμαστε σε θέση να εντοπίσουμε και την αφετηρία της ποιητικής έμπνευσης. Πρόκειται για το άγαλμα του γλύπτη Κ. Σεφερλή, που βρίσκεται στην πλατεία Τοσίτσα στην Αθήνα και απεικονίζει τη Β. Ήπειρο ως γυναίκα αλυσοδεμένη, παραπέμποντας στα μαρτύρια που έχουν υποστεί οι κάτοικοί της. Για την ποιήτρια όμως αποτελεί μόνο το εξωτερικό ερέθισμα στο οποίο, προσπερνώντας τον ιστορικό-εθνικό-πατριωτικό του συμβολισμό, δίνει κοινωνικές προεκτάσεις, που εκφράζουν την κυρίαρχη ιδεολογία αναφορικά με τη θέση της γυναίκας. Έτσι τα δεμένα χέρια είναι το σημείο αναγνωρίσεως της γυναικείας αιχμαλωσίας.

-το άγαλμα παρουσιάζεται μέσα από 4 οπτικές πρόσληψης: του γλύπτη, των περαστικών, του ποιητικού υποκειμένου από μακριά και από κοντά.

-αρκετά σύμβολα υπάρχουν στο ποίημα

ΑΓΑΛΜΑ= γυναίκα

ΔΕΜΕΝΑ ΧΕΡΙΑ= καταπίεση

ΓΛΥΠΤΗΣ= φορέας κοινωνικών στερεοτύπων

ΑΡΓΟΣ= επίσημη περιφρούρηση της γυναικείας καταπίεσης

ΒΡΟΧΗ, ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ= απολαύσεις της καθημερινότητας

ΓΟΦΟΙ, ΣΟΔΕΙΑ= τεκνοποιία

-ο διάλογος του ποιητικού υποκειμένου με το άγαλμα δημιουργεί κλίμα οικειότητας, κατανόησης, συμπάθειας ενώ η εναλλαγή α’ και β’ προσώπου δίνε ποικιλία, ζωντάνια και δραματικότητα στο λόγο

- στο ποίημα διακρίνουμε τα εξής χαρακτηριστικά της ποιητικής της Δημουλά: βιωματικότητα, αίσθηση του τραγικού, προσωποποίηση αντικειμένων – εννοιών, αμφισημία λέξεων, «ανατρεπτική» γλώσσα, λεπτή ειρωνεία


 Ενότητες

 Α) Στροφή , Προσφωνεί το άγαλμα.

 «Ὅλοι σὲ λένε κατευθείαν ἄγαλμα,
ἐγὼ σὲ προσφωνῶ γυναίκα κατευθείαν».

 Απευθύνεται στο άγαλμα. Υπάρχουν αντιθέσεις στις φράσεις «Ὅλοι σὲ λένε/ ἐγὼ σὲ προσφωνῶ» και στις λέξεις «γυναίκα» και «άγαλμα». Σημείο σύνδεσης σε χιαστό σχήμα είναι η λέξη κατευθείαν.
  Η επανάληψη του «κατευθείαν» στους δύο πρώτους στίχους συνεπάγεται την παράβλεψη του υλικού και την μεταφορά από το σύμβολο στο πραγματικό ενώ παράλληλα, νομίζω ότι στο ποίημα αυτό συντελείται, όπως θα δούμε, μια επανασυμβολοποίηση. Επίσης, το ίδιο επίρρημα εισάγει τον αποδέκτη του λόγου δηλαδή  τη γυναίκα άγαλμα ως σύμβολο της γυναίκας.


 Β) Στροφή, Περιγραφή Αγάλματος

 «Στολίζεις κάποιο πάρκο.
Ἀπὸ μακριὰ ἐξαπατᾶς.
Θαρρεῖ κανεὶς πὼς ἔχεις ἐλαφρὰ ἀνακαθίσει
νὰ θυμηθεῖς ἕνα ὡραῖο ὄνειρο ποὺ εἶδες,
πώς παίρνεις φόρα νὰ τὸ ζήσεις.
Ἀπὸ κοντὰ ξεκαθαρίζει τὸ ὄνειρο:
δεμένα εἶναι πισθάγκωνα τὰ χέρια σου
μ᾿ ἕνα σκοινὶ μαρμάρινο
κι ἡ στάση σου εἶναι ἡ θέλησή σου
κάτι νὰ σὲ βοηθήσει νὰ ξεφύγεις
τὴν ἀγωνία τοῦ αἰχμαλώτου.
Ἔτσι σὲ παραγγείλανε στὸ γλύπτη:
αἰχμάλωτη.
Δὲν μπορεῖς
οὔτε μία βροχὴ νὰ ζυγίσεις στὸ χέρι σου,
οὔτε μία ἐλαφριὰ μαργαρίτα.
Δεμένα εἶναι τὰ χέρια σου».

Το άγαλμα στολίζει κάποιο πάρκο. Από μακριά θα νόμιζε κανείς ότι πρόκειται για γυναίκα που προσπαθεί να θυμηθεί ένα όνειρο και δίνει την αίσθηση της κίνησης. Από κοντά όμως βλέπεις πώς δεν υπάρχει τίποτα ωραίο και ονειρώδες. Το άγαλμα είναι ελαφρά ανασηκωμένο, γιατί τα χέρια του είναι δεμένα και προσπαθεί να απαλλαγεί από τα δεσμά του. Το ποιητικό υποκείμενο διαμαρτύρεται για την αιχμαλωσία της γυναίκας που δεν μπορεί ζήσει ούτε τις απλές χαρές «οὔτε μία βροχὴ νὰ ζυγίσεις στὸ χέρι σου, οὔτε μία ἐλαφριὰ μαργαρίτα». 

Τέσσερις φορές η λέξη μάρμαρο και μία η λέξη μαρμάρινο, τέσσερις φορές οι λέξεις αιχμάλωτη,  άγαλμα, δεμένα, πέντε η λέξη γυναίκα, δύο η λέξη γλύπτης –σημαντική κατά τη γνώμη μου.

Ο γλύπτης με το αντρικό βλέμμα, αν και χειρίζεται ένα συλλογικό-εθνικό βίωμα, μεταφέρει στο άγαλμα στερεοτυπικά φυλικά γνωρίσματα. Με κοινό στοιχείο τα δεσμά, (« δεμένα πισθάγκωνα», «μαρμάρινο σκοινί») μια εικόνα που έχει παραχθεί από άντρα-φορέα όλων των στερεοτυπικών γυναικείων απεικονίσεων και φορέα του ηγεμονικού λόγου-την επαν-εξετάζει μια γυναίκα δημιουργός για να  της αποδώσει νέα στοιχεία, καθαρά γυναικεία.
Η γυναίκα-ποιήτρια διαμεσολαβώντας μεταξύ αγάλματος και κειμένου μετατρέπει έμμεσα το άγαλμα και άμεσα το κείμενο μόνον σε γυναίκα, όπως εξάλλου το τονίζει. Προβάλλεται η υλικότητα του κειμένου όπως και του αγάλματος : όπως σε όλο το έργο της η Δημουλά διακρίνεται για την ικανότητά της να αποδίδει σωματικότητα στο νοητό δηλ. να προσωποποιεί αφηρημένες έννοιες με τις οποίες διαρκώς διαλέγεται. Εδώ μέσω του αγάλματος αποκτά υλικότητα η αιχμαλωσία της γυναίκας όπως και μέσω κάθε λέξης του ποιήματος. 
Η μετάβαση συντελείται από το άγαλμα στη γραφή.  Απομένει δηλαδή το συλλογικό στοιχείο αλλά επανασυμβολιζόμενο.  Η γυναίκα είναι δεμένη από τον γλύπτη-άντρα-δημιουργό-νοηματοδότη και είναι φορέας νοήματος, όχι παραγωγός : αυτό το μεταβάλλει η γυναίκα-ποιήτρια με το ποίημά της, παραγωγό νέου νοήματος.
Επιπλέον, η μετωνυμική χρήση του αγάλματος δίνει τη δυνατότητα μέσω του ποιήματος στο γυναικείο εγώ να αντικρίσει τον εαυτό του. Μέσω του λόγου η γυναίκα επιθυμεί να ανατρέψει την ηγεμονική γυναικεία απεικόνιση. 
  Δύο βασικοί δομικοί στίχοι στην πρώτη αυτή ενότητα του ποιήματος είναι οι αντιθετικοί : «Από μακριά εξαπατάς» «Από κοντά ξεκαθαρίζει το όνειρο :» Ο πρώτος εισάγει την εξαπάτηση και την εσφαλμένη εντύπωση ενώ ο δεύτερος με την άνω και κάτω στιγμή εξηγεί την αλήθεια. Στην αποκάλυψη της αλήθειας η κίνηση ερμηνεύεται ως θέληση ελευθερίας αλλά και αυτή αποδεικνύεται ετεροκαθοριζόμενη εξαιτίας του αόριστου «κάτι». Ποιος εξωτερικός ή εσωτερικός παράγοντας είναι αυτό το αναμενόμενο εξ ουρανού «κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις»;Μένει απροσδιόριστο. 
  Ο έντονος λυρισμός παρουσιάζεται στην απόδοση ανθρώπινων κινήσεων στο άγαλμα : «ούτε μια βροχή…μαργαρίτα» και μεταφέρει την απόλυτη συναισθηματική αιχμαλωσία της γυναίκας που υποταγμένη στην αντρική εξουσία αδυνατεί να συγκροτήσει απόλυτα προσωπικά βιώματα. Η ουσία της ζωής, δηλαδή η δράση η ενέργεια και το αίσθημα – το προϊόν των αισθήσεων- είναι βιώματα ανοίκεια στη γυναίκα, ταυτισμένη με την απόλυτη ακινησία του αγάλματος.

Γ) Στροφή, Ο αγώνας των αγαλμάτων

 «Καὶ δὲν εἶν᾿ τὸ μάρμαρο μόνο ὁ Ἄργος.
Ἂν κάτι πήγαινε ν᾿ ἀλλάξει
στὴν πορεία τῶν μαρμάρων,
ἂν ἄρχιζαν τ᾿ ἀγάλματα ἀγῶνες
γιὰ ἐλευθερίες καὶ ἰσότητες,
ὅπως οἱ δοῦλοι,
οἱ νεκροὶ
καὶ τὸ αἴσθημά μας,
ἐσὺ θὰ πορευόσουνα
μὲς στὴν κοσμογονία τῶν μαρμάρων
μὲ δεμένα πάλι τὰ χέρια, αἰχμάλωτη».

Η ποιήτρια τώρα φέρνει στη μνήμη της μια άλλη γυναίκα της μυθολογίας την Ιώ, που καταδικάστηκε σε αιώνια αιχμαλωσία με φύλακα τον πολυόμματο Άργο με τα 100 μάτια. Ο Δίας είχε ερωτευτεί την Ιώ και η ζηλιάρα ¨Ηρα θέλησε να εκδικηθεί. Το τέρας σκότωσε τελικά ο Ερμής.  Παρακάτω η ποιήτρια κάνει την υπόθεση πως ακόμη και αν έλειπε η σκλαβιά του μαρμάρου για το άγαλμα, ο Άργος για την Ιώ και γίνονταν αγώνες για την απελευθέρωση των σκλαβωμένων, η γυναίκα θα παρέμενε για πάντα αιχμάλωτη. Δυστυχώς τα κινήματα για ελευθερία και ισότητα δεν πετυχαίνουν πάντα. Το ποιητικό υποκείμενο πιστεύει πως δικαίωμα για απελευθέρωση έχουν οι γυναίκες (από την κοινωνική καταπίεση), οι δούλοι, οι νεκροί που θέλουν να απαλλαγούν από όσα τους δένουν με τη ζωή και τέλος τα ανθρώπινα αισθήματα τα οποία συχνά καταπνίγονται.

  Η ευφυής αναφορά στον Άργο παραπέμπει στην Ιώ ως σύμβολο της γυναικείας αιχμαλωσίας και καταπίεσης και προβάλλει ένα χαρακτηριστικό της γυναικείας γραφής, μια παγκόσμια φεμινιστική στρατηγική στην απόπειρα γυναικών ποιητριών να επαναπροσδιορίσουν τον μυθολογικό συμβολισμό υπό μια γυναικεία οπτική, δηλαδή να επανα-γράψουν τους μύθους.
Στο ποίημά μας δεν επιχειρείται κάτι τέτοιο, γίνεται απλά χρήση του μύθου, τρόπος συνήθης του μοντερνισμού. Η μετωνυμική χρήση του Άργου αντί της Ιούς δηλαδή η χρήση του αρσενικού γένους τέρατος-φύλακα αντί του θηλυκού φυλακισμένου ενέχει το χαρακτήρα έμμεσης καταγγελίας.
Ωστόσο, ο δεσμοφύλακας δεν είναι μόνον ο άντρας-τέρας Άργος δεν είναι αυτός ο μόνος περιοριστικός παράγοντας.
Ποιος είναι ο άλλος πέραν του «μόνο»;
Είναι μήπως η πιθανή-απίθανη επανάσταση;
Παραμένει μάλλον γενικότροπα αδιευκρίνιστο.
Πάντως, ένα δικαίωμα επανάστασης και ελευθερίας αποδίδεται μετωνυμικά στα αγάλματα και όχι στις γυναίκες, κινείται μεταξύ ρεαλιστικού και μεταφυσικού και αφαιρεί σχεδόν κάθε ελπίδα στο σύμβολο άρα και στο συμβολιζόμενο –πραγματικό, τη γυναίκα : οι δούλοι μπορεί να επαναστατήσουν όπως και οι άνθρωποι-φορείς των αισθημάτων αλλά τα αγάλματα, οι νεκροί μάλλον απίθανο.

 Δ) Στροφή, Το σημείο αναγνώρισης, (ο συμβολισμός του αγάλματος).

 «Ὅλοι σὲ λένε κατευθείαν ἄγαλμα,
ἐγὼ σὲ λέω γυναίκα ἀμέσως.
Ὄχι γιατὶ γυναίκα σὲ παρέδωσε
στὸ μάρμαρο ὁ γλύπτης
κι ὑπόσχονται οἱ γοφοί σου
εὐγονία ἀγαλμάτων,
καλὴ σοδειὰ ἀκινησίας.
Για τὰ δεμένα χέρια σου, ποὺ ἔχεις
ὅσους πολλοὺς αἰῶνες σὲ γνωρίζω,
σὲ λέω γυναίκα».

 Στους δύο πρώτους στίχους η ποιήτρια αναγνωρίζει το άγαλμα ως γυναίκα, όχι γιατί είναι γυναικείο αλλά γιατί τα χέρια του είναι δεμένα (σχήμα άρσης – θέσης). Αυτό είναι το Σημείο Αναγνωρίσεως της γυναίκας. Θεωρείται κοινωνικά αιχμάλωτη γιατί θα πρέπει να αφοσιωθεί στο να φέρει στον κόσμο γερά παιδιά και να τα αναθρέψει, ενώ η πρόοδος και η προσωπική της εξέλιξη δεν επιτρέπεται συχνά από τις κοινωνικές συνθήκες. Με την αναπαραγωγική ικανότητα ουσιαστικά διαιωνίζει την αιχμαλωσία της «καλὴ σοδειὰ ἀκινησίας»).. 


Ε) Στροφή, Η κοινωνική «αιχμαλωσία» της γυναίκας

 « Σὲ λέω γυναίκα
γιατ᾿ εἶσ᾿ αἰχμάλωτη».

 Συνδέονται οι στίχοι αυτοί με τον τίτλο του ποιήματος και επεξηγούν τους δυο πρώτους. ΄Αρα το ανά τους αιώνες Σημείο Αναγνωρίσεως είναι η κοινωνική καταπίεση της γυναίκας. 


3) Αισθητικές αναφορές
 Σχήματα λόγου

Eπαναλήψεις
 «Ὅλοι σὲ λένε κατευθείαν ἄγαλμα», «δεμένα είναι τα χέρια σου»,
«αιχμάλωτη», «ἐγὼ σὲ λέω/ προσφωνῶ γυναίκα».
 Με αυτές τονίζεται η καταπίεση της γυναίκας.
 Μεταφορές: « νὰ θυμηθεῖς ἕνα ὡραῖο ὄνειρο ποὺ εἶδες,/ πώς παίρνεις φόρα νὰ τὸ ζήσεις».
 «ἐσὺ θὰ πορευόσουνα / μὲς στὴν κοσμογονία τῶν μαρμάρων»
 «κι ὑπόσχονται οἱ γοφοί σου/ εὐγονία ἀγαλμάτων, / καλὴ σοδειὰ ἀκινησίας».
 Παρομοιώσεις: «όπως οι δούλοι/ οι νεκροί/ και το αίσθημά μας»
 Προσωποποίησεις : «κι ὑπόσχονται οἱ γοφοί σου».
 Αντιθέσεις: « Από μακριά/ από κοντά»,
«Ὅλοι σὲ λένε κατευθείαν ἄγαλμα,/ ἐγὼ σὲ λέω γυναίκα ἀμέσως»,
«όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε… σε λέω γυναίκα».
• Η αμφισημία του στ. 14 (γλύπτης μπορεί να είναι ο δημιουργός του αγάλματος αλλά και ο δημιουργός της γυναίκας, ο Θεός) προϊδεάζει γι αυτό που θέλει να εκφράσει η ποιήτρια, την αιωνιότητα και τη σταθερότητα της γυναικείας αιχμαλωσίας.
 Συμβολισμοί:
 - Ο γλύπτης λειτουργεί ως αποδέκτης των κοινωνικών συμβάσεων.
- Τα δεμένα χέρια συμβολίζουν την αιχμαλωσία της γυναίκας.
 - «Δὲν μπορεῖς οὔτε μία βροχὴ νὰ ζυγίσεις στὸ χέρι σου,  οὔτε μία ἐλαφριὰ μαργαρίτα».
Συμβολίζουν τη χαρά της ζωής και το αισθητικά ωραίο που δεν μπορεί να γευτεί η γυναίκα.
- Το τέρας Αργος συμβολίζει την καταναγκαστική τήρηση των κοινωνικών τύπων από τη γυναίκα.
- Οι γοφοί της υπονοούν τον υποχρεωτικό ρόλο της μητέρας που επωμίζεται η γυναίκα.

 Η γλώσσα είναι απλή δημοτική.
Το ύφος είναι απλό και φυσικό, προβάλλει συναισθήματα, έχει κάποιους λυρικούς τόνους.

 4) Αφηγηματικές τεχνικές
Πρωτοπρόσωπη αφήγηση με αφηγητή – παρατηρητή που ερμηνεύει το άγαλμα σύμφωνα με τις εμπειρίες του.
 Το β΄ πρόσωπο δημιουργεί ατμόσφαιρα οικειότητας και καθιστά το ποίημα δραματικό μονόλογο.
Με την εναλλαγή προσώπων επιτυγχάνεται η ζωηρότητα της αφήγησης.

 5) Γενική εκτίμηση του ποιήματος

Μας δίνει την αφορμή να σκεφτούμε για την κοινωνική καταπίεση της γυναίκας. Η τέχνη δεν αποβλέπει μόνο στην αισθητική συγκίνηση αλλά μεταδίδει μηνύματα κοινωνικού περιεχομένου.

  Ως προς τα γραμματικά πρόσωπα είναι κυριαρχικά παρόν το β’ ενικό τονίζοντας την αμεσότητα του διαλόγου αλλά και τη στροφή της προσοχής στο πρόσωπο του αγάλματος-αιχμάλωτης γυναίκας. Η χρήση του β’ ενικού πέρα από το ότι είναι συνήθης στην ποίηση της Δημουλά αποτελεί έναν ιδιαίτερο και σταθερό ποιητικό χειρισμό καθώς τα αγάλματα είναι αρκετές φορές παρόντα στο έργο  της ποιήτριας, η οποία διαλέγεται ισότιμα με αυτά και μέσω της προσωποποίησης αποδίδοντάς τους ανθρώπινα στοιχεία και συναισθήματα. Ο διάλογος αυτός και στο εν λόγω ποίημα και στα λοιπά δεν σχετίζεται με την αισθητική αποτίμηση του έργου τέχνης αλλά με την απόδοση στα αγάλματα σκέψεων και αισθημάτων σχετικά με οικεία στην ποίηση της Δημουλά θέματα (π.χ. φθορά του χρόνου). Αναδεικνύεται έτσι ένα επιπλέον χαρακτηριστικό της Δημουλά η προσωποποίηση όλων των αφηρημένων εννοιών που έτσι εντάσσονται δραστικά στην καθημερινότητα του ποιητικού υποκειμένου.

  Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο, είναι η επανάληψη του ρήματος λέω 3 φορές και μία το περίπου συνώνυμο προσφωνώ και του τύπου λένε 2 φορές. Πρόκειται για ρήματα επιτελεστικά που εκτελούν μια ελλεκτική γλωσσική πράξη,  δηλαδή ονομάζουν, προσφωνούν και έτσι επιδιώκουν να μεταβάλλουν τον συμβολισμό του αγάλματος και να το ταυτίσουν με την διαχρονικά αιχμάλωτη γυναίκα. Οι τύποι λέω και προσφωνώ έρχονται σε αντιδιαστολή με το λένε όλων των άλλων που μένει απλά στην επιφάνεια. Η γυναίκα-δημιουργός ονομάζει άρα επανατοποθετεί τα πράγματα σε έναν αντρικό κόσμο και μια δεδομένη αντρική γλώσσα και δημιουργεί δια του λόγου.  
  Στο ποίημα μπορεί ο αναγνώστης να διακρίνει πάγια γνωρίσματα στο έργο της ποιήτριας, π.χ. τις μη αναμενόμενες συζεύξεις λέξεων : ευγονία αγαλμάτων, καλή σοδειά ακινησίας. Επίσης,  εξαιρετική γλωσσική πυκνότητα και επεξεργασία της γλώσσας και όσα προανέφερα στην αρχή.  
    
  Τέλος, όμοια με την ματαιωμένη επανάσταση λειτουργεί, και το σχήμα κύκλου που περικλείει το ποίημα εντός του σε έναν αναπόδραστο κλοιό συστροφής γύρω από τον εαυτό του εντείνοντας την αίσθηση της αιχμαλωσίας με την πλήρη νοηματική ταύτιση των λέξεων γυναίκα και αιχμάλωτη. «Είναι πολύ δύσκολο, πολύ κοπιαστικό και τρομερά επικίνδυνο μια γυναίκα να μην είναι παρά μόνο το φύλο της ή η πλήρης απάρνηση του φύλου της», έχει δηλώσει η ίδια η ποιήτρια.


 Η συλλογή εκδίδεται εν μέσω δικτατορίας και λογοκρισίας (1971). Είναι γνωστοί οι τρόποι με τους οποίους οι ποιητές της εποχής επιδιώκουν να διαφύγουν από την λογοκρισία. Το άγαλμα του ποιήματος παριστάνει δέσμια την Β. Ήπειρο αλλά θα μπορούσε εύκολα να ανακαλέσει την δέσμια Ελλάδα της εποχής με την ανελευθερία της δικτατορίας και την απόπειρα αντίστασης. (η γυναίκα προσπαθεί να ξεφύγει). Το άγαλμα επομένως είναι δυνατόν να μην σημαίνει μόνον τη γυναίκα και η καταπίεσή της αλλά και ολόκληρη την Ελλάδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου