Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Ο Πρωταγόρας του Πλάτωνα, σημειώσεις για την Γ' Θεωρητική


Ερωτήσεις και απαντήσεις ανά ενότητα στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα  και λεξιλογικές ασκήσεις και ασκήσεις του ΚΕΕ με απαντήσεις
Επιμέλεια Θανάσης Αθανασίου

Ενότητα 1
1. Πώς κρίνετε τη στάση του αθηναϊκού δήμου, όπως την περιγράφει ο Σωκράτης, απέναντι στους ειδικούς πάνω σε κάποια συγκεκριμένα ζητήματα και απέναντι στους πολίτες που, σε γενικά θέματα, θέλουν να δώσουν τη γνώμη τους στην πολιτική συνέλευση; Ποια θεωρείτε ότι είναι η στάση των σημερινών πολιτικών κοινωνιών απέναντι στο θέμα
Απάντηση
Στην Εκκλησία του Δήμου, όταν οι Αθηναίοι συζητούσαν για θέματα που απαιτούσαν ιδιαίτερη τεχνογνωσία, θεωρούσαν σωστό να δέχονται τη γνώμη μόνο των ειδικών. Η στάση αυτή των Αθηναίων κρίνεται σωστή, γιατί μόνο οι ειδικοί είναι αρμόδιοι να δώσουν σωστές συμβουλές για θέματα της ειδικότητάς τους. Μόνο αυτοί μπορούν να ενημερώσουν σωστά τους πολίτες και να φωτίσουν πολύπλευρα ένα τέτοιο ζήτημα, ώστε η πολιτεία να φτάσει στη λήψη των ορθότερων δυνατών αποφάσεων.
Από την άλλη, το δικαίωμα και το χρέος όλων των πολιτών να εκφράζουν ελεύθερα τις απόψεις τους (ισηγορία, παρρησία) για θέματα που αφορούσαν την πόλη αποτελούσε απαραίτητη και αναγκαία προϋπόθεση για την ομαλή και σωστή λειτουργία της άμεσης δημοκρατίας που υπήρχε τότε στην Αθήνα. Καθώς οι Αθηναίοι διέθεταν σε μεγάλο βαθμό πολιτική ωριμότητα, φωτίζονταν ολόπλευρα τα θέματα και όλοι μαζί οδηγούνταν στη λήψη μιας ορθής απόφασης.
Στις σημερινές κοινωνίες ζητείται επίσης η γνώμη των ειδικών για θέματα που απαιτούν ειδικές γνώσεις. Οι ειδικοί, όμως, δεν αγορεύουν στη Βουλή, αλλά κατέχουν υπεύθυνες θέσεις σε υπουργεία και δημόσιες υπηρεσίες δίπλα σε πρόσωπα με πολιτικές ευθύνες. Έτσι, οι αποφάσεις λαμβάνονται έπειτα από εμπεριστατωμένες μελέτες εξειδικευμένων προσώπων.
Όμως, στα πολιτικά ζητήματα δεν μπορεί να ισχύσει ό,τι ίσχυε στην αρχαία Αθήνα. Η τεράστια αύξηση του πληθυσμού εμποδίζει την έκφραση πολιτικού λόγου στη Βουλή από το σύνολο των πολιτών. Σήμερα, η δημοκρατία είναι έμμεση και αντιπροσωπευτική, καθώς οι πολίτες αντιπροσωπεύονται από τους βουλευτές. Μπορούν, ωστόσο, να εκφράσουν τη γνώμη τους ως άτομα σε πολιτικά θέματα μέσω διάφορων συλλογικών οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης ή συνδικαλιστικών κινημάτων ή μέσω του τύπου και γενικά των μέσων μαζικής ενημέρωσης.

2. Συνοψίστε και συζητήστε τους λόγους για τους οποίους ο Σωκράτης ισχυρίζεται πως η αρετή δεν μπορεί να μεταδοθεί.
Απάντηση
Ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι η πολιτική αρετή δεν μπορεί να διδαχθεί. Για να στηρίξει αυτή τη θέση παρουσιάζει τα παρακάτω επιχειρήματα:
α. Στην Εκκλησία του Δήμου, όταν οι Αθηναίοι, οι οποίοι είναι σοφοί, συζητούν για θέματα που απαιτούν ιδιαίτερη τεχνογνωσία, θεωρούν σωστό να δέχονται τη γνώμη μόνο των ειδικών. Αντίθετα, όταν γίνεται λόγος για θέματα που αφορούν τη διοίκηση της πόλης, δέχονται τη συμβουλή οποιουδήποτε πολίτη ανεξαρτήτως επαγγέλματος, οικονομικής κατάστασης ή καταγωγής, γιατί πιστεύουν πως όλοι έχουν πολιτική αρετή χωρίς να την έχουν διδαχτεί από πουθενά.
β. Οι πιο σοφοί και άριστοι των πολιτών μας δεν μπορούν να μεταβιβάσουν αυτή την αρετή (την πολιτική αρετή) που έχουν οι ίδιοι σε άλλους (χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα του Περικλή και του Αρίφρονα).
Τα επιχειρήματα του Σωκράτη έχουν λογική βάση και κρίνονται αρκετά ικανοποιητικά. Ωστόσο, μπορούμε να εντοπίσουμε και αδύνατα σημεία. Συγκεκριμένα, όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα παρατηρούμε τα εξής:
α. Χαρακτηρίζει όλους τους Αθηναίους σοφούς («Εγώ λοιπόν θεωρώ ... οι Αθηναίοι είναι σοφοί»), παρόλο που γνωρίζουμε και από την Ἀπολογία Σωκράτους και από άλλα πλατωνικά έργα την υποτιμητική γνώμη που έτρεφε για αυτούς. Εξάλλου, η άποψη αυτή αποτελεί μάλλον μια υπερβολική και υπεραπλουστευτική γενίκευση που δεν μπορεί να ευσταθεί, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη μας ιστορικά παραδείγματα επιφανών πολιτικών της εποχής, όπως ο Κλέων και ο Αλκιβιάδης, οι οποίοι αποδείχτηκαν διεφθαρμένοι.
β. Ο Σωκράτης θεωρεί ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται, επειδή όλοι οι Αθηναίοι ανεξαρτήτως επαγγέλματος, οικονομικής κατάστασης ή καταγωγής συμμετέχουν ενεργά στα κοινά και εκφράζουν τη γνώμη τους στην Εκκλησία του Δήμου για θέματα που αφορούν την πόλη. Στην πραγματικότητα, αναφέρεται στα δικαιώματα της ισηγορίας και της παρρησίας, που αποτελούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την ομαλή και σωστή λειτουργία της άμεσης δημοκρατίας που ίσχυε τότε στην Αθήνα. Το ότι όμως όλοι οι Αθηναίοι πολίτες εξέφραζαν ελεύθερα τη γνώμη τους δεν αποδεικνύει ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται ούτε ότι όλοι τη διέθεταν, καθώς στην Εκκλησία του Δήμου εκφράζονταν και απόψεις που δεν διέπονταν από πολιτική αρετή.
γ. Ο Σωκράτης ισχυρίζεται ότι οι Αθηναίοι δεν έχουν διδαχτεί από πουθενά την πολιτική αρετή. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει, γιατί οι Αθηναίοι από τη νεαρή τους κιόλας ηλικία ζούσαν και συμμετείχαν καθημερινά στα πολιτικά δρώμενα της άμεσης δημοκρατίας: συμμετείχαν ενεργά στα κοινά, διατύπωναν πολιτικό λόγο στην Εκκλησία του Δήμου και στην Αγορά, παρακολουθούσαν λόγους επιφανών ρητόρων, γνώριζαν και τηρούσαν τους νόμους, είχαν το δικαίωμα του «ἐκλέγειν» και «ἐκλέγεσθαι».
Όλα αυτά αποτελούσαν έμμεση και άτυπη δια βίου διδασκαλία της πολιτικής αρετής. Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα μπορούμε να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα:
α. Ο Σωκράτης ισχυρίζεται ότι ο Περικλής δεν μπόρεσε να μεταδώσει την πολιτική αρετή που ο ίδιος διέθετε στους γιους του. Από αυτό το σημείο αντιλαμβανόμαστε ότι διαφορετικό περιεχόμενο προσδίδει ο Σωκράτης στον όρο «πολιτική αρετή» και διαφορετικό ο Πρωταγόρας (αυτό θα γίνει επίσης εμφανές στην 7η ενότητα, όπου ο Πρωταγόρας προσπαθεί να αντικρούσει αυτό το επιχείρημα του Σωκράτη). Ειδικότερα, με τον όρο «πολιτική αρετή» ο Σωκράτης εννοεί την τέχνη «τοῦ λέγειν καὶ πράττειν τὰ τῆς πόλεως», ενώ ο Πρωταγόρας εννοεί όλες εκείνες τις αρετές που πρέπει να διαθέτει κάποιος για να λειτουργεί σωστά ως πολίτης. Ο Σωκράτης, λοιπόν, εννοεί την αρετή ως ενιαία ολότητα που είναι σύμφυτη με τη γνώση και όχι άθροισμα επιμέρους αρετών στο οποίο ο καθένας μπορεί να συμμετάσχει όπως νομίζει, και δεν διαχωρίζει την ικανότητα των μεγάλων πολιτικών ηγετών από την πολιτική αρετή των απλών πολιτών. Το γεγονός, όμως, ότι οι γιοι του Περικλή δεν έφτασαν τις ικανότητες του πατέρα τους και δεν έγιναν μεγάλοι πολιτικοί δεν σημαίνει ότι ήταν διεφθαρμένοι και δεν διέθεταν την πολιτική αρετή ως πολίτες.
β. Η αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας εξαρτάται τόσο από τη μεταδοτικότητα του δασκάλου όσο και από τη δεκτικότητα των μαθητών. Το ότι οι γιοι του Περικλή δεν μπόρεσαν να διδαχθούν την πολιτική αρετή, μπορεί να σημαίνει είτε ότι ο Περικλής δεν είχε την ικανότητα να τους μεταδώσει τις αρετές του είτε ότι οι γιοι του ήταν ανεπίδεκτοι μαθήσεως. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν αποδεικνύεται ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται. Βέβαια, μια προσεκτικότερη εξέταση του σωκρατικού επιχειρήματος αναδεικνύει τον παιδαγωγικό προβληματισμό του φιλοσόφου σχετικά με τη σημασία του μαθητή ως ιδιαίτερης και μοναδικής ατομικότητας στη διαδικασία μάθησης και διαμόρφωσής του. Η διδασκαλία δεν μπορεί να αγνοεί την «ἰδίαν φύσιν» του μαθητή, αλλά να την προϋποθέτει λογικά και να την οδηγεί σε μια πορεία γνώσης που γίνεται συγχρόνως πορεία αυτογνωσίας και αυτοϋπέρβασης με σκοπό την κατάκτηση της αρετής και της ευδαιμονίας.
γ. Όλοι γνώριζαν τη διανοητική κατάσταση των γιων του Περικλή. Επομένως, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται.
δ. Τέλος, ούτε η περίπτωση του Κλεινία μπορεί να θεωρηθεί παράδειγμα ικανό να αποδείξει ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται. Ο Κλεινίας αποτελούσε μια ειδική περίπτωση μαθητή, ανεπίδεκτου μαθήσεως. Συνιστά δηλαδή μια μεμονωμένη περίπτωση, μια εξαίρεση στον κανόνα, στην οποία δεν μπορούμε να βασιστούμε για να συνάγουμε γενικά και ασφαλή συμπεράσματα.
Εξετάζοντας συνολικά την επιχειρηματολογία του Σωκράτη οδηγούμαστε στις εξής διαπιστώσεις και συμπεράσματα:
α. Τα επιχειρήματά του είναι εμπειρικά και περιγραφικά. Δίνονται με παραδείγματα και όχι με την αλληλουχία διεισδυτικών σκέψεων, όπως θα ήταν αναμενόμενο από τον Σωκράτη. Επομένως, φαίνεται να ανήκουν στην κατηγορία των επιχειρημάτων που ο Αριστοτέλης ονομάζει «ἐξ εἰκότων», δηλαδή πιθανολογικά.
β. Τα επιχειρήματά του εμπεριέχουν αντιφάσεις: από τη μία ο φιλόσοφος ισχυρίζεται ότι όλοι κατέχουν την πολιτική αρετή, ενώ από την άλλη διαπιστώνεται ότι υπάρχουν και κάποιοι που δεν την έχουν, όπως οι γιοι του Περικλή ή ο Κλεινίας.
Όλες αυτές οι αδυναμίες της επιχειρηματολογίας του Σωκράτη προκαλούν εντύπωση. Όπως, όμως, θα διαπιστώσουμε και στην πορεία του διαλόγου, στην πραγματικότητα εδώ ο φιλόσοφος προσαρμόζει την επιχειρηματολογία του στις απαιτήσεις της περίστασης και προσποιείται ότι υποστηρίζει το μη «διδακτόν» της αρετής, για να προκαλέσει φιλοσοφική αντιπαράθεση με τον Πρωταγόρα, ώστε να εμβαθύνει στην άποψη του συνομιλητή του, να την εξετάσει πολύπλευρα και να ελέγξει τις λογικές αντοχές της επιχειρηματολογίας του. Βέβαιος ότι ο σοφιστής θα αποτύχει στην προσπάθειά του, σκοπεύει να αναπτύξει την πειστική του επιχειρηματολογία στη συνέχεια.

3. Να παρουσιάσετε επιγραμματικά την άποψη του Πρωταγόρα και του Σωκράτη σχετικά με τη διδασκαλία της πολιτικής αρετής.
Απάντηση
Το αντικείμενο της διδασκαλίας του Πρωταγόρα και η βασική του θέση είναι ότι η πολιτική αρετή μπορεί να διδαχθεί. Ο Σωκράτης από την άλλη εκφράζει μια εντελώς αντίθετη άποψη, ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται και ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να τη μεταδώσουν σε άλλους.

4. Ποιο το περιεχόμενο της «εὐβουλίας» σύμφωνα με τον Πρωταγόρα; Ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του τρόπου ζωής των Αθηναίων πολιτών;
Απάντηση
Ο Πρωταγόρας ισχυρίζεται ότι το αντικείμενο της διδασκαλίας του είναι η «εὐβουλία», δηλαδή η σωστή σκέψη και λήψη αποφάσεων για θέματα που αφορούν την ιδιωτική ζωή («τὰ οἰκεῖα») και για θέματα που αφορούν τη δημόσια ζωή.
Με τα πρώτα ο μαθητής θα γίνει ικανότερος στη διευθέτηση και οργάνωση των υποθέσεων του οίκου του. Συγκεκριμένα, «οἶκος» στην αρχαία Ελλάδα δεν σήμαινε μόνο «σπίτι», όπως σήμερα, ούτε δήλωνε μόνο την «οικογένεια» (δηλαδή το σύνολο των μελών μιας ομάδας ανθρώπων που συνδέονται με συγγενικούς δεσμούς). Ο «οἶκος», όπως λέει χαρακτηριστικά ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά του, ήταν η μικρότερη μονάδα, το μικρότερο συστατικό στοιχείο της κοινωνίας˙ φυσικά, ειδικά στις αρχαϊκές κοινωνίες, ο οίκος ήταν συνδεδεμένος και με την κατοχή γης (αυτό δεν ίσχυε πια αναγκαστικά σε κοινωνίες όπως η Αθήνα του 5ου αιώνα, με ανεπτυγμένη εμπορική και βιοτεχνική οικονομία). Το χαρακτηριστικό του οίκου πάντως, στο ιδεολογικό επίπεδο, ήταν ότι είχε μια συνέχεια μέσα στον χρόνο, είχε παρελθόν (τους προγόνους) και μέλλον (τους απογόνους). Γι’ αυτό και ήταν υποχρέωση κάθε ενήλικου άνδρα να σεβαστεί το παρελθόν του οίκου του και να εξασφαλίσει τη συνέχειά του στο μέλλον. Άρα, η κοινωνική στάση και το ήθος κάθε άνδρα είχε συνέπειες όχι μόνο ατομικές, αλλά και ως προς τη συντήρηση και διατήρηση του κύρους του οίκου του. Τα «οἰκεῖα» είναι, επομένως, όλες οι υποθέσεις που σχετίζονταν με την οικονομική και κοινωνική ευμάρεια ενός οίκου και αποτελούσαν ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα του ενήλικου άνδρα. Άλλωστε, μόνο αν κάποιος μάθει να διευθετεί σωστά τις υποθέσεις του οίκου του, θα μπορέσει να διευθετήσει σωστά και τις πολιτικές υποθέσεις, πράγμα που προδίδει τη νοοτροπία των αρχαίων Ελλήνων να λειτουργούν περισσότερο ως μέλη ενός συνόλου παρά ως άτομα.
Γενικά οι δύο συνομιλητές φαίνεται ότι δέχονται σιωπηλά ως κοινή βάση της εξέτασης που επιχειρούν ότι η πόλις δεν ακυρώνει τον οίκο, αλλά τον προϋποθέτει και συγχρόνως τον υπερβαίνει με σχέση εσωτερικής αμοιβαιότητας, όπως ακριβώς το δημόσιο συμφέρον δεν καταργεί το ατομικό, αλλά βρίσκονται σε μια σχέση αλληλοτροφοδότησης.
Με τα θέματα που αφορούν τη δημόσια ζωή ο μαθητής θα γίνει ικανός στο να πράττει και να μιλά για πολιτικά θέματα.
Παρατηρούμε ότι ο Πρωταγόρας σε αυτό το σημείο προτάσσει το ρήμα «πράξει», που αφορά τις πολιτικές αποφάσεις και ενέργειες, ενώ τοποθετεί δεύτερο στη σειρά το ρήμα «μιλήσει», που αφορά τον πολιτικό λόγο που εκφράζεται στην Εκκλησία του Δήμου (πρωθύστερο σχήμα). Η πρόταξη αυτή σκόπιμα επιλέγεται από τον Πρωταγόρα, για να τονιστεί ότι η πολιτική δράση έχει μεγαλύτερη σημασία από τη θεωρία. Μια δεύτερη ερμηνεία της σειράς των ρημάτων «πράξει και μιλήσει» συνδέεται με τον εμπειρισμό του Πρωταγόρα, καθώς υποστηρίζει ότι η εμπειρία/το εμπειρικό δεδομένο κινεί τη νόηση. Με αυτή την οπτική η πράξη (=εμπειρικό δεδομένο) τροφοδοτεί αναγκαία το νοεῖν και τον λόγο του ανθρώπου. Άρα, ο λόγος παράγεται με βάση τα δεδομένα της εμπειρίας και αποτελεί προϊόν της νοητικής επεξεργασίας της.
Από τα παραπάνω προκύπτει και η τεράστια σημασία που είχε για τον αρχαίο Έλληνα η σύζευξη λόγων και έργων. Η στάση αυτή εκδηλώνεται ήδη στα ομηρικά έπη. Συγκεκριμένα, στη ραψωδία Ι της Ιλιάδας, ο γέροντας Φοίνικας καλεί τον Αχιλλέα να γίνει «μύθων ῥητὴρ πρηκτήρ τε ἔργων», να είναι δηλαδή ικανός στα λόγια και στα έργα, καλός ομιλητής και γενναίος πολεμιστής. Έκτοτε, διαμορφώθηκε σταδιακά η άποψη ότι τα μεγάλα λόγια πρέπει να συνοδεύονται από ανάλογες πράξεις, για να έχουν αξία. Ο Θουκυδίδης μάλιστα στον Ἐπιτάφιο θα μιλήσει με έμφαση για την ανάγκη λόγων και έργων ως στοιχείων αποδεικτικών της ανδρείας των ανθρώπων. Άρα, αντιλαμβανόμαστε ότι το αντικείμενο διδασκαλίας του Πρωταγόρα ανταποκρίνεται στην απαίτηση των Αθηναίων για σύζευξη λόγων και έργων.
Εν κατακλείδι ο ολοκληρωμένος πολίτης οφείλει με την πράξη και τον λόγο του να δραστηριοποιείται και στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή.

5. Ποια η σημασία της λέξης «πολιτική αρετή» στο κείμενο;
Απάντηση
Η έννοια της αρετής είχε στην αρχαιότητα ευρύτερη χρήση από τη σημερινή. Σήμαινε την καλύτερη δυνατή κατάσταση στην οποία θα μπορούσε να βρεθεί ένα πράγμα. Εκφράσεις όπως «αρετή οφθαλμού ή ωτός» απέδιδαν την άριστη λειτουργία του σωματικού οργάνου, δηλαδή την άριστη λειτουργία του ματιού ή του αυτιού αντίστοιχα. Επίσης με την έννοια της αρετής αποδιδόταν μια κατάσταση αρτιότητας και ολοκληρωμένης διαμόρφωσης ενός όντος. Για παράδειγμα οι εκφράσεις «αρετή ανθρώπου» και «αρετή ίππου» φανερώνουν ότι τα αναφερόμενα όντα βρίσκονται σε κατάσταση πλήρους ανάπτυξης των γνωρισμάτων τους, που συνιστούν την ουσία τους, και έχει ολοκληρωθεί η διαμόρφωσή τους σε τέλειες υπάρξεις σύμφωνα με το είδος τους. Δεν μπορεί να αποδοθεί σε κάτι η έννοια της αρετής, όταν υπάρχει έλλειψη ή ατέλεια στην πλήρη ανάπτυξη των γνωρισμάτων που το καθιστούν τέλεια ύπαρξη κατά το είδος. Τότε αυτό υποπίπτει στην κατάσταση του «αισχρού», του άσχημου, και του «αχρείου», του άχρηστου.
Η «πολιτική αρετή» είναι η άρτια και πλήρης διαμόρφωση του πολίτη, που μπορεί να ορισθεί ως ο ανθρώπινος τύπος ο οποίος έχει αναπτύξει σύμμετρα και σωστά τις ικανότητες και ιδιότητες που ταιριάζουν στο ελεύθερο και υπεύθυνο πρόσωπο. Η ολιστική σύλληψη του πολιτικού φαινομένου από τους αρχαίους Έλληνες σήμαινε ότι ο σωστός άνθρωπος δεν μπορεί παρά να είναι και ο ολοκληρωμένος πολίτης, αφού ο άνθρωπος ζει πολιτικά, δηλαδή ζει σε οργανωμένη συμβιωτική κοινότητα, της οποίας είναι αναπόσπαστο μέλος και μοιράζεται τη συνυπευθυνότητα για την ύπαρξή της με τους ομοίους του. Η πολιτική αρετή ως ολοκλήρωση των επιμέρους αρετών ήταν προϋπόθεση της πολιτικής πράξης και απαιτούσε καθολική κατάρτιση (στο καθεστώς της άμεσης δημοκρατίας ο πολίτης όφειλε να διατυπώνει προτάσεις στο βουλευτικό σώμα για όλα τα θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος), ηθικές ιδιότητες όπως δικαιοσύνη, παρρησία κ.τ.λ. και υπέρβαση του εγώ μέσω του εγώ με την ικανότητα να εξουσιάζει δίκαια και χρηστά τους άλλους. Συγγενής έννοια είναι η «ανδρός αρετή», δηλαδή η άρτια διαμόρφωση του σωστού ανθρώπου.
Στο κείμενο, που εξετάζουμε, με τον όρο «πολιτική τέχνη» γίνεται η πρώτη πρόσβαση στο θέμα του διαλόγου που είναι το διδακτό της πολιτικής αρετής. Παραλλαγές αυτού του όρου στο κείμενο είναι η πολιτική αρετή, η ανδρός αρετή ή απλώς αρετή. Αφορά την επιτυχή δράση του ατόμου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα η οποία χρειάζεται την κατάλληλη αγωγή που αποβλέπει στη βελτίωση της ανθρώπινης φύσης. Θα μπορούσαμε μόνο να παρατηρήσουμε ότι με τον όρο τέχνη τονίζεται περισσότερο η σημασία της μαθητείας, της αποκτημένης ικανότητας (τέχνη < τίκτω), ενώ με τον όρο αρετή υποβάλλεται περισσότερο η αυθυπαρξία των ικανοτήτων στον άνθρωπο.

6. Παρουσιάστε το πρώτο επιχείρημα του Σωκράτη και αξιολογήστε το.
Απάντηση
Το 1ο επιχείρημα του Σωκράτη εντοπίζεται στο απόσπασμα : «Μάλιστα, ωραία τέχνη … κάτι που διδάσκεται». Έτσι, η αποδεικτέα θέση είναι ότι η πολιτική αρετή δεν είναι κάτι που διδάσκεται.
Το επιχείρημα που τη στηρίζει έχει ως εξής: στην Εκκλησία του Δήμου, όταν οι Αθηναίοι, οι οποίοι είναι σοφοί, συζητούν για θέματα που απαιτούν ιδιαίτερη τεχνογνωσία, θεωρούν σωστό να δέχονται τη γνώμη μόνο των ειδικών. Μάλιστα, αν κάποιος μη ειδικός επιχειρήσει να εκφράσει τη γνώμη του για τα θέματα αυτά, τον αποδοκιμάζουν και τον διώχνουν. Αντίθετα, όταν γίνεται λόγος για θέματα που αφορούν τη διοίκηση της πόλης, δέχονται τη συμβουλή οποιουδήποτε πολίτη ανεξαρτήτως επαγγέλματος, οικονομικής κατάστασης ή καταγωγής, γιατί πιστεύουν πως όλοι έχουν πολιτική αρετή χωρίς να την έχουν διδαχτεί από πουθενά.
Έτσι, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι Αθηναίοι πιστεύουν ότι η πολιτική αρετή δεν είναι κάτι που διδάσκεται.
Το επιχείρημα του Σωκράτη έχει λογική βάση και κρίνεται αρκετά ικανοποιητικό. Ωστόσο, μπορούμε να εντοπίσουμε και κάποια τρωτά σημεία. Συγκεκριμένα:
α. Χαρακτηρίζει όλους τους Αθηναίους σοφούς («Εγώ λοιπόν θεωρώ … οι Αθηναίοι είναι σοφοί»), παρόλο που γνωρίζουμε και από την Ἀπολογία Σωκράτους και από άλλα πλατωνικά έργα την υποτιμητική γνώμη που έτρεφε για αυτούς. Εξάλλου, η άποψη αυτή αποτελεί μάλλον μια υπερβολική και υπεραπλουστευτική γενίκευση που δεν μπορεί να ευσταθεί, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη μας ιστορικά παραδείγματα επιφανών πολιτικών της εποχής, όπως ο Κλέων και ο Αλκιβιάδης, οι οποίοι αποδείχτηκαν διεφθαρμένοι.
β. Ο Σωκράτης θεωρεί ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται, επειδή όλοι οι Αθηναίοι ανεξαρτήτως επαγγέλματος, οικονομικής κατάστασης ή καταγωγής συμμετέχουν ενεργά στα κοινά και εκφράζουν τη γνώμη τους στην Εκκλησία του Δήμου για θέματα που αφορούν την πόλη («Όταν όμως πρέπει ... γενιά σπουδαία»). Στην πραγματικότητα, αναφέρεται στα δικαιώματα της ισηγορίας και της παρρησίας, που αποτελούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την ομαλή και σωστή λειτουργία της άμεσης δημοκρατίας που ίσχυε τότε στην Αθήνα. Το ότι όμως όλοι οι Αθηναίοι πολίτες εξέφραζαν ελεύθερα τη γνώμη τους δεν αποδεικνύει ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται ούτε ότι όλοι τη διέθεταν, καθώς στην Εκκλησία του Δήμου εκφράζονταν και απόψεις που δεν διέπονταν από πολιτική αρετή.
γ. Ο Σωκράτης ισχυρίζεται ότι οι Αθηναίοι δεν έχουν διδαχτεί από πουθενά την πολιτική αρετή («γιατί εσύ … και συμβουλές»). Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει, γιατί οι Αθηναίοι από τη νεαρή τους κιόλας ηλικία ζούσαν και συμμετείχαν καθημερινά στα πολιτικά δρώμενα της άμεσης δημοκρατίας: συμμετείχαν ενεργά στα κοινά, διατύπωναν πολιτικό λόγο στην Εκκλησία του Δήμου και στην Αγορά, παρακολουθούσαν λόγους επιφανών ρητόρων, γνώριζαν και τηρούσαν τους νόμους, είχαν το δικαίωμα του «ἐκλέγειν» και «ἐκλέγεσθαι». Όλα αυτά αποτελούσαν μια έμμεση και άτυπη δια βίου διδασκαλία της πολιτικής αρετής.
Όλες αυτές οι αδυναμίες της επιχειρηματολογίας του Σωκράτη προκαλούν εντύπωση. Όπως, όμως, θα διαπιστώσουμε και στην πορεία του διαλόγου, στην πραγματικότητα εδώ ο φιλόσοφος προσαρμόζει την επιχειρηματολογία του στις απαιτήσεις της περίστασης και προσποιείται ότι υποστηρίζει το μη «διδακτόν» της αρετής, για να προκαλέσει φιλοσοφική αντιπαράθεση με τον Πρωταγόρα, ώστε να εμβαθύνει στην άποψη του συνομιλητή του, να την εξετάσει πολύπλευρα και να ελέγξει τις λογικές αντοχές της επιχειρηματολογίας του. Βέβαιος ότι ο σοφιστής θα αποτύχει στην προσπάθειά του, σκοπεύει να αναπτύξει την πειστική του επιχειρηματολογία στη συνέχεια.

7. Παρουσιάστε το δεύτερο επιχείρημα του Σωκράτη και αξιολογήστε το.
Απάντηση
Το 2ο επιχείρημα του Σωκράτη εντοπίζεται στο απόσπασμα: «Αυτή τη στάση φυσικά ... δεν θεωρώ πως η αρετή είναι διδακτή». Η αποδεικτέα θέση είναι, λοιπόν, ότι οι πιο σοφοί και άριστοι των πολιτών μας δεν μπορούν να μεταβιβάσουν αυτή την αρετή (την πολιτική αρετή) που έχουν οι ίδιοι σε άλλους.
Για να στηρίξει την παραπάνω θέση, ο Σωκράτης χρησιμοποιεί δύο εμπειρικά παραδείγματα ως επιχειρήματα: - ο Περικλής δεν μπόρεσε να μεταδώσει την αρετή που ο ίδιος κατείχε στους γιους του, - ο Αρίφρονας δεν μπόρεσε να μεταδώσει την πολιτική αρετή στον Κλεινία.
Έτσι, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αρετή δεν είναι διδακτή.
Όσον αφορά την κριτική του δεύτερου επιχειρήματος μπορούμε να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα:
α. Ο Σωκράτης ισχυρίζεται ότι ο Περικλής δεν μπόρεσε να μεταδώσει την πολιτική αρετή που ο ίδιος διέθετε στους γιους του («Κι αυτοί … από μόνοι τους την αρετή»). Από αυτό το σημείο αντιλαμβανόμαστε ότι διαφορετικό περιεχόμενο προσδίδει ο Σωκράτης στον όρο «πολιτική αρετή» και διαφορετικό ο Πρωταγόρας (αυτό θα γίνει επίσης εμφανές στην 7η ενότητα, όπου ο Πρωταγόρας προσπαθεί να αντικρούσει αυτό το επιχείρημα του Σωκράτη). Ειδικότερα, με τον όρο «πολιτική αρετή» ο Σωκράτης εννοεί την τέχνη «τοῦ λέγειν καὶ πράττειν τὰ τῆς πόλεως», ενώ ο Πρωταγόρας εννοεί όλες εκείνες τις αρετές που πρέπει να διαθέτει κάποιος για να λειτουργεί αποτελεσματικά ως πολίτης. Ο Σωκράτης, λοιπόν, εννοεί την αρετή ως ενιαία ολότητα που είναι σύμφυτη με τη γνώση και όχι άθροισμα επιμέρους αρετών, στο οποίο ο καθένας μπορεί να συμμετάσχει όπως νομίζει, και δεν διαχωρίζει την ικανότητα των μεγάλων πολιτικών ηγετών από την πολιτική αρετή των απλών πολιτών. Το γεγονός, όμως, ότι οι γιοι του Περικλή δεν έφτασαν τις ικανότητες του πατέρα τους και δεν έγιναν μεγάλοι πολιτικοί δεν σημαίνει ότι ήταν διεφθαρμένοι και δεν διέθεταν την πολιτική αρετή ως πολίτες.
β. («Ο Περικλής ... να τους εκπαιδεύσουν»): Η αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας εξαρτάται τόσο από τη μεταδοτικότητα του δασκάλου όσο και από τη δεκτικότητα των μαθητών. Το ότι οι γιοι του Περικλή δεν μπόρεσαν να διδαχθούν την πολιτική αρετή, μπορεί να σημαίνει είτε ότι ο Περικλής δεν είχε την ικανότητα να τους μεταδώσει τις αρετές του είτε ότι οι γιοι του ήταν ανεπίδεκτοι μαθήσεως. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν αποδεικνύεται ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται. Βέβαια, μια προσεκτικότερη εξέταση του σωκρατικού επιχειρήματος αναδεικνύει τον παιδαγωγικό προβληματισμό του φιλοσόφου σχετικά με τη σημασία του μαθητή ως ιδιαίτερης και μοναδικής ατομικότητας στη διαδικασία μάθησης και διαμόρφωσής του. Η διδασκαλία δεν μπορεί να αγνοεί την «ἰδίαν φύσιν» του μαθητή, αλλά να την προϋποθέτει λογικά και να την οδηγεί σε μια πορεία γνώσης που γίνεται συγχρόνως πορεία αυτογνωσίας και αυτοϋπέρβασης με σκοπό την κατάκτηση της αρετής και της ευδαιμονίας.
γ. Όλοι γνώριζαν τη διανοητική κατάσταση των γιων του Περικλή. Επομένως, δεν μπορεί να αποδειχθεί το ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται.
δ. Τέλος, ούτε η περίπτωση του Κλεινία («Κι αν θέλεις ... τι να κάνει μαζί του») μπορεί να θεωρηθεί παράδειγμα ικανό να αποδείξει ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται. Ο Κλεινίας αποτελούσε μια ειδική περίπτωση μαθητή, ανεπίδεκτου μαθήσεως. Συνιστά δηλαδή μια μεμονωμένη περίπτωση, μια εξαίρεση στον κανόνα, στην οποία δεν μπορούμε να βασιστούμε για να εξαγάγουμε γενικά και ασφαλή συμπεράσματα.
Όλες αυτές οι αδυναμίες της επιχειρηματολογίας του Σωκράτη προκαλούν εντύπωση. Όπως, όμως, θα διαπιστώσουμε και στην πορεία του διαλόγου, στην πραγματικότητα εδώ ο φιλόσοφος προσαρμόζει την επιχειρηματολογία του στις απαιτήσεις της περίστασης και προσποιείται ότι υποστηρίζει το μη «διδακτόν» της αρετής, για να προκαλέσει φιλοσοφική αντιπαράθεση με τον Πρωταγόρα, ώστε να εμβαθύνει στην άποψη του συνομιλητή του, να την εξετάσει πολύπλευρα και να ελέγξει τις λογικές αντοχές της επιχειρηματολογίας του. Βέβαιος ότι ο σοφιστής θα αποτύχει στην προσπάθειά του, σκοπεύει να αναπτύξει την πειστική του επιχειρηματολογία στη συνέχεια.

8. α) Τι ονομάζουμε «σωκρατική ειρωνεία» και σε ποια σημεία του κειμένου μπορούμε να την εντοπίσουμε; β) Λαμβάνοντας υπόψη την ειρωνεία που είναι εμφανής στο κείμενο, αλλά και το γενικότερο ύφος του φιλοσόφου, τι συμπεράσματα μπορούμε να συναγάγουμε για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τον Πρωταγόρα;
Απάντηση
«Σωκρατική ειρωνεία» ονομάζεται η προσποιητή άγνοια που επεδείκνυε ο Σωκράτης στις συζητήσεις του. Προσποιούνταν δηλαδή αρχικά ότι δήθεν δεν γνωρίζει τίποτα, αλλά ότι ενδιαφέρεται να τον διδάξουν οι άλλοι το όσιο και το ανόσιο, το καλό και το άσχημο, το θάρρος και τη δειλία κ.τ.λ. Δεν υποσχόταν ότι διδάσκει κάτι συγκεκριμένο, γιατί πίστευε ότι ο καθένας μπορεί μόνος του να βρει την αλήθεια, αν μάθει να χρησιμοποιεί τον νου του. Συνεπώς, δεν προσέφερε έτοιμες γνώσεις, αλλά με ερωτήσεις προσπαθούσε να οδηγήσει τον συνομιλητή του αρχικά στη συνειδητοποίηση της πλάνης και της πνευματικής του κατωτερότητας και στη συνέχεια σε γνώσεις που είχε ήδη μέσα του.
Η μέθοδος αυτή μπορεί να εντοπιστεί στο κείμενό μας στα εξής σημεία:
- «Μάλιστα, ωραία τέχνη κατέχεις λοιπόν, αν βέβαια την κατέχεις πραγματικά»: σε αυτό το σημείο χρησιμοποιείται η ειρωνεία ως σχήμα λόγου˙ είναι η προσποιητή, δηλαδή, χρησιμοποίηση λέξεων ή φράσεων που έχουν νόημα αντίθετο από εκείνο που έχει στον νου του αυτός που μιλάει.
- «... ωραία τέχνη»: ο Σωκράτης χρησιμοποιεί σκόπιμα τη λέξη «τέχνη», η οποία είναι αμφίσημη. Μπορεί να σημαίνει επινόηση, τέχνη, αλλά και πανουργία, απάτη. Έτσι, υποδηλώνεται ειρωνική διάθεση και ο ακροατής προβληματίζεται για το ποιο μπορεί να είναι το περιεχόμενό της.
- «... ωραία τέχνη κατέχεις», «Αφού όμως το λες εσύ ...», «... έχεις μεγάλη πείρα σε πολλά ζητήματα»: στις φράσεις αυτές η ειρωνεία καλύπτεται πίσω από φαινομενικές φιλοφρονήσεις προς το πρόσωπο του Πρωταγόρα.
- «... αν βέβαια την κατέχεις πραγματικά»: η ειρωνεία εκφράζεται εδώ μέσω της αμφισβήτησης για την ειδικότητα που ισχυρίζεται ότι κατέχει ο συνομιλητής του.
Μελετώντας, βέβαια, συνολικά τη στάση του Σωκράτη απέναντι στον σοφιστή Πρωταγόρα παρατηρούμε ότι ο φιλόσοφος δεν διατυπώνει τις θέσεις του δογματικά, αλλά εκφράζεται με ευγένεια και μετριοφροσύνη («δεν θεωρούσα …», «νομίζω πως …»). Παράλληλα, δείχνει να σέβεται την άποψη του συνομιλητή του και να αναγνωρίζει το κύρος του («δεν μπορώ να το αμφισβητήσω», «κάμπτομαι και πιστεύω … μόνος σου»). Συνεπώς, η λεπτή ειρωνεία που επισημάναμε στο ύφος του φιλοσόφου δεν έχει ως στόχο να προσβάλει και να υπονομεύσει το κύρος και την αξία του Πρωταγόρα, αλλά απλώς να τον προκαλέσει και να τον αναγκάσει να αναπτύξει διεξοδικά τις θέσεις του.

9. Τι γνωρίζετε για την επαγωγική μέθοδο και πού εντοπίζεται στην ενότητα αυτή;
Απάντηση
Επαγωγική μέθοδος ή αλλιώς «ἐπακτικοὶ λόγοι» είναι η μέθοδος που ακολουθούσε ο Σωκράτης για την αναζήτηση της απόλυτης ουσίας των ηθικών εννοιών, με σκοπό την εξαγωγή καθολικών ορισμών («τὸ ὁρίζεσθαι καθόλου») και συμπερασμάτων, που να ξεπερνούν την εμπειρία και να φτάνουν σε μια απόλυτη γνώση για την αλήθεια του καλού και του κακού, της αδικίας και του δικαίου, της ομορφιάς και της ασχήμιας, της σωφροσύνης και της άνοιας, του θάρρους και της δειλίας, της ορθής διακυβέρνησης και της δεσποτείας. Για να πετύχει τον στόχο αυτό αντλούσε παραδείγματα από την καθημερινή ζωή και την εμπειρία.
Το ίδιο παρατηρούμε ότι συμβαίνει και στην παρούσα ενότητα: προκειμένου ο Σωκράτης να αποδείξει το μη «διδακτόν» της πολιτικής αρετής, χρησιμοποιεί παραδείγματα από την πολιτική πρακτική και την καθημερινή ζωή, όπως το ποιος παίρνει τον λόγο στην Εκκλησία του Δήμου ανάλογα με το θέμα που συζητείται, το αν ο Περικλής κατάφερε να διδάξει την πολιτική αρετή στους γιους του και ο Αρίφρονας στον Κλεινία.

10. Σχολιάστε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε η δημοκρατία στην αρχαία Αθήνα. Ήταν σε θέση να καλλιεργήσει την κριτική ικανότητα του Αθηναίου πολίτη; Συγκρίνετέ τη με τη δημοκρατία που εφαρμόζεται στις μέρες μας.
Απάντηση
Η δημοκρατία στην αρχαία Αθήνα ήταν άμεση. Αυτό σημαίνει ότι όλοι οι Αθηναίοι πολίτες από τη νεαρή τους κιόλας ηλικία ζούσαν και συμμετείχαν καθημερινά στα πολιτικά δρώμενα της άμεσης δημοκρατίας, συμμετείχαν ενεργά στα κοινά, διατύπωναν πολιτικό λόγο στην Εκκλησία του Δήμου και στην Αγορά (δικαιώματα της ισηγορίας και της παρρησίας, που αποτελούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την ομαλή και σωστή λειτουργία της άμεσης δημοκρατίας), παρακολουθούσαν λόγους επιφανών ρητόρων, γνώριζαν και τηρούσαν τους νόμους, είχαν το δικαίωμα του «ἐκλέγειν» και «ἐκλέγεσθαι». Όλα αυτά καλλιεργούσαν την κριτική τους ικανότητα και προωθούσαν την πρόοδο και την ευημερία της κοινωνίας.
Αντιθέτως, στις μέρες μας εφαρμόζεται έμμεση μορφή δημοκρατίας. Λόγω της μεγάλης πληθυσμιακής αύξησης οι πολίτες αντιπροσωπεύονται στο Κοινοβούλιο από τους βουλευτές που οι ίδιοι εκλέγουν. Επομένως, εκ των πραγμάτων, δεν είναι δυνατόν να συμμετέχει κάθε πολίτης ξεχωριστά στα πολιτικά δρώμενα και στη λήψη αποφάσεων. Έχει, ωστόσο, τη δυνατότητα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης, απεργιών, διαδηλώσεων και συνδικαλιστικών οργανώσεων. Βέβαια, σήμερα παρατηρείται έντονα το φαινόμενο της αποχής των πολιτών από την πολιτική ζωή και της παθητικοποίησής τους, κάτι που στην αρχαία Αθήνα ήταν αδιανόητο.

11. Ποιες αρχές της δημοκρατικής λειτουργίας της αθηναϊκής πολιτείας επιβεβαιώνονται από το κείμενο; Να τις εντοπίσετε και να τις εξηγήσετε με συντομία.
Απάντηση:
Οι όροι «εὐβουλία», «πολιτική αρετή», «Εκκλησία του Δήμου», «πρυτάνεις», «τοξότες», όπως και οι φράσεις «να πράξει και να μιλήσει για τα πολιτικά θέματα», «σηκώνεται και δίνει ... γενιά σπουδαία» παραπέμπουν σε βασικές αρχές της δημοκρατίας, οι οποίες ευνοούν την ενεργό συμμετοχή όλων των πολιτών στα κοινά. Τέτοιες είναι οι αρχές της ισηγορίας, της ισότητας δηλαδή στο δικαίωμα του λόγου, της παρρησίας, της ελευθερίας δηλαδή έκφρασης, η παρακολούθηση λόγων επιφανών ρητόρων, η τήρηση των νόμων, το δικαίωμα του «ἐκλέγειν» και «ἐκλέγεσθαι».

12. Να διαγράψετε το ήθος των δύο συνομιλητών.
Απάντηση
Η ζωντάνια και η παραστατικότητα που διέπουν τον διάλογο μεταξύ του Πρωταγόρα και του Σωκράτη μας δίνουν τη δυνατότητα να διαγράψουμε με ενάργεια το ήθος τους.
Έτσι, παρατηρούμε ότι ο Πρωταγόρας εμφανίζεται γεμάτος αυτοπεποίθηση και σιγουριά ότι μπορεί να διδάξει την «εὐβουλία». Η αυτοπεποίθησή του κορυφώνεται μετά την εσκεμμένη αμφισβήτηση των δυνατοτήτων του από τον Σωκράτη. Διαφοροποιείται από τους άλλους σοφιστές και υπερτονίζει το «εγώ» του. Η αυτεπίγνωση της αξίας του στους πνευματικούς κύκλους της Αθήνας τον οδηγεί σε αυτοπροβολή και τάση επίδειξης. Άλλωστε, είναι ένας καταξιωμένος και φημισμένος δάσκαλος, που έχει βιώσει τον σεβασμό των συγχρόνων του και το κύρος του είναι αδιαμφισβήτητο.
Όλα τα παραπάνω αποκαλύπτονται από τα εξής χωρία: «Το μάθημα [το οποίο] διδάσκω ...», «Αυτό ακριβώς, Σωκράτη, είναι το μάθημα που ισχυρίζομαι πως διδάσκω», «Εγώ νομίζω πως είναι πιο χαριτωμένο να σας πω έναν μύθο».
Με τη σειρά του, ο Σωκράτης είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί με ευγένεια, σεβασμό και λεπτότητα να διαφωνήσει με τον συνομιλητή του. Χρησιμοποιεί λεπτή «ειρωνεία», χωρίς όμως να γίνεται προσβλητικός. Διακρίνεται για τη λογική και συγκροτημένη σκέψη του στην προσπάθειά του να ανακαλύψει την αλήθεια στην οποία είναι προσηλωμένος. Τέλος, δείχνει να αντιμετωπίζει με ηρεμία τις αντίθετες απόψεις και να μην παραφέρεται. Δηλωτικές των παραπάνω γνωρισμάτων του είναι οι φράσεις: «Άραγε παρακολουθώ σωστά τα λεγόμενά σου;», «Αφού όμως το λες εσύ, εγώ δεν μπορώ να το αμφισβητήσω.», «Αλλά το σωστό εκ μέρους μου είναι να πω για ποιο λόγο νομίζω πως ...», «Εγώ λοιπόν, Πρωταγόρα, ... και κάνε το».

Ενότητα 2
1. Στον μύθο του Πρωταγόρα, ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως το πιο αδύναμο και λιγότερο προικισμένο βιολογικά ον. Συζητήστε αυτή την παρουσίαση και αναζητήστε τα χαρακτηριστικά εκείνα του ανθρώπου που του επέτρεψαν να επιβιώσει, να διαφοροποιηθεί από τα άλλα θηλαστικά και να αναπτύξει πολιτισμό.
Απάντηση
Στο επιμηθεϊκό στάδιο του μύθου ο άνθρωπος παρουσιάζεται αδιαφοροποίητα ως ένα θνητό πλάσμα ανάμεσα στα άλλα. Ο Επιμηθέας εξάντλησε τα εφόδια με την υποδειγματική κατανομή τους σε όλα τα άλλα ζώα, αλλά όχι στον άνθρωπο. Η απρονοησία του έκανε τον άνθρωπο να βρίσκεται μόνος στον κόσμο και στο έλεος φυσικών και ζωικών δυνάμεων, ανίσχυρος και αβοήθητος, ατελής, ανεπαρκής και χωρίς βιολογική θωράκιση. Η επιβίωση του ανθρώπου λοιπόν δεν οφείλεται σε κάποιο δυναμικό συνδυασμό ενστίκτων και ορμεμφύτων, αλλά στην ευρηματικότητά του που αποτελεί την ανθρώπινη απάντηση στη φυσική αδυναμία. Ο άνθρωπος αναπτύσσει νοημοσύνη κινούμενος από τη φυσική ανάγκη και πορεύεται ανοδικά από την τυραννία των βιολογικών εξαρτήσεων προς την ελευθερία που υπόσχεται η νοήμων ύπαρξη. Έτσι η μικρόνοια του Επιμηθέα οδηγεί στην οξύνοια του Προμηθέα, η οποία εκδηλώνεται ως επινόηση, πρόνοια, κατασκευαστική ικανότητα, φαντασία και δημιουργικότητα και ειδικότερα ως εργασία, πρακτικό πρόγραμμα ζωής, τεχνογνωσία και τεχνικά επιτεύγματα, με τα οποία επιχειρεί να αντισταθμίσει την φυσική/βιολογική υπεροχή των άλλων ζωικών οργανισμών.
Ειδικότερα στο πλαίσιο του μύθου, με τις ενέργειες του Προμηθέα o άνθρωπος απέκτησε δύο πολύ σημαντικά εφόδια, τη φωτιά και τις τεχνικές γνώσεις που τον διαφοροποιούν ως έλλογο είδος από τα άλλα άλογα είδη. Χάρη σε αυτά «τα δώρα» μπόρεσε να δημιουργήσει πολλά από τα εφόδια που είχαν δοθεί στα άλλα ζώα, όπως υπόδηση, στρωσίδια, στέγη, τροφή, όπλα, (στοιχεία υλικοτεχνικού πολιτισμού) κι έτσι, να καλύψει τις βιολογικές του ανάγκες, να κυριαρχήσει πάνω στη φύση και να συνεχίσει με κατακτήσεις συνθετότερες και ποιοτικά ανώτερες, όπως γλώσσα, θρησκεία κ.τ.λ. Επιπλέον, όπως θα διδαχτούμε στην 4η ενότητα, ο Δίας χάρισε στον άνθρωπο την «αἰδῶ» και τη «δίκη», χάρη στις οποίες απέκτησε τις αρετές της δικαιοσύνης, του σεβασμού, της σωφροσύνης, της ευσέβειας, που τον οδήγησαν στην πολιτική οργάνωση (στοιχεία ηθικοπνευματικού πολιτισμού). Όλα αυτά, λοιπόν, τα εφόδια έκαναν τον άνθρωπο ένα ξεχωριστό και ανώτερο από τα άλλα ζώα ον.

2. Διαβάστε το απόσπασμα της Θεογονίας του Ησιόδου για τον Προμηθέα. Συγκρίνετε τις αφηγήσεις του Ησιόδου και του Πρωταγόρα.
Απάντηση
Και ο Πρωταγόρας και πριν από αυτόν ο Ησίοδος στη Θεογονία του κάνουν λόγο για τον Προμηθέα, για τη σχέση του με το Δία και για την κλοπή της φωτιάς. Και τα δύο κείμενα προβάλλουν τον Πρωταγόρα στην αντίθεσή του με τον Δία και την κλοπή της φωτιάς ως έμπρακτη εκδήλωση αυτής της αντίθεσης. Αναμφισβήτητα τα κείμενα συγκλίνουν στην παρουσίαση του Προμηθέα ως πρωτεργάτη του ανθρώπινου πολιτισμού με την κλοπή της φωτιάς από τον Δία. Ωστόσο παρά τον κοινό πυρήνα τους, τα δύο κείμενα παρουσιάζουν και σαφείς διαφορές:
α. Ο Πρωταγόρας αναφέρεται στην εξελικτική πορεία των θνητών όντων (ζώων και ανθρώπου) από τη βιολογική τους συγκρότηση ως τη μοναχική, ανοδική πορεία του ανθρώπου προς τον πολιτισμό. Σε αυτή την πορεία ο Προμηθέας είναι ο οδηγός προς το φως του λόγου και γίνεται το σύμβολο του πάσχοντος θεού για χάρη του ανθρώπου και της δημιουργικής παρουσίας του στον κόσμο. Αυτή η διάσταση της προμηθεϊκής παρουσίας και δράσης δεν δίνεται στο έργο του Ησιόδου ο οποίος παρουσιάζει την εξέλιξη ως απόκλιση από την τάξη του Δία και ως κατιούσα πορεία από ανώτερες μορφές ζωής προς κατώτερες.
β. Διαφορετική διαχείριση εντοπίζουμε επίσης και στο ζήτημα των σχέσεων του Προμηθέα με τον Δία. Ο Ησίοδος εστιάζει στην αντίθεση ανάμεσα στον Δία και τον Προμηθέα, ως αντίθεση τάξης και ανυπακοής. Παρουσιάζει τον Δία ως σκληρό τιμωρό του Προμηθέα και εχθρικό απέναντι στο ανθρώπινο γένος. Αντίθετα, ο Πρωταγόρας, αν και παρουσιάζει την φιλάνθρωπη πράξη του Προμηθέα ως ανυπακοή στον Δία και στην εξουσία, δεν σχολιάζει περαιτέρω την αντίδραση του Δία, αλλά αναφέρει απλώς ότι ο Προμηθέας δικάστηκε για τη φιλάνθρωπη πράξη του δίχως άλλες λεπτομέρειες, αφού άλλωστε δεν είναι αυτό το θέμα του. Στη συνέχεια ο Πρωταγόρας παρουσιάζει τον Δία ως ευεργέτη του ανθρώπου, καθώς του χαρίζει δύο πολύ σημαντικά εφόδια για την εξέλιξή του, την αιδώ και τη δίκη (ενότητα 4η).
γ. Ο Πρωταγόρας αναφέρει την κλοπή της φωτιάς ως ύψιστη πράξη φιλανθρωπίας του Προμηθέα και συγχρόνως ως στάδιο της επίπονης πορείας του ανθρώπου από τα δεσμά της βιολογικής ανάγκης στην αυτονομία του νοήμονος όντος. Παρουσιάζει, επομένως, στον μύθο με τρόπο ανθρωποκεντρικό τον Προμηθέα να ευεργετεί και να προστατεύει τον άνθρωπο, αφού με τα «δώρα» του ο άνθρωπος απαντά στην άτεγκτη φυσική ανάγκη με την ευρηματικότητά του και τον λόγο, δηλαδή με την οργάνωση πολιτισμού. Αντίθετα, ο Ησίοδος παρουσιάζει την κλοπή της φωτιάς ως μια ενέργεια αμφισβήτησης και υπονόμευσης της εξουσίας του Δία και παραβλέπει τον σκοπό για τον οποίο διαπράχθηκε. Έτσι, ο Προμηθέας του Ησιόδου ηθογραφείται ως κλέφτης και αλαζόνας απέναντι στον Δία, αφού φαίνεται να ανταγωνίζεται την ευστροφία του και να υπονομεύει τη θεϊκή τάξη και εξουσία. Συνεπώς ο αφηγητής βλέπει τα πράγματα από τη σκοπιά των θεών και προσδίδει στον μύθο χαρακτήρα θεοκεντρικό, αφού κυρίως στους θεούς αναφέρεται και μόνο ευκαιριακά στον άνθρωπο.
Βέβαια τα δύο κείμενα διαφέρουν και σε άλλα επιμέρους σημεία της μυθοπλασίας, καθώς είναι διαφορετικός ο σκοπός αναφοράς του μύθου του Προμηθέα σε κάθε περίπτωση και γίνεται σε διαφορετικό πλαίσιο συμφραζομένων και με διαφορετικό ιδεολογικό προσανατολισμό. Επίσης είναι κείμενα διαφορετικών εποχών, του Ησιόδου ανήκει στον 8ο π. Χ. και του Πρωταγόρα στον 5ο π. Χ. αι., και είναι λογικό η παρουσίαση του προμηθεϊκού μύθου να επηρεάζεται από το ιστορικό, ιδεολογικό και πολιτισμικό πλαίσιο της εποχής των συγγραφέων.

3. «Ἦν γάρ ποτε χρόνος»: Ποια η λειτουργία της φράσης στη δομή του λόγου;
Απάντηση
Ο Πρωταγόρας αρχίζει τον μύθο, που πιθανότατα είναι δικό του δημιούργημα (μάλλον περιλαμβανόταν στο έργο του Περὶ τῆς ἐν ἀρχῇ καταστάσεως, που δεν έχει διασωθεί), προσδιορίζοντας αόριστα τον χρόνο στον οποίο θα λάβουν χώρα τα γεγονότα που θα αφηγηθεί. Η φράση «ἦν γάρ ποτε χρόνος» συνάδει με το λαϊκότροπο ύφος όλου του μύθου. Αποτελεί τυπική αρχή παραμυθιού και μέρος του σκηνικού, μια εξωτερική δηλαδή διακόσμηση που περιβάλλει την τελεολογική εξήγηση του Πρωταγόρα για τη δημιουργία του ζωικού βασιλείου και του ανθρώπου. Προβάλλει την έννοια του χρόνου ως κυρίαρχου φυσικού μεγέθους στο οποίο εγγράφεται η ύπαρξη των θεών και των θνητών όντων.
Έτσι λοιπόν, με τη λέξη «χρόνος» ο σοφιστής εννοεί την αρχή του χρόνου, την αρχή της δημιουργίας, το σημείο εκείνο που ακολουθεί τη θεογονία, δηλαδή τη γένεση των θεών. Είναι χαρακτηριστικό πως στην αρχαιοελληνική μυθολογική σκέψη υπάρχει μόνο θεογονία, και όχι κοσμογονία, όπως σε άλλες μυθολογίες ή στην εβραιοχριστιανική Γένεση. Αντίθετα από τον Ησίοδο, ο οποίος στη Θεογονία του αναφέρει, μετά τη δημιουργία των θεών, την ύπαρξη των ανθρώπων χωρίς να εξηγεί πώς πλάστηκαν και από ποιον (θεοκεντρική προσέγγιση), ο Πρωταγόρας μεταφέρει το κέντρο του ενδιαφέροντος στον άνθρωπο (ανθρωποκεντρική προσέγγιση). Στον μύθο του παρακολουθούμε τη διαδικασία με την οποία τα μεν ζώα «διαμορφώθηκαν», απέκτησαν δηλαδή το καθένα τις δικές του ιδιότητες, ο δε άνθρωπος απέκτησε τα χαρακτηριστικά εκείνα, τις αρετές, που συνιστούν τελικά την ανθρώπινη ουσία του.
Θεωρείται σημαντική η προσφορά του πρωταγόρειου μύθου, γιατί σε αντίθεση με τις παραπάνω κοσμολογικές εκδοχές (Θεογονία του Ησιόδου κ.τ.λ.) εκφράζει αισιόδοξη ενατένιση της εξέλιξης του ανθρώπινου πολιτισμού. Συνιστά μήνυμα εμπιστοσύνης στην προοδευτική πορεία του ανθρώπινου γένους, το οποίο ξεκινώντας από ατελέστερες μορφές βίου κατέκτησε και κατακτά υψηλότερες βαθμίδες, αξιόλογα πολιτιστικά επιτεύγματα, σε μια προοπτική ανανεούμενων δυνατοτήτων για νέες κατακτήσεις.

4. Να εντοπίσετε το σημείο του κειμένου που αναφέρεται στην αντίληψη του αυτοχθονισμού και να εξηγήσετε τη σχέση της με την ανθρωπολογική θεωρία του πρωταγόρειου μύθου.
Απάντηση
Η φράση αυτή υποδηλώνει την αρχέγονη αντίληψη της μητέρας-γης, μέσα στα σπλάχνα της οποίας δημιουργήθηκαν όλα τα έμβια όντα. Πρέπει να επισημανθεί ότι στη φράση αυτή η λέξη «γη» σημαίνει το σώμα, τη γήινη σφαίρα, ενώ στη φράση «ἐκ γῆς καὶ πυρὸς» σημαίνει την ύλη, το χώμα. Στον μητρικό κόλπο της γης (γη παμμήτωρ, μήτηρ πάντων) αποδίδεται η δημιουργία όλων των οργανισμών, ζώων και φυτών, και από αυτόν αναδίδονται τα είδη των ζώων και φυτών.
Επιπλέον, από την ίδια φράση διαφαίνεται η αντίληψη του αυτοχθονισμού, της πεποίθησης δηλαδή κάποιων φυλών ότι ξεφύτρωσαν από τη γη στην οποία στη συνέχεια έζησαν και οι ίδιοι και οι απόγονοί τους κάνοντάς την πατρίδα τους. Η πεποίθηση αυτή τους έδινε ένα αίσθημα περηφάνιας, προνομιακής σχέσης με την πατρίδα και ευγενικής καταγωγής (πχ. ο μύθος του Κάδμου). Η ιδέα της αυτοχθονίας αναφέρεται και από το Θουκυδίδη στον Επιτάφιο του Περικλή, παρουσιάζοντας τους Αθηναίους να νιώθουν περήφανοι για την αυτοχθονία τους. Έτσι, ενισχύεται η θεωρία του Πρωταγόρα για τη δημιουργία των πλασμάτων κάτω από τη γη.

5. «ἐκ γῆς καὶ πυρὸς … κεράννυται»: από ποια συστατικά δημιούργησαν οι θεοί, κατά τον Πρωταγόρα, τα έμβια όντα; Ποιες κοσμολογικές θεωρίες φαίνεται να ακολουθεί ο σοφιστής;
Απάντηση
Σύμφωνα με τον Πρωταγόρα, οι θεοί δημιούργησαν τα θνητά όντα από δύο βασικά στοιχεία, το χώμα και τη φωτιά. Η άποψη αυτή φαίνεται να ακολουθεί την κοσμογονική θεωρία του Παρμενίδη. Στη συνέχεια, όμως, με τη φράση «τῶν ὅσα πυρὶ καὶ γῇ κεράννυται» η άποψή του εμπλουτίζεται και από τη θεωρία του Εμπεδοκλή, σύμφωνα με τον οποίο τα έμβια όντα προήλθαν από τη σύνθεση της φωτιάς, του χώματος, του νερού και του αέρα. Τα δύο τελευταία στοιχεία, το νερό και ο αέρας, δεν κατονομάζονται από τον σοφιστή.

6. Με ποιους τρόπους ο Επιμηθέας προσπάθησε να εξισορροπήσει τις δυνάμεις των έμβιων όντων και να εξασφαλίσει την επιβίωση και τη διαιώνιση του είδους τους; Σε ποιον τομέα πέτυχε και σε ποιον δεν ήταν προνοητικός;
Απάντηση
Όσον αφορά στα ζώα η μοιρασιά που έκανε ο Επιμηθέας ήταν σοφή, αφού πέτυχε την αντισταθμιστική και ισόρροπη κατανομή εφοδίων για τη διαιώνιση όλων των ειδών. Ειδικότερα, το έργο του μπορεί να χωριστεί στις εξής φάσεις: αρχικά, για να προφυλάξει τα ζώα από τα άλλα ζώα, έδωσε:
- σε άλλα σωματική δύναμη,
- σε άλλα, που ήταν αδύναμα, ταχύτητα, σε άλλα όπλα, όπως νύχια, δόντια, κέρατα, οπλές,
- σε άλλα μικρό σώμα, και ως όπλα για να αντιμετωπίζουν τους κινδύνους, φτερά ή υπόγεια κατοικία,
- σε άλλα μεγάλο σώμα, και ως όπλο για να αντιμετωπίζουν τους κινδύνους, το ίδιο το μέγεθός τους.
Στη συνέχεια, για να προφυλάξει τα ζώα από την εναλλαγή των εποχών και τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, που προέρχονται από τον Δία, έδωσε:
- σε άλλα πλούσιο τρίχωμα,
- σε άλλα χοντρό δέρμα,
- σε άλλα χοντρό δέρμα και χωρίς αίμα (πχ. φολίδες, λέπια).
Έπειτα, φρόντισε να δώσει διαφορετικά είδη τροφής σε κάθε είδος ζώου, για να μην εξαντληθούν συγκεκριμένα είδη διατροφής. Έτσι, έδωσε τη δυνατότητα:
- στα φυτοφάγα ζώα να τρώνε χόρτα, καρπούς δέντρων ή ρίζες
- στα σαρκοφάγα ζώα να τρώνε τις σάρκες άλλων ζώων.
Τέλος, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ισορροπία στη φύση και η διαιώνιση όλων των ειδών, έδωσε:
- ολιγογονία, δηλαδή μικρή γονιμότητα, στα σαρκοφάγα ζώα και
- πολυγονία, δηλαδή μεγάλη γονιμότητα, σε όσα γίνονται βορά άλλων ζώων.
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι στη φύση ισχύει ο νόμος της αναπλήρωσης, σύμφωνα με τον οποίο μια αδυναμία αναπληρώνεται από μια ικανότητα. Έτσι, προκύπτει ότι ο Πρωταγόρας εξηγεί τελεολογικά αυτό τον νόμο, εξηγεί δηλαδή τις ιδιότητες και τις ικανότητες ανάλογα με τον σκοπό που υπηρετούν και τη λειτουργία που επιτελούν. Συγκεκριμένα:
- η ταχύτητα αντισταθμίζει την αδυναμία,
- τα φτερά ή η υπόγεια κατοικία αντισταθμίζουν το μικρό σωματικό μέγεθος,
- όσα ζώα έχουν δύναμη, δεν χρειάζονται ταχύτητα,
- όσα έχουν μεγάλο σωματικό μέγεθος, σώζονται χάρη σ’ αυτό,
- τα όπλα αντισταθμίζουν την έλλειψη δύναμης και ταχύτητας,
- για να αντιμετωπίζουν τις μεταβολές του καιρού, εφοδιάζονται με πυκνό τρίχωμα και γερό δέρμα,
- σ’ αυτά που γίνονται βορά άλλων ζώων δίνεται η δυνατότητα να γεννούν πολλούς απογόνους,
- όσα τρέφονται με άλλα ζώα, γεννούν λίγους απογόνους,
- δίνονται διαφορετικά είδη τροφής σε κάθε είδος ζώου, για να μην εξαντληθούν συγκεκριμένα είδη διατροφής.
Παρότι, όμως, πέτυχε στο έργο του εφοδιασμού των ζώων, λόγω απρονοησίας, όπως θα δούμε και στη συνέχεια του μύθου, εξάντλησε όλα τα εφόδια στα ζώα και άφησε τον άνθρωπο εντελώς αβοήθητο και ανυπεράσπιστο.

7. Να σκιαγραφήσετε την προσωπικότητα του Επιμηθέα και τον ρόλο του στη δημιουργία. Να λάβετε υπόψη σας και την ετυμολογία του ονόματός του.
Ο Επιμηθέας είναι αυτός που, όπως δηλώνει και το όνομά του (σύνθετο από τις λέξεις ἐπὶ + μῆδος), σκέφτεται μετά την εκτέλεση μιας ενέργειας και βρίσκεται αντιμέτωπος με τις συνέπειές της. Είναι «ἁμαρτίνοος» ή «ὀψίνοος». Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να τον χαρακτηρίσουμε αστόχαστο, απερίσκεπτο, επιπόλαιο, παρορμητικό. Στον μύθο του Πρωταγόρα παρουσιάζεται να πετυχαίνει από τη μια στο έργο της κατανομής εφοδίων στα ζώα, από την άλλη, όμως, λόγω απρονοησίας να εξαντλεί όλα τα εφόδια στα ζώα και να αφήνει τον άνθρωπο εντελώς αβοήθητο και ανυπεράσπιστο. Η απερισκεψία του, βέβαια, αυτή οδήγησε τον Προμηθέα στην κλοπή των τεχνικών γνώσεων και της φωτιάς από τους θεούς, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί ο άνθρωπος στο ανώτερο από όλα τα όντα.

Ενότητα 3
1. Παρατηρήστε πώς χαρακτηρίζονται μέσα στο κείμενο του Πρωταγόρα οι δραστηριότητες που σήμερα ονομάζουμε «τεχνολογία». Σχολιάστε αυτούς τους χαρακτηρισμούς.(ερώτηση από το σχολικό εγχειρίδιο στη σελίδα 78)
Απάντηση
Στο κείμενο του Πρωταγόρα αναφέρονται δραστηριότητες που σήμερα ονομάζουμε «τεχνολογία». Αυτές είναι τα δώρα που προσέφερε ο Προμηθέας στο ανθρώπινο γένος: η «έντεχνος σοφία» και η «έμπυρος τέχνη».
Πιο αναλυτικά:
α. Η «ἔντεχνος σοφία»: το επίθετο «ἔντεχνος» υποδηλώνει αυτόν που είναι μέσα στα όρια της τέχνης, τον έμπειρο, τον επιδέξιο. Στη φράση «ἔντεχνος σοφία», η λέξη «σοφία» υποδηλώνει τη σοφία που εμπεριέχει την τέχνη, τη σοφία που συμπορεύεται με την τέχνη, τις τεχνικές γνώσεις. Αρχικά η έννοια της σοφίας έχει κυρίως να κάνει με τη δεξιότητα και την εμπειρία σε κάποια τέχνη, την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική, τη μεταλλουργία, την ιατρική, κ.τ.λ. Ο προσδιορισμός «ἔντεχνος» επιτρέπει εδώ στον Πρωταγόρα να διευκρινίσει, επομένως, πως αυτού του είδους τη σοφία εννοεί και όχι αυτή που συνδέουμε με τη γνώση των επιστημών και τη φιλοσοφία, δηλαδή τις θεωρητικές γνώσεις. Ως προς τις καλές τέχνες, η έντεχνη σοφία δεν σχετίζεται με τη σύλληψη της ιδέας ενός καλλιτεχνικού έργου, αλλά με την αναγκαιότητα χρήσης τεχνικών γνώσεων και εργαλείων για τη δημιουργία κάποιων από αυτά (πχ. Αρχιτεκτονική, γλυπτική).
Κατανοούμε, λοιπόν, τον όρο ως τεχνογνωσία, η οποία επιτρέπει στον άνθρωπο να προβεί σε επινοήσεις και εφαρμογές σωτήριες για τη ζωή του και προωθητικές για την εν γένει παρουσία του στον κόσμο.
Ειδικότερα, η τεχνογνωσία συνδέεται με τις τεχνικές δεξιότητες και την κατασκευαστική ικανότητα του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι σε θέση να συλλάβει και να οργανώσει τη διαδικασία της εργασίας, η οποία συμπυκνώνει με τον καλύτερο τρόπο το άλμα του πρώην, απλώς «ζωικού οργανισμού» σε ήδη άνθρωπο που αποδεσμεύεται σταδιακά από τις αλυσίδες της βιολογικής νομοτέλειας και προ-νοεί για τις επόμενες στιγμές της ζωής του. Συνδεδεμένη με τη διαδικασία της εργασίας είναι η διαδικασία κατασκευής και επινόησης, καλλιέργειας και αγωγής. Με την κατασκευαστική και επινοητική ικανότητα ο άνθρωπος δίνει υπόσταση στους σχεδιασμούς του και τα ευρήματα του νου του, κατασκευάζοντας σπίτια, σκεύη, εργαλεία, όπλα, αλλά και προβαίνει σε επινοήσεις συμβολικών συστημάτων όπως η γλώσσα, η γραφή, η αρίθμηση, που διευρύνουν τα όρια της ελευθερίας του σε σχέση με τη βιολογική αιτιότητα. Με την καλλιέργεια (γης, γραμμάτων, τεχνών και καλών τεχνών) και την αγωγή διαμορφώνει σκόπιμα τις προϋποθέσεις για παραγωγή έργων και μέσων και για νέες δημιουργίες μέσα από την αξιοποίηση εργαλείων και γνώσεων τεχνικής.
Όμως, η συνολική διαδικασία γίνεται συγχρόνως και τρόπος αγωγής της φύσης του, τρόπος εξέλιξης και διαμορφώσης του, καθώς περιέρχεται στη θέση να ελέγξει τα πάθη του, να τιθασεύσει το ένστικτο και να οργανώσει τις άμυνες του εαυτού του στον αγώνα επιβίωσης.
β. Η «ἔμπυρος τέχνη»: Η φωτιά, η πρώτη μεγάλη πηγή ενέργειας που έμαθε να μεταχειρίζεται ο άνθρωπος, εύλογα τοποθετείται στη βάση όλων των έως τότε τεχνολογικών κατακτήσεων. Ως πηγή ενέργειας υπήρξε αναγκαία συνθήκη για να οδηγηθεί ο άνθρωπος στα υψηλά τεχνικά επιτεύγματα και να αντισταθμίσει με αυτά τη φυσική αδυναμία του. Η «ἔμπυρος τέχνη» εκφράζει την εφαρμοσμένη, την κατασκευαστική εκδήλωση της ανθρώπινης δραστηριότητας. Είναι η πρακτική εφαρμογή των τεχνικών γνώσεων κυρίως με τη χρήση της φωτιάς, καθώς είναι γνωστό ότι πολλά υλικά, όπως τα μέταλλα, μπορούν να να γίνουν αντικείμενο κατεργασίας με τη χρήση της φωτιάς. Ο Πρωταγόρας, λοιπόν, πρέπει να είχε στο μυαλό του αυτό που σήμερα ονομάζουμε τεχνολογία, τηρουμένων των αναλογιών. Εννοούμε, βέβαια, μια τεχνολογία προσαρμοσμένη στα μέσα και τις δυνατότητες της εποχής.
Με την κλοπή της φωτιάς, που συμβολίζει επιπλέον τη δημιουργικότητα, τη ζωτικότητα και τη φαντασία, αψηφώντας τις άλογες και αυθαίρετες αποφάσεις του Δία, ο Προμηθέας εκφράζει και ενισχύει την ορθολογική πίστη ότι ο άνθρωπος μπορεί με τη γνώση και την πράξη να κυριαρήσει πάνω στη φύση, να την αλλάξει και να καλυτερέψει τη ζωή του.

2. α) Λαμβάνοντας υπόψη σας τις θεϊκές ιδιότητες της Αθηνάς και του Ήφαιστου, να προσδιορίσετε τι ακριβώς εννοεί ως έντεχνη σοφία ο Πρωταγόρας. β) Η τέχνη και τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα συμπεριλαμβάνονται, νομίζετε, στην έντεχνη σοφία; γ) Υπάρχει πρωταρχική σχέση ανάμεσα στην τεχνολογία και την τέχνη; δ) Είναι και η τέχνη εξίσου απαραίτητη στη δημιουργία του πολιτισμού και στην επιβίωση του ανθρώπου μέσα σε μια φύση εχθρική; (ερώτηση από το σχολικό εγχειρίδιο στη σελίδα 79)
Απάντηση
Με τον όρο «έντεχνος σοφία» εννοούμε γενικά την πολιτιστική δραστηριότητα που σχετίζεται τόσο με τις τέχνες όσο και με την καλλιτεχνική δραστηριότητα:
α. Η «ἔντεχνος σοφία»: το επίθετο «ἔντεχνος» υποδηλώνει αυτόν που είναι μέσα στα όρια της τέχνης, τον έμπειρο, τον επιδέξιο. Στη φράση «ἔντεχνος σοφία», η λέξη «σοφία» υποδηλώνει τη σοφία που εμπεριέχει την τέχνη, τη σοφία που συμπορεύεται με την τέχνη, τις τεχνικές γνώσεις. Αρχικά η έννοια της σοφίας έχει κυρίως να κάνει με τη δεξιότητα και την εμπειρία σε κάποια τέχνη, την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική, τη μεταλλουργία, την ιατρική, κ.τ.λ. Ο προσδιορισμός «ἔντεχνος» επιτρέπει εδώ στον Πρωταγόρα να διευκρινίσει, επομένως, πως αυτού του είδους τη σοφία εννοεί και όχι αυτή που συνδέουμε με τη γνώση των επιστημών και τη φιλοσοφία, δηλαδή τις θεωρητικές γνώσεις.
Κατανοούμε, λοιπόν, τον όρο ως τεχνογνωσία, η οποία επιτρέπει στον άνθρωπο να προβεί σε επινοήσεις και εφαρμογές σωτήριες για τη ζωή του και προωθητικές για την εν γένει παρουσία του στον κόσμο. Ειδικότερα, η τεχνογνωσία συνδέεται με τις τεχνικές δεξιότητες και την κατασκευαστική ικανότητα του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι σε θέση να συλλάβει και να οργανώσει τη διαδικασία της εργασίας, η οποία συμπυκνώνει με τον καλύτερο τρόπο το άλμα του πρώην, απλώς «ζωικού οργανισμού» σε ήδη άνθρωπο που αποδεσμεύεται σταδιακά από τις αλυσίδες της βιολογικής νομοτέλειας και προ-νοεί για τις επόμενες στιγμές της ζωής του. Συνδεδεμένη με τη διαδικασία της εργασίας είναι η διαδικασία κατασκευής και επινόησης, καλλιέργειας και αγωγής. Με την κατασκευαστική και επινοητική ικανότητα ο άνθρωπος δίνει υπόσταση στους σχεδιασμούς του και τα ευρήματα του νου του, κατασκευάζοντας σπίτια, σκεύη, εργαλεία, όπλα, αλλά και προβαίνει σε επινοήσεις συμβολικών συστημάτων όπως η γλώσσα, η γραφή, η αρίθμηση, που διευρύνουν τα όρια της ελευθερίας του σε σχέση με τη βιολογική αιτιότητα. Με την καλλιέργεια (γης, γραμμάτων, τεχνών και καλών τεχνών) και την αγωγή διαμορφώνει σκόπιμα τις προϋποθέσεις για παραγωγή έργων και μέσων και για νέες δημιουργίες μέσα από την αξιοποίηση εργαλείων και γνώσεων τεχνικής. Όμως, η συνολική διαδικασία γίνεται συγχρόνως και τρόπος αγωγής της φύσης του, τρόπος εξέλιξης και διαμορφώσης του, καθώς περιέρχεται στη θέση να ελέγξει τα πάθη του, να τιθασεύσει το ένστικτο και να οργανώσει τις άμυνες του εαυτού του στον αγώνα επιβίωσης.
β. Τέχνη είναι η ικανότητα να κάνουμε κάτι που απαιτεί επιδεξιότητα και εξειδίκευση. Προϋποθέτει γνώσεις για το πώς πετυχαίνουμε έναν σκοπό. Ο Πλάτωνας στο έργο του Σοφιστής (219c-e) παρουσιάζοντας για παράδειγμα έναν λεπτομερή διχοτομικό ορισμό της «τέχνης» του ψαρέματος, διαιρεί τις τέχνες σε αποθησαυριστικές (απόκτηση χρημάτων), παραγωγικές ή δημιουργικές (ξυλουργική, αυλητική, ζωγραφική, υφαντική κ.ά.), χωρίς να κάνει σαφή εξαρχής διάκριση του όρου σε καλλιτεχνία και χειροτεχνία.
Ως προς τις καλές τέχνες, η έντεχνη σοφία σχετίζεται με την υλοποίηση της καλλιτεχνικής φαντασίας, καθώς οι τεχνικές γνώσεις και τα εργαλεία αξιοπούνται για να δημιουργηθούν τα έργα τέχνης. Με την έντεχνη σοφία ο άνθρωπος αποκτά δύναμη πάνω στα αντικείμενα, μορφοποιεί την ύλη και την υποτάσσει. Με τη διαδικασία αυτή ο άνθρωπος εξωτερικεύει τον εαυτό του, συνεπώς όχι μόνο την εκλογικευμένη ανάγκη, αλλά μαζί με αυτή και το συναίσθημά του. Άλλωστε στη διαρκή πορεία ανέλιξης και εξανθρωπισμού του ο άνθρωπος πορεύεται ως ενιαία σωματική, πνευματική και ψυχική οντότητα. Όταν για κάποιον λόγο αυτή η ισορροπία της ύπαρξής του διαταράσσεται, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με φαινόμενα αλλοτρίωσής του. Συνεπώς, η έντεχνος σοφία βρίσκεται στη βάση κάθε δημιουργικής απάντησης – έμπρακτης εκδήλωσης του ανθρώπου, προκειμένου να εξασφαλίσει συνθήκες ασφαλούς επιβίωσης και εσωτερικής ισορροπίας του. Αποτελεί από την άποψη αυτή έννοια γένους για την καλλιτεχνία και τη χειροτεχνία.
γ. Η πρωταρχικότητα της σχέσης μπορεί να εντοπιστεί αρχικά ετυμολογικά, καθώς ο όρος τέχνη (< τίκτω) χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό που αναφέρεται και στην τεχνική και στις καλές τέχνες αδιευκρίνιστα. Ακόμη η τέχνη (τεχνική και καλές τέχνες) προϋποθέτει τη χρήση του χεριού ως εργαλείου και τη δυνατότητα του ανθρώπου να επεμβαίνει στην ύλη, να τη μορφοποιεί και να την υποτάσσει. Η διαδικασία αυτή διατηρείται κοινή στην τεχνική και στην τέχνη (καλλιτεχνία), αποκλίνουν όμως οι σκοποί, το τελικό αίτιο που την κατευθύνει σε κάθε περίπτωση. Με την τεχνική υπηρετείται η υλοποίηση μιας ιδέας, μιας σύλληψης, ενός σχεδιασμού, και αυτά μπορεί να αποβλέπουν τόσο στην ικανοποίηση της πρακτικής ανάγκης για επιβίωση (ζῆν) όσο και στην ικανοποίηση ανώτερων αναγκών της εσωτερικής φύσης του ανθρώπου (εὖ ζῆν).
δ. Η τέχνη ως καλλιτεχνία είναι εκδήλωση πολιτισμού και απολύτως αναγκαία εκδήλωση της ανθρώπινης φύσης που εξωτερικεύει και μορφοποιεί αισθητικά τις επινοήσεις της και τον εσωτερικό της κόσμο. Από την άποψη αυτή μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η τέχνη δεν είναι απαραίτητη για την επιβίωση του ανθρώπου ως ζωικού όντος, είναι όμως απολύτως αναγκαία για τη διατήρησή του ως είδους. Δεν είναι δυνατόν βέβαια με την τέχνη να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος τους κινδύνους της φύσης ούτε να καλύψει τις πρωταρχικές βιολογικές του ανάγκες, όπως όλα τα ζωικά είδη άλλωστε (αν και η σύνδεση της τέχνης με μορφές μαγείας/προ-θρησκευτικής συμπεριφοράς του ανθρώπου αποδίδεται σε ενέργειες του ανθρώπου να επέμβει στη φύση και να διαμορφώσει ευνοϊκές συνθήκες ύπαρξης για τον ίδιο και την κοινότητά του). Αυτό θα το πετύχει με την τεχνική, η οποία αποτελεί εφαρμογή γνώσης για συγκεκριμένο πρακτικό σκοπό και συνεπώς εκφράζει μια γνώση για τον κόσμο υποταγμένη στην πρακτική/βιοτική σκοπιμότητα της ζωής. Όμως, με την τέχνη εκδηλώνονται τα ειδικά ανθρώπινα γνωρίσματα και η δυναμική της εσωτερικής φύσης του ανθρώπου. Η τέχνη ουσιαστικά είναι η συνειδητοποίηση της πνευματικότητας του ανθρώπου. Από την άποψη αυτή συνιστά πυλώνα πολιτισμού. Αλλά και η καλλιέργεια του συναισθήματος και ο εξανθρωπισμός του ανθρώπου, η αγωγή στον πολιτισμό και στην αυτοσυνειδησία της ανθρωπότητας, είναι υπόθεση της τέχνης, η οποία καλείται να θωρακίσει τον άνθρωπο, όχι με εργαλεία, αλλά με αρχές και αξίες, εφόδια πνευματικά, ψυχικά και ηθικά, για να συνεχίσει αισιόδοξα τον δύσβατο δρόμο της προόδου, προόδου όχι μόνο υλικής, αλλά κυρίως πνευματικής και ηθικής.

3. Ποια ήταν η θέση του ανθρώπου ανάμεσα στα άλλα ζώα;
Απάντηση
Ήδη από την αρχή της ενότητας τονίζεται η κατάσταση στην οποία βρέθηκε ο άνθρωπος λόγω της απρονοησίας και της αμέλειας του Επιμηθέα, η οποία ήταν αποτέλεσμα της πνευματικής του κατωτερότητας («οὐ πάνυ τι σοφὸς ὢν ὁ Ἐπιμηθεὺς»). Ενώ, λοιπόν, ο Επιμηθέας είχε δώσει με φροντίδα και σοφία όλα τα απαραίτητα εφόδια στα ζώα, στο τέλος της μοιρασιάς διαπίστωσε ότι βρισκόταν σε αδιέξοδο («ἠπόρει ὅ,τι χρήσαιτο»), γιατί τα εφόδια εξαντλήθηκαν και ο άνθρωπος απέμεινε γυμνός και ξυπόλητος και χωρίς στρωσίδια και χωρίς όπλα («γυμνόν τε καὶ ἀνυπόδητον καὶ ἄστρωτον καὶ ἄοπλον»), τη στιγμή μάλιστα που πλησίαζε η προκαθορισμένη μέρα της εξόδου του.
Η συμβολική/μυθική αυτή αποτίμηση του τρόπου, με τον οποίο ο Επιμηθέας μοίρασε τις φυσικές ιδιότητες στους ζωικούς οργανισμούς, αποκαλύπτει σταδιακά την πρωταγόρεια σκέψη. Η επιμηθεϊκή φάση, που αντιστοιχεί στον φυσικό χρόνο του βιολογικού σχηματισμού των ζωικών ειδών, κλείνει με το ανθρώπινο είδος το οποίο εμφανίζεται τελευταίο στη σειρά των ζωικών οργανισμών. Ως τελευταίο μένει «ακόσμητον», που σημαίνει ότι έχει τα λιγότερα φυσικά εφόδια για να επιβιώσει ως είδος στη φύση. Συνεπώς, η φυσική κατάσταση του ανθρώπου κατά το στάδιο σχηματισμού των ειδών μπορεί να αποδοθεί με την έννοια της «απορίας», δηλαδή της φυσικής αδυναμίας και συγχρόνως της ανάγκης για εξεύρεση τρόπων και μέσων αντιμετώπισής της (ἠπόρει ὅ,τι χρήσαιτο). Ο άνθρωπος αναγκάζεται να αναζητήσει τον πόρο, τη λύση του προβλήματος και την υπέβαση της δυσκολίας. Αξιοσημείωτη η τριπλή επανάληψη της απορίας στο κείμενο: ἠπόρει, ἀποροῦντι, ἀπορίᾳ.
Από την άποψη αυτή ο Πρωταγόρας προβάλλει από την αρχή τη φυσική ένδεια του ανθρώπου, γιατί, από τη στιγμή που ο άνθρωπος δεν διαθέτει φυσικά εφόδια αυτοσυντήρησης του είδους του, η ύπαρξή του εξαρτάται από τον ίδιο και όχι από τη φύση. Επίσης έτσι θα οδηγηθεί λογικά στο διδακτό της αρετής και στη δικαίωση του ρόλου του ως δάσκαλου της ευβουλίας.

4. Πώς έλυσε ο Προμηθέας το πρόβλημα που είχε δημιουργήσει η κατανομή του Επιμηθέα;
Απάντηση
Όταν ο Προμηθέας αντιλήφθηκε το αδιέξοδο στο οποίο κατέληξε το έργο του Επιμηθέα, αποφασίζει να μπει κρυφά στο εργαστήρι της Αθηνάς και του Ηφαίστου και να κλέψει την «ἔντεχνον σοφίαν» και τη φωτιά που, μαζί με το εφόδιο του λόγου που ήδη διέθετε ο άνθρωπος, θα τον βοηθούσαν στην επιβίωση και εξέλιξή του.
Όσον αφορά, λοιπόν, την «ἔντεχνον σοφία» πρέπει να σχολιαστεί ότι το επίθετο «ἔντεχνος» υποδηλώνει αυτόν που είναι μέσα στα όρια της τέχνης, τον έμπειρο, τον επιδέξιο. Στη φράση «ἔντεχνος σοφία», η λέξη «σοφία» υποδηλώνει τη σοφία που εμπεριέχει την τέχνη, τη σοφία που συμπορεύεται με την τέχνη, τις τεχνικές γνώσεις. Αρχικά η έννοια της σοφίας έχει κυρίως να κάνει με τη δεξιότητα και την εμπειρία σε κάποια τέχνη, την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική, τη μεταλλουργία, την ιατρική, κ.τ.λ. Επομένως, o προσδιορισμός «ἔντεχνος» επιτρέπει εδώ στον Πρωταγόρα να διευκρινίσει πως αυτού του είδους τη σοφία εννοεί και όχι αυτή που συνδέουμε με τη γνώση των επιστημών και τη φιλοσοφία, δηλαδή τις θεωρητικές γνώσεις.
Ως προς τις καλές τέχνες η έντεχνη σοφία δεν σχετίζεται με τη σύλληψη της ιδέας ενός καλλιτεχνικού έργου, αλλά με την αναγκαιότητα χρήσης τεχνικών γνώσεων και εργαλείων για τη δημιουργία κάποιων από αυτά (πχ. Αρχιτεκτονική, γλυπτική).
Η «ἔμπυρος τέχνη», από την άλλη, είναι η πρακτική εφαρμογή των τεχνικών γνώσεων κυρίως με τη χρήση της φωτιάς ως πηγής ενέργειας. Είναι γνωστό ότι πολλά υλικά, όπως τα μέταλλα, μπορούν να γίνουν αντικείμενο κατεργασίας με τη χρήση της φωτιάς. Ο Πρωταγόρας, λοιπόν, πρέπει να είχε στο μυαλό του αυτό που σήμερα ονομάζουμε τεχνολογία. Εννοούμε, βέβαια, μια τεχνολογία προσαρμοσμένη στα μέσα και τις δυνατότητες της εποχής.
Η μετάβαση του ανθρώπου από την κατάσταση των βιολογικών εξαρτήσεων στην αναζήτηση της αυτονομίας του συμβολίζεται με τον Προμηθέα και τη φιλάνθρωπη κλοπή των «δώρων» του για τον άνθρωπο από το εργαστήρι της Αθηνάς και του Ηφαίστου. Έτσι η κλοπή δεν κρίνεται ως παράβαση ηθικής φύσεως που δεν έπρεπε να γίνει, αλλά ως ευρηματική πράξη του Προμηθέα-ανθρώπου που υπαγορεύεται από την ίδια την αρχή της αναπλήρωσης στη φύση, η οποία κατηύθυνε και τη μοιρασιά του Επιμηθέα. Τα «δώρα» αναπληρώνουν τη φυσική αδυναμία του ανθρώπου στον κόσμο. Η κατ’ αναγκαιότητα, λοιπόν, παράβαση έχει πρακτικό αντίκρισμα στον άνθρωπο, καθώς η τεχνική και η γνώση της τέχνης της φωτιάς επιτρέπουν στον άνθρωπο να επινοεί τα προς το ζῆν και να εφαρμόζει πρακτικά τις επινοήσεις του. Ο άνθρωπος είναι σε θέση με τις δύο αυτές κατακτήσεις να μετασχηματίζει τους σχεδιασμούς και τις επινοήσεις του σε πρακτικό πρόγραμμα ζωής.
Ειδικότερα η κατάκτηση τεχνικής συνδέεται με την ανάπτυξη τεχνικών δεξιοτήτων, την οργάνωση της εργασίας ως κατασκευαστικής διαδικασίας, για παράδειγνα σπιτιών, όπλων, εργαλείων, με την επινόηση συμβολικών συστημάτων επικοινωνίας και αντιμετώπισης καθημερινών αναγκών, πχ. γλώσσα, γραφή, αρίθμηση, με την καλλιέργεια, πχ. γης, και με την αγωγή, καθώς όλα αυτά δεν είναι εξωτερικά προς την φύση του ανθρώπου, αλλά την επηρεάζουν και οδηγούν τον άνθρωπο σταδιακά σε έλεγχο των παθών και οργάνωση της άμυνάς του προς τους άλλους.
Η μυθική μορφή με την οποία ο Πρωταγόρας ντύνει την άποψή του για τη γένεση του πολιτισμού δεν μας επιτρέπει να πάρουμε κάθε λέξη του τοις μετρητοίς. Πρόκειται βέβαια για συμβολισμούς και θα πρέπει να δούμε την επέμβαση του Προμηθέα ως φάση της εξέλιξης, στην οποία δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την επιβίωση του ανθρώπου και την προσαρμογή του στο φυσικό περιβάλλον, πραγματοποιείται η γένεση των τεχνών και σχηματίζονται οι πρώτες κοινωνίες. Δεν πρόκειται δηλαδή για γνώσεις χορηγημένες εκ των προτέρων ως ολοκληρωμένο σύνολο, a priori. Στην προηγούμενη φάση του Επιμηθέα συντελείται ο βιολογικός σχηματισμός του ανθρώπου και στη φάση του Προμηθέα εκδηλώνεται ο πνευματικός σχηματισμός του, ο οποίος τον ορίζει άλλωστε ως είδος. Η ερμηνεία αυτή συμφωνεί με την άποψη των σοφιστών και του Πρωταγόρα ότι όλα είναι προϊόντα της πείρας που συσσωρεύεται με την πάροδο του χρόνου, δηλαδή πρόκειται για επώδυνες, δύσκολες και κοπιαστικές κατακτήσεις του ανθρώπου μέσα στον χρόνο.

5. Γιατί η φωτιά και οι τέχνες παρουσιάζονται στον μύθο ως δώρο του Προμηθέα και όχι ως ανακάλυψη του ανθρώπου;
Απάντηση
Τα δώρα που δόθηκαν στον άνθρωπο, δηλαδή η έντεχνος σοφία, η φωτιά και, όπως θα δούμε και στην επόμενη ενότητα, η αιδώς και η δίκη, παρουσιάζονται ως δώρα των θεών, ενώ δεν γίνεται αναφορά στην προέλευση των εφοδίων που δόθηκαν στα ζώα από τον Επιμηθέα. Αυτό αποδεικνύει τη μεγάλη αξία τους για την εξέλιξη του ανθρώπου. Επιπλέον, το ότι παρουσιάζονται ως δώρα των θεών και όχι ως ανακαλύψεις του ανθρώπου μπορεί να θεωρηθεί και ως ένδειξη σεβασμού προς αυτούς και προσπάθεια αποφυγής ύβρης εκ μέρους των ανθρώπων.
Η μετάβαση του ανθρώπου από την κατάσταση των βιολογικών εξαρτήσεων στην αναζήτηση της αυτονομίας του συμβολίζεται με τον Προμηθέα και τη φιλάνθρωπη κλοπή των «δώρων» του για τον άνθρωπο από το εργαστήρι της Αθηνάς και του Ηφαίστου. Έτσι η κλοπή δεν κρίνεται ως παράβαση ηθικής φύσεως που δεν έπρεπε να γίνει, αλλά ως ευρηματική πράξη του Προμηθέα-ανθρώπου που υπαγορεύεται από την ίδια την αρχή της αναπλήρωσης στη φύση, η οποία κατηύθυνε και τη μοιρασιά του Επιμηθέα. Τα «δώρα» αναπληρώνουν τη φυσική αδυναμία του ανθρώπου στον κόσμο. Η κατ’ αναγκαιότητα, λοιπόν, παράβαση έχει πρακτικό αντίκρισμα στον άνθρωπο, καθώς η τεχνογνωσία και η γνώση της τέχνης της φωτιάς επιτρέπουν στον άνθρωπο να επινοεί προς το ζῆν και να εφαρμόζει πρακτικά τις επινοήσεις του. Ο άνθρωπος είναι σε θέση με τις δύο αυτές κατακτήσεις να μετασχηματίζει τους σχεδιασμούς και τις επινοήσεις του σε πρακτικό πρόγραμμα ζωής. Πρόκειται συνεπώς για την πρώτη ενέργεια της ανθρώπινης ελευθερίας, που είναι και ρήξη με την προ-ανθρώπινη τάξη του κόσμου. Σημειολογικά η ανωτερότητα των «δώρων» και συνακόλουθα του ανθρώπινου είδους σε σχέση με τα εφόδια και τα ζωικά είδη, στα οποία τα μοίρασε ο Επιμηθέας, αποδίδεται με την «κάθοδο των δώρων», καθώς ο Προμηθέας τα μεταφέρει από τον Όλυμπο, τον χώρο των θεών.

6. Γιατί δεν μπορούσε πια ο Προμηθέας να μπει στην κατοικία του Δία;
Απάντηση
Ο Προμηθέας δεν μπορούσε πια να μπει στην κατοικία του Δία, γιατί δεν είχε τα χρονικά περιθώρια, αφού πλησίαζε ο χρόνος ο καθορισμένος από τη μοίρα να βγει ο άνθρωπος στο φως και επειδή τη φρουρούσαν οι φύλακές του. Οι φύλακες του Δία ήταν η Βία και το Κράτος, που αναφέρονται τόσο στη Θεογονία του Ησιόδου όσο και στον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου. Πρόκειται για τα όργανα εξουσίας του Δία. Στον μύθο του Πρωταγόρα συμβολίζουν τη δυσκολία και τις επίπονες προσπάθειες του ανθρώπινου γένους να αποκτήσει την πολιτική τέχνη, τις γνώσεις δηλαδή για την οργάνωση κοινωνιών και για την ανάπτυξη πνευματικού πολιτισμού. Έμμεσα προβάλλει την αξία και τη σημασία της τέχνης που υπόσχεται ότι διδάσκει στους νέους της Αθήνας.
Ο Πρωταγόρας όμως θεωρεί σκόπιμο να αναφέρει στο σημείο αυτό της αφήγησης ότι ο Προμηθέας δεν μπόρεσε να δώσει στους ανθρώπους την πολιτική τέχνη, το υψηλότερο και καλύτερο δώρο, φυλαγμένο από τον ίδιο τον Δία, αλλά με την πράξη κλοπής περιορίστηκε στο δώρο της τεχνογνωσίας, ευεργετικό βέβαια, αλλά κατώτερο. Με την αναφορά αυτή προοικονομεί την έκβαση του μύθου και συγκρατεί την εύκολη και όχι πάντα δικαιολογημένη αισιοδοξία που προκαλεί η τεχνική. Γίνεται σαφές ότι η πολιτική τέχνη είναι ανώτερη κατάκτηση, η οποία στον μύθο χαρακτηρίζει την κοινότητα των θεών και όχι των ανθρώπων και αποτελεί στοιχείο εξουσίας του Δία απέναντι στους άλλους θεούς και τον κόσμο.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι η άποψη που συνάγεται από τον μύθο και αποδίδεται στον Πρωταγόρα ότι στην προϊστορία του ανθρώπινου γένους προηγήθηκε η κατάκτηση τεχνικής πρόσφορης για τον βιοπορισμό του και ακολούθησε η κατάκτηση της πολιτικής τέχνης. Άρα η κατάκτηση της τεχνικής από τον άνθρωπο, που χαρακτηρίζεται σαν τιτανική πράξη κλοπής, συνέβη σε μια πρώιμη φάση, προκοινωνική και δείχνει τις τότε δυνατότητες του ανθρώπινου πνεύματος. Αντίθετα, η πολιτική ήταν ακόμη απρόσιτη σχεδόν στο ανθρώπινο πνεύμα και κατακτήθηκε σε υστερότερη στιγμή της ιστορίας του ανθρώπου και αφού είχαν διαμορφωθεί οι κατάλληλες συνθήκες.

7. Τι συμβολίζει, κατά τη γνώμη σας, η κλοπή της φωτιάς από τον Προμηθέα;
Απάντηση
Η μετάβαση του ανθρώπου από την κατάσταση των βιολογικών εξαρτήσεων στην κατάσταση της αυτονομίας του νοήμονος όντος συμβολίζεται με τον Προμηθέα και την φιλάνθρωπη κλοπή των «δώρων» του για τον άνθρωπο από το εργαστήρι της Αθηνάς και του Ηφαίστου. Έτσι η κλοπή δεν κρίνεται ως παράβαση ηθικής φύσεως που δεν έπρεπε να γίνει, αλλά ως ευρηματική πράξη του Προμηθέα-ανθρώπου που υπαγορεύεται από αυτή την ίδια την αρχή, η οποία κατηύθυνε και τη μοιρασιά του Επιμηθέα, της σύμμετρης και ισόρροπης διατήρησης του φυσικού κόσμου και της αναπλήρωσης της φυσικής αδυναμίας του ανθρώπου σε αυτόν. Η κατ’ αναγκαιότητα, λοιπόν, παράβαση έχει πρακτικό αντίκρισμα στον άνθρωπο, καθώς η τεχνογνωσία και η γνώση της τέχνης της φωτιάς επιτρέπουν στον άνθρωπο να επινοεί τα προς το ζῆν και να εφαρμόζει πρακτικά τις επινοήσεις του. Ο άνθρωπος είναι σε θέση με τις δύο αυτές κατακτήσεις να μετασχηματίζει τους σχεδιασμούς και τις επινοήσεις του σε πρακτικό πρόγραμμα ζωής. Πρόκειται συνεπώς για την πρώτη ενέργεια της ανθρώπινης ελευθερίας, που είναι και ρήξη με την προ-ανθρώπινη τάξη του κόσμου.
Τα δώρα του Προμηθέα συνετέλεσαν στο να αποκτήσει ο άνθρωπος «τὴν περὶ τὸν βίον σοφίαν», χρήσιμες δηλαδή γνώσεις προκειμένου να αντισταθμίσει τις ελλείψεις των εφοδίων που είχαν δοθεί στα υπόλοιπα έμβια όντα. Έτσι, ο άνθρωπος μπόρεσε με τη γνώση να καλύψει τις βιολογικές του ανάγκες (τροφή, στέγη, ένδυση, υπόδεση, κ.τ.λ.) και να κυριαρχήσει πάνω στη φύση, να την αλλάξει και να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής του. Αυτά ακριβώς τα πρώτα βασικά επιτεύγματά του υποδηλώνονται με τη φράση «εὐπορία μὲν ἀνθρώπῳ τοῦ βίου γίγνεται». Ο άνθρωπος όμως δεν σταμάτησε εκεί: ανέπτυξε γλώσσα, θρησκεία, δηλαδή πολιτισμό, και αργότερα ανέπτυξε και αρετές, όπως ο σεβασμός, η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη, που τον βοήθησαν να οργανωθεί πολιτικά και να συμβιώσει αρμονικά με τους συνανθρώπους του. Αυτά, λοιπόν, τα εφόδια του έδωσαν τη δυνατότητα όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά και να διαφοροποιηθεί σημαντικά από τα άλλα έμβια όντα.
Γενικά η κατάκτηση τεχνικής συνδέεται με την ανάπτυξη τεχνικών δεξιοτήτων, την οργάνωση της εργασίας ως κατασκευαστικής διαδικασίας, για παράδειγνα σπιτιών, όπλων, εργαλείων, με την επινόηση συμβολικών συστημάτων επικοινωνίας και αντιμετώπισης καθημερινών αναγκών, πχ. γλώσσα, γραφή, αρίθμηση, με την καλλιέργεια, πχ. γης, και με την αγωγή, καθώς όλα αυτά δεν είναι εξωτερικά προς τη φύση του ανθρώπου, αλλά την επηρεάζουν και οδηγούν τον άνθρωπο σταδιακά σε έλεγχο των παθών και οργάνωση της άμυνάς του προς τους άλλους.

Ενότητα 4
1. α) Ποια είναι η συνεισφορά του Δία στον πολιτισμό, σύμφωνα με τον μύθο του Πρωταγόρα; β) Σε τι διαφέρει η προσφορά του Δία από το δώρο της φωτιάς του Προμηθέα;(ερώτηση από το σχολικό εγχειρίδιο στη σελίδα 83)
Απάντηση
α) Σύμφωνα με τη μυθολογία, η Δίκη (ή Νέμεσις) ήταν η κόρη του Δία και της Θέμιδας, ενώ η Αἰδὼς ήταν σύντροφος της Δίκης και καθόταν σε θρόνο δίπλα στον Δία. Η Δίκη, που τη βοηθούσαν οι Ερινύες, επέβλεπε την τήρηση της ηθικής τάξης στον κόσμο και τιμωρούσε όσους επιχειρούσαν να την ανατρέψουν. Στο κείμενο δεν παρουσιάζονται όμως ως θεότητες, αλλά ως ηθικές ιδιότητες ή αξίες, που μοιράζονται και διδάσκονται στους ανθρώπους.
Ο Δίας, για να διασφαλίσει την προοπτική επιβίωσης των ανθρώπων που διέτρεχαν άμεσο κίνδυνο αφανισμού, αποφασίζει να τους προσφέρει την αἰδῶ καί την δίκην. Έτσι, θα είναι δυνατή η συγκρότηση κοινωνιών και η περαιτέρω ανάπτυξη του πολιτισμού. Η ενέργεια αυτή του Δία δείχνει το ενδιαφέρον και τη φροντίδα του για τους ανθρώπους.
Αἰδώς: είναι ο σεβασμός, το αίσθημα ντροπής του κοινωνικού ανθρώπου για κάθε πράξη που προσκρούει στον καθιερωμένο ηθικό κώδικα του κοινωνικού περιβάλλοντος. Η δράση της είναι ανασταλτική και αποτρεπτική και συμπίπτει με τη λειτουργία της ηθικής συνείδησης. Το συναίσθημα αυτό λειτουργεί και ως κίνητρο για την εκτέλεση του χρέους και του καθήκοντος που επιβάλλει η κοινωνία στα μέλη της, αφού με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται η αγανάκτηση και η αποδοκιμασία των άλλων.
Δίκη: είναι το συναίσθημα της δικαιοσύνης, η ενύπαρκτη στον άνθρωπο αντίληψη για το δίκαιο και το άδικο, ο σεβασμός των γραπτών και άγραφων νόμων και των δικαιωμάτων των άλλων, καθώς και οι ενέργειες για την αποκατάσταση αυτών των δικαιωμάτων, όταν καταστρατηγούνται βάναυσα από κάποιον. Η δίκη εκδηλώνεται με τη δημιουργία και την τήρηση κανόνων δικαίου, την κατοχύρωση του δικαίου, του ορθού και του νόμιμου. Έτσι περιστέλλεται ο ατομικισμός και ο εγωισμός και εξασφαλίζεται η αρμονική κοινωνική συμβίωση.
Κάθε πολιτισμικά προηγμένη κοινωνία θεμελιώνεται στις αξίες της αιδούς και της δίκης. Οι αξίες αυτές είναι καθολικές και συνιστούν παράγωγα της εξέλιξης τόσο της ηθικής συνείδησης, όσο και του πολιτισμού που την εκφράζει και την κατευθύνει.
β) Στην εξέλιξη του μύθου, όπως ήδη είδαμε, κάθε στάδιο της ανθρώπινης παρουσίας και εξέλιξης στον κόσμο συμβολίζεται με κάποιον θεό και την προσφορά του στον άνθρωπο. Το στάδιο της βιολογικής συγκρότησης του ανθρώπου συμβολίζεται με τον Επιμηθέα, το επόμενο, της δημιουργίας τεχνικού πολιτισμού, με τον Προμηθέα και τα δώρα του και το τελευταίο, του σχηματισμού της πολιτικής κοινωνίας, με τον Δία και τη δική του προσφορά στον άνθρωπο. Αξιολογώντας και συγκρίνοντας τα δώρα του Προμηθέα και του Δία, αρχικά μπορούμε να πούμε ότι συνδέονται με διαφορετικές φάσεις εξέλιξης και ανταποκρίνονται σε διαφορετικές ανάγκες του ανθρώπου.
Ειδικότερα, τα «δώρα του Προμηθέα», (ἔντεχνος σοφία καὶ πῦρ), προϊόν κλοπής από την Αθηνά και τον Ήφαιστο, βοήθησαν τον άνθρωπο να προφυλαχθεί από τη φύση και παράλληλα έθεσαν τα θεμέλια του υλικού και τεχνικού πολιτισμού. Εκφράζουν την ανάγκη του ανθρώπου να αντισταθμίσει τη φυσική του αδυναμία με δικά του δημιουργήματα και να επιβιώσει απέναντι στην άλογη δύναμη της φύσης. Όμως με αυτά ο άνθρωπος, παρά τα σπουδαία βήματα που έκανε, δεν μπόρεσε να επιβληθεί στη φύση και να υπερασπίσει αποτελεσματικά την ύπαρξή του, δηλαδή δεν μπόρεσε ούτε να αντιμετωπίσει τα θηρία ούτε να οργανώσει κοινωνίες.
Αντίθετα, τα δώρα του Δία, που ήταν προσφορά του ίδιου, έσωσαν τον άνθρωπο από τον αφανισμό, αλλά κυρίως τον βοήθησαν να αποκτήσει την πολιτική αρετή, να δημιουργήσει κοινωνίες και να αναπτύξει υψηλό επίπεδο πολιτισμού. Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι ο Δίας δεν δώρισε στον άνθρωπο την πολιτική τέχνη, αν και την κατείχε, αλλά την αιδώ και τη δίκη, με τις οποίες ο άνθρωπος είναι σε θέση να κατακτήσει την πολιτική τέχνη. Τα «δώρα του Δία» εκφράζουν ένα ανώτερο στάδιο εξέλιξης του πολιτισμού, κατά το οποίο ο άνθρωπος ωριμάζει ηθικοπνευματικά και παράγει πολιτισμό που προσανατολίζεται όχι απλώς από την ανάγκη του ζῆν, αλλά από τη συνειδητοποίηση της αξίας του εὖ ζῆν.

2. Πώς βλέπετε να ορίζεται η πολιτική αρετή μέσα στο απόσπασμα;(ερώτηση από το σχολικό εγχειρίδιο στη σελίδα 83)
Απάντηση
Την πολιτική αρετή με βάση τον τρόπο, με τον οποίο χρησιμοποιείται στο απόσπασμα, θα την χαρακτηρίζαμε περιεκτική έννοια, επειδή ο Πρωταγόρας τη συνδέει με τις έννοιες της αιδούς, της δίκης και της σωφροσύνης που συνιστούν συστατικά της. Χρειάζεται βέβαια να διευκρινισθεί ότι οι αξίες αυτές δόθηκαν ως πρότυπα που έπρεπε να κατακτηθούν από τους ανθρώπους με τη λογική και τον προσωπικό αγώνα. Άλλωστε ο Δίας, αν και κατείχε την πολιτική αρετή, δεν την δώρισε στον άνθρωπο. Αντίθετα, δώρισε την αἰδώ και τη δίκη, μέρη της πολιτικής αρετής, για να κατακτήσει την πολιτική αρετή μόνος του ο άνθρωπος με τον προσωπικό αγώνα του. Η πολιτεία που θεμελιώνεται σε αυτές είναι δημοκρατική, γιατί ο αμοιβαίος σεβασμός και το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών εμπεδώνουν την εμπιστοσύνη μεταξύ τους και με την πολιτεία και εξασφαλίζουν ισορροπία στις σχέσεις τους.
Η πολιτική αρετή ως ολοκλήρωση των επιμέρους αρετών ήταν προϋπόθεση της πολιτικής πράξης και απαιτούσε καθολική κατάρτιση (στο καθεστώς της άμεσης δημοκρατίας ο πολίτης όφειλε να διατυπώνει προτάσεις στο βουλευτικό σώμα για όλα τα θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος) και ηθικές ιδιότητες, όπως δικαιοσύνη, σύνεση, αυτονομία, παρρησία κτλ. Συγγενής έννοια είναι η «ανδρός αρετή», δηλαδή η άρτια διαμόρφωση του σωστού ανθρώπου.

3. Πώς βλέπετε να διαρθρώνονται, μέσα στον μύθο του Πρωταγόρα, τα στάδια της εξέλιξης του πολιτισμού που κατακτά ο άνθρωπος; (ερώτηση από το σχολικό εγχειρίδιο στη σελίδα 83)
Απάντηση
Τα στάδια εξέλιξης της ανθρωπότητας
1ο Στάδιο
Ανυπαρξία θνητών όντων
(῏Ην γάρ ποτε χρόνος ὅτε θεοὶ μὲν ἦσαν, θνητά δὲ γένη οὐκ ἦν)
2ο Το Επιμηθεϊκό Στάδιο
Δημιουργία θνητών όντων και του ανθρώπου
3ο Το Προμηθεϊκό Στάδιο

Δημιουργία υλικοτεχνικού πολιτισμού
βωμοί καὶ ἀγάλματα θεῶν
φωνὴν καὶ ὀνόματα
οἰκήσεις
ἐσθῆτας
ὑποδέσεις
στρωμνὰς
ἐκ γῆς τροφὰς

4ο Το Στάδιο των δώρων του Δία
Η συγκρότηση πολιτικών κοινωνιών στη βάση ηθικών αρχών συνύπαρξης

4. Συγκρίνετε τον μύθο του Πρωταγόρα με το απόσπασμα του Αισχύλου από τον Προμηθέα Δεσμώτη. (βλέπε σχολικό βιβλίο σελ. 64-68) (ερώτηση από το σχολικό εγχειρίδιο στη σελίδα 83)
Απάντηση
Και στα δύο αποσπάσματα ο Προμηθέας παρουσιάζεται ως ο ευεργέτης του ανθρώπου χάρη στο δώρο της φωτιάς.
Στον Προμηθέα του Αισχύλου οι άνθρωποι πριν από την παρέμβαση του Προμηθέα ζούσαν σε σπηλιές και δεν διέθεταν πρακτική νοημοσύνη για να μπορούν να συλλάβουν, να κατανοήσουν τον κόσμο και να επινοήσουν τρόπους βελτίωσης της ζωής τους. Ο Προμηθέας, λοιπόν, τους διδάσκει όλες τις τέχνες: αρχιτεκτονική, ξυλουργική, αστρονομία, μαθηματικά, γραφή, γλώσσα, ιστορία, γεωργία, τη χρήση των ζώων και την ίππευση, τη ναυτική τέχνη, την ιατρική, τη φαρμακευτική, τη μαντική και τη μεταλλοτεχνία.
Ο Πρωταγόρας στον μύθο του από τις παραπάνω τέχνες αναφέρει μόνο την αρχιτεκτονική, τη γλώσσα και τη χειροτεχνία, δηλαδή τα ενδύματα, τα υποδήματα και τις τροφές, ενώ προσθέτει τη θρησκεία. Συνεχίζει όμως τον μύθο με την αναφορά στην οργάνωση κοινωνιών και στην παρέμβαση του Δία.
Στόχος, λοιπόν, του Προμηθέα του Αισχύλου είναι να απαριθμήσει τις ευεργεσίες του, που αποτελούν άλλωστε τον υπερασπιστικό του λόγο απέναντι στη βία του Δία, ενώ ο Πρωταγόρας στον μύθο αναφέρεται στις ευεργεσίες του Προμηθέα στο πλαίσιο κοινωνιολογικών και ανθρωπολογικών προβληματισμών: κάνει αναφορά στα δώρα του Προμηθέα, προκειμένου σταδιακά να φτάσει να αποδείξει «το διδακτόν της πολιτικής αρετής» ως δώρο του Δία.

5. Πώς ο άνθρωπος απέκτησε συγγένεια με τους θεούς και γιατί η έντεχνος σοφία και η φωτιά θεωρούνται θεϊκά στοιχεία;
Απάντηση
Στο πλαίσιο του μύθου η φωτιά αποτελεί το θεϊκό μερίδιο που είχαν την τύχη, χάρη στην παρέμβαση του Προμηθέα, να λάβουν οι άνθρωποι. Είναι θεϊκό:
α) γιατί το κατείχαν ως τότε μόνο οι θεοί,
β) γιατί οι άνθρωποι το απέκτησαν με θεϊκή παρέμβαση του Προμηθέα,
γ) γιατί, επιτρέποντας στον άνθρωπο να αναπτύξει πολιτισμό, του επέτρεψε κατά συνέπεια να αναγνωρίσει την ύπαρξη των θεών. Η πρώτη, με την έννοια της κορυφαίας, και άμεση συνέπεια του δώρου της φωτιάς, σύμφωνα με τον Πρωταγόρα είναι ακριβώς η εμφάνιση της θρησκείας.
Η φωτιά αλλά και οι τεχνικές γνώσεις, «έντεχνος σοφία», επέτρεψαν στον άνθρωπο να δημιουργήσει τεχνικό πολιτισμό, μεταβάλλοντας την όψη της φύσης, κατά κάποιο τρόπο σαν δημιουργός-θεός. Η μεταμορφωτική δύναμη του στοιχείου της φωτιάς θεωρούνταν αποκλειστικό κτήμα των θεών, δηλαδή στοιχείο της θεϊκής ουσίας και ένα από τα μυστικά της δύναμής τους. Η έννοια της φωτιάς ως δυναμογόνου φυσικού στοιχείου απασχολεί ήδη τον Ηράκλειτο (ἀεὶζωον πῦρ).

6. Πώς δικαιολογείται ένας αγνωστικιστής, ο Πρωταγόρας, να κάνει στο έργο του αναφορά στους θεούς;
Απάντηση
Ο Πρωταγόρας αρχίζει την παρουσίαση των κατακτήσεων του ανθρώπου από τη θρησκεία, παρά τον θρησκευτικό αγνωστικισμό του. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί αρχικά με βάση την ανάγκη συνοχής του μύθου (θείας μετέσχε μοίρας, πρῶτον μὲν διὰ τὴν τοῦ θεοῦ συγγένειαν ζῴων μόνον θεοὺς ἐνόμισεν, καὶ ἐπεχείρει βωμούς τε ἱδρύεσθαι καὶ ἀγάλματα θεῶν˙) και λογικής αλληλουχίας. Δηλαδή, εφόσον οι άνθρωποι πήραν μέρος σε κάτι που μέχρι τότε ανήκε μόνο στους θεούς, σύμφωνα με τον μύθο, αυτό τους οδήγησε στην πίστη ότι υπάρχουν θεοί και ότι οι άνθρωποι έχουν πνευματική συγγένεια με αυτούς. Αποτέλεσμα ήταν να αναπτύξουν θρησκεία και θρησκευτική τέχνη.
Επιπλέον η πρόταξη θρησκευτικής συμπεριφοράς «ἐπεχείρει βωμούς τε ἱδρύεσθαι καὶ ἀγάλματα θεῶν» και θρησκευτικού συναισθήματος «θεοὺς ἐνόμισεν» μπορεί να ερμηνευθεί και ως προβολή του υψηλότερου σημείου ανάπτυξης που παρουσίασε το ανθρώπινο είδος στο προμηθεϊκό στάδιο. Αυτό σημαίνει ότι ο Πρωταγόρας αξιολόγησε τη θρησκεία ως πολύ σημαντική κατάκτηση του ανθρώπου ανάμεσα στις άλλες, γιατί δείχνει ότι ο άνθρωπος απέκτησε εξελικτικά τη δυνατότητα να τον απασχολεί η έννοια της δημιουργίας και να συνειδητοποιεί τη δική του θνητότητα απέναντι στην παντοδυναμία της φύσης. Από την άποψη της ιστορικής προσέγγισης η πίστη στους θεούς είναι εκδήλωση πνευματικής ωριμότητας του ανθρώπου, γιατί ο άνθρωπος περνά από την απλή, ενστικτώδη ύπαρξη στην αναζήτηση των παραγόντων που δημιούργησαν τη φύση και πιθανότητα και των τρόπων να τους επηρεάζει για τη βελτίωση των όρων της ζωής του. Έτσι οι άνθρωποι αναπτύσσουν θρησκεία και θρησκευτική τέχνη: αρχίζουν να πιστεύουν στην ύπαρξη των θεών και να δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την οργάνωση και τέλεση των θρησκευτικών τελετών (κατασκευή βωμών και φιλοτέχνηση αγαλμάτων θεών).
Αναμφισβήτητα εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ένας αγνωστικιστής, κάποιος δηλαδή που αμφέβαλλε για την ύπαρξη των θεών, ο σοφιστής Πρωταγόρας, κάνει αναφορά σ’ αυτούς. Οι απόψεις που δικαιολογούν την αναφορά αυτή είναι οι εξής:
α) ίσως πρόκειται για πλατωνική θεωρία που έντεχνα τοποθετείται στο στόμα του Πρωταγόρα,
β) η λατρεία των θεών είναι αναμφισβήτητη πραγματικότητα, ένα ανθρωπολογικό δεδομένο που χρειάζεται εξήγηση.
γ) η χρήση συμβόλων αποτελεί χαρακτηριστικό του μύθου και η αναφορά στους θεούς φαίνεται να είναι συμβολική: ο Δίας συμβολίζει τη νομοτέλεια που υπάρχει στη φύση, ενώ ο Προμηθέας, ο Επιμηθέας (που συναντήσαμε στην προηγούμενη ενότητα) και ο Ερμής αποτελούν τα όργανα αυτής της νομοτέλειας, που ρυθμίζουν τις σχέσεις των όντων και εξασφαλίζουν ισορροπία.

7. Πώς δημιουργήθηκε η γλώσσα, κατά την άποψη του Πρωταγόρα; Να τη συγκρίνετε με την αρχαία παράδοση και τη σύγχρονη γλωσσολογία.
Απάντηση
Στον πνευματικό πολιτισμό εντάσσεται και η γλώσσα η οποία δημιουργείται κατά την εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού. Χρειάζεται να κατανοήσουμε τη γλώσσα ως ομιλητική ικανότητα του ανθρώπου που εξελίσσεται μαζί με τη σκέψη του και όχι απλώς μέσο επικοινωνίας. Σκέψη και γλώσσα συνυφαίνονται και αναπτύσσονται κατά τη διεργασία αξιοποίησης της έντεχνης σοφίας στον αγώνα επιβίωσης του ανθρώπου. Αναμφισβήτητα η γλώσσα συνιστά τεκμήριο πολιτισμικής προόδου, καθώς σημαίνει ότι ο άνθρωπος έχει κατακτήσει την ωριμότητα που του επιτρέπει να κωδικοποιεί τις σκέψεις σε λέξεις και έννοιες, να οργανώνει λογικές προτάσεις που τον εκφράζουν και τον εξυπηρετούν στη συνεννόησή του με τους άλλους. Κατά την άποψη του Πρωταγόρα, ο κώδικας αυτός πλάστηκε από τον ίδιο τον άνθρωπο, ο οποίος από πολύ νωρίς («ταχὺ»: εννοεί στα πρώτα στάδια της ύπαρξης του ανθρώπου και όχι σε σύντομο χρονικό διάστημα) άρχισε να μετουσιώνει τους άναρθρους σε έναρθρους φθόγγους, να τους συνδυάζει φτιάχνοντας λέξεις και στη συνέχεια, προτάσεις, εκδηλώνοντας συγχρόνως την έλλογη ιδιότητά του.
Η άποψη αυτή φαίνεται να συμφωνεί με την άποψη των σοφιστών, ότι η γλώσσα δημιουργήθηκε νόμῳ, αλλά και με την άποψη σύγχρονων γλωσσολόγων. Αντίθετη σ’ αυτή είναι η λεγόμενη θεοκρατική αντίληψη, την οποία υποστήριζε ο Ηρόδοτος. Σύμφωνα μ’ αυτή, η γλώσσα υπάρχει φύσει, δηλαδή τη χάρισε στον άνθρωπο ο θεός, μόλις τον έπλασε. Πιο σύνθετη προσέγγιση της γλώσσας κάνει αργότερα ο Αριστοτέλης, ο οποίος συνθέτει στοιχεία και από τη φύσει και από τη νόμῳ θεώρηση της γλώσσας.

8. Γιατί η πολεμική τέχνη αναπτύσσεται μόνο μέσα στα πλαίσια μιας οργανωμένης κοινωνίας;
Απάντηση
Η πολιτική τέχνη είναι συνώνυμο της οργανωμένης κοινωνίας, η οποία προϋποθέτει σταθερό τόπο κατοικίας, κοινή γλώσσα, την ύπαρξη θεσμών και νόμων, στρατού και στόλου, ηθών, εθίμων, παραδόσεων και ιδανικών, ανάπτυξη γραμμάτων και τεχνών, και γενικά την ανάπτυξη τεχνολογίας και πολιτισμού. Η πολεμική τέχνη αναπτύσσεται μόνο μέσα στο πλαίσιο μιας οργανωμένης κοινωνίας, γιατί εκεί παρουσιάζεται για πρώτη φορά η ανάγκη να υπερασπιστούν οι άνθρωποι τα υπάρχοντά τους και τα τεχνολογικά και πολιτισμικά επιτεύγματά τους από κάθε είδους εξωτερικό εχθρό, εκδηλώνεται δηλαδή η συνείδηση του συνανήκειν και της συνυπευθυνότητας των μελών της οργανωμένης κοινωνίας.
Πρέπει να επισημανθεί επίσης ότι ο πόλεμος, εδώ, παρά τα κακά που προξενεί, μπορεί να νοηθεί με τη «θετική» του σημασία: δεν είναι ο πόλεμος που έχει ως στόχο την κατάκτηση νέων εδαφών και τον αλληλοσπαραγμό των λαών (επεκτατικός πόλεμος), αλλά ο πόλεμος που αναπτύσσει τις ευγενείς ορμές του ανθρώπου, την άμυνα υπέρ του δικαίου και της ελευθερίας, που θέτει σε λειτουργία τα αντανακλαστικά των εθνών για δημιουργική επιβίωση.

9. Ποια είναι τα μέρη της πολιτικής αρετής, σύμφωνα με τον Πρωταγόρα, και ποια η σημασία τους για τη συγκρότηση κοινωνιών;
Απάντηση
Σύμφωνα με τον Πρωταγόρα, συστατικά της πολιτικής αρετής είναι η αἰδώς και η δίκη. Αἰδώς είναι ο σεβασμός, το αίσθημα ντροπής του κοινωνικού ανθρώπου για κάθε πράξη που προσκρούει στον καθιερωμένο ηθικό κώδικα του κοινωνικού περιβάλλοντος. Η δράση της είναι ανασταλτική και αποτρεπτική και συμπίπτει με τη λειτουργία της ηθικής συνείδησης. Δίκη είναι το συναίσθημα της δικαιοσύνης, η ενύπαρκτη στον άνθρωπο αντίληψη για το δίκαιο και το άδικο, ο σεβασμός των γραπτών νόμων και των δικαιωμάτων των άλλων.
Χάρη στην αιδώ και στη δίκη εξασφαλίζεται η αρμονική συμβίωση μέσα στην πόλη, η συνοχή του συνόλου, η ισορροπία και η ευταξία. Με αυτές αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις φιλίας, συνεργασίας, αλληλεγγύης και αλληλοσεβασμού («ἵν’ εἶεν πόλεων κόσμοι τε καὶ δεσμοὶ φιλίας συναγωγοί»). Στο περιεχόμενο της πολιτικής αρετής, πέρα από την αἰδῶ και τη δίκη, ο Πρωταγόρας εντάσσει και τη σωφροσύνη («ὅταν δὲ εἰς συμβουλὴν πολιτικῆς ἀρετῆς ἴωσιν, ἣν δεῖ διὰ δικαιοσύνης πᾶσαν ἰέναι καὶ σωφροσύνης») και την ευσέβεια (η τελευταία θα αναφερθεί στις ενότητες 5 και 7). Έτσι προοικονομείται η σχετική σωκρατική αναζήτηση των μερών της αρετής, προκειμένου να οριστεί η έννοια της αρετής.
10. α. Σε ποιο σημείο του κειμένου γίνεται αναφορά στον καταμερισμό της εργασίας; β.1.Ποια σημασία τού αποδίδει ο Πρωταγόρας για την εξέλιξη του πολιτισμού και β.2.γιατί η πολιτική αρετή δεν μπορούσε να περιλαμβάνεται στον καταμερισμό αυτό;
Απάντηση
α. Αναφορά στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας γίνεται στις φράσεις: «εἷς ἔχων ἰατρικὴν πολλοῖς ἱκανὸς ἰδιώταις, καὶ οἱ ἄλλοι δημιουργοί», «αἱ τέχναι νενέμηνται» και «ὥσπερ ἄλλων τεχνῶν».
β.1. Στη φράση «εἷς ἔχων ἰατρικὴν πολλοῖς ἱκανὸς ἰδιώταις, καὶ οἱ ἄλλοι δημιουργοί» γίνεται αναφορά στη χρησιμότητα του καταμερισμού της εργασίας. Όσον αφορά, λοιπόν, τις τέχνες ο καταμερισμός είναι απολύτως απαραίτητος, διότι έτσι: α) εξυπηρετούνται καλύτερα οι πολίτες, αφού ένας τεχνίτης μπορεί να εξυπηρετήσει πολλούς πολίτες και β) υπάρχει δυνατότητα εμβάθυνσης και εξειδίκευσης σε κάθε τομέα, με αποτέλεσμα την πρόοδο και την ευημερία της κοινωνίας και γ) η επιλογή του επαγγέλματος είναι υπόθεση προσωπική του κάθε ανθρώπου και συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις ειδικές δεξιότητες, ικανότητες, ταλέντα, κλίσεις που μπορεί να έχει. Έτσι οι δημιουργοί (< δήμος + έργον) είναι αυτοί που παράγουν ένα έργο ωφέλιμο στον δήμο, στον λαό. Στα ομηρικά χρόνια στους δημιουργούς ανήκαν οι μάντεις, οι γιατροί, οι κήρυκες, οι οικοδόμοι κτλ. και ο καταμερισμός της εργασίας αφορά τους ἰδιώτας και όχι τους πολίτας.
β.2. Ο καταμερισμός όμως δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην πολιτική αρετή. Ο Πρωταγόρας με τη φράση «αἱ τέχναι νενέμηνται» φαίνεται ότι αντιλαμβάνεται τη σημασία του καταμερισμού της εργασίας για την πρόοδο του πολιτισμού, για αυτό και θέτει το ερώτημα με τον Ερμή. Αν όμως στον καταμερισμό της εργασίας εντασσόταν και η πολιτική, οι άνθρωποι δεν θα αποδέχονταν κοινές ηθικές αξίες, και συνεπώς δεν θα ήταν δυνατόν να διαμορφωθούν πολιτικές κοινωνίες που να στηρίζονται στη βάση κοινών αξιών. Στην πολιτική αρετή (αἰδώς-δίκη) πρέπει να συμμετέχουν όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες, γιατί μόνο έτσι μπορούν να συγκροτηθούν οργανωμένες και βιώσιμες κοινωνίες («οὐ γὰρ ἂν γένοιντο πόλεις, εἰ ὀλίγοι αὐτῶν μετέχοιεν ὥσπερ ἄλλων τεχνῶν»). Αντίθετα, με την απουσία της οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί θα οξύνονταν και θα κατέληγαν στην αλληλοεξόντωση των ανθρώπων. Συνεπώς το ερώτημα του Ερμή είναι καίριο για την εμφάνιση της πολιτικής κοινωνίας, γιατί ο Δίας δεν μοιράζει την πολιτική τέχνη, αλλά δύο ηθικές ιδιότητες αναγκαίες στους ανθρώπους για να οργανώσουν πολιτική κοινωνία. Έτσι ο Πρωταγόρας με την καθολικότητα και την αναγκαιότητα της αιδούς και της δίκης προβαίνει στην ηθική θεμελίωση της πολιτικής, θέση που υπερασπίζονται και ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης.
Διαφορετικά, θα επικρατήσει το χάος που επικρατούσε και πριν από την οργάνωση κοινωνιών, με αποτέλεσμα την αδικία και την αλληλοεξόντωση. Η σημασία και η αυστηρότητα του νόμου του Δία για την πολιτική αρετή τονίζεται από την επιβολή θανατικής ποινής («κτείνειν ὡς νόσον πόλεως») σε όποιον δεν συμμετέχει σε αυτή.

11. Η αιδώς και η δίκη δεν είναι έμφυτες στον άνθρωπο, κατανέμονται σε όλους μεν, αλλά σε μεταγενέστερο στάδιο. Ποια σημασία έχει η θέση αυτή για τη διδασκαλία της αρετής που επαγγέλλεται ο Πρωταγόρας;
Απάντηση
Άποψη του Πρωταγόρα είναι ότι η πολιτική αρετή δόθηκε στον άνθρωπο σ’ ένα μεταγενέστερο στάδιο και όχι από την αρχή της δημιουργίας του. Αυτές τις δύο αξίες τις διαθέτει ο άνθρωπος ως ηθικές καταβολές και προδιάθεση. Για να γίνουν όμως κτήμα του και να φτάσει στην πλήρη κατάκτηση της πολιτικής αρετής πρέπει να καταβάλει προσπάθεια και αγώνα. Ο άνθρωπος δεν γεννιέται, αλλά γίνεται κάτοχος της πολιτικής αρετής μέσα από μαθητεία σε αυτή, δηλαδή με διδαχή και προσπάθεια. Σ’ αυτό θα συντελέσουν οι φορείς αγωγής αλλά και οι νόμοι με τις ποινές και τις κυρώσεις τους («Ἐπὶ πάντας,»… «καὶ πάντες μετεχόντων»… «κτείνειν ὡς νόσον πόλεως.»). Την άποψη αυτή θα επιχειρήσει να αποδείξει στις επόμενες ενότητες, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται.

Ενότητα 5
1. Γιατί η δικαιοσύνη και η πολιτική αρετή θεωρούνται, κατά τον Πρωταγόρα, στοιχεία σύμφυτα με την ίδια την ανθρώπινη ιδιότητα (τουλάχιστον από τη στιγμή που ο άνθρωπος εισέρχεται στον πολιτισμό); Αναλύστε τα επιχειρήματα του Πρωταγόρα στο απόσπασμα αυτό και προσθέστε τα δικά σας. (ερώτηση από το σχολικό εγχειρίδιο στη σελίδα 86)
Απάντηση
Με δεδομένο ότι ο άνθρωπος σταδιακά έφθασε σε εκείνο το σημείο ωριμότητας, ώστε να συλλάβει την αιδώ και τη δίκη ως αναγκαία βάση της κοινωνικής ηθικής του και της πολιτικής αρετής, φαίνεται επαρκώς αιτιολογημένη η θέση του Πρωταγόρα ότι η δικαιοσύνη και η πολιτική αρετή είναι στοιχεία σύμφυτα με την ίδια την ανθρώπινη ιδιότητα. Κατά την άποψη του Πρωταγόρα, η πολιτική αρετή είναι σύμφυτη με την ιδιότητα του ανθρώπου ως μέλους μιας κοινωνίας και ως δημιουργού πολιτισμού. Αποτελεί, δηλαδή, την προϋπόθεση για τη συνοχή της κοινωνίας, την αρμονική συμβίωση μέσα σ’ αυτή και την περαιτέρω ανάπτυξη πολιτισμού. Γι’ αυτό και κρίνεται απαραίτητο να έχουν όλοι μερίδιο στην αρετή, αλλιώς να μην αποτελεί μέλος της κοινωνίας. Ο Πρωταγόρας επιχειρεί να αποδείξει αυτή τη θέση δείχνοντας α) την καθολικότητα της πολιτικής αρετής και β) το διδακτό της αρετής. Η άποψη αυτή στηρίζεται στα εξής επιχειρήματα:
 κάποιος που δεν είναι δίκαιος, θεωρείται μυαλωμένος, αν προσποιηθεί ότι είναι δίκαιος, ακόμα κι αν δεν είναι˙ αλλιώς, θεωρείται τρελός.
 όλοι πρέπει να ισχυρίζονται ότι είναι δίκαιοι, ακόμα κι αν δεν είναι
 πρέπει όλοι οι άνθρωποι να έχουν μερίδιο στην πολιτική αρετή και να συμμετέχουν στη δικαιοσύνη
 η συμμετοχή στην αρετή πρέπει να φαίνεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, δηλαδή ή κάποιος να έχει πράγματι τη δικαιοσύνη ή έστω να προσποιείται ότι την κατέχει.

Ο Πρωταγόρας προβάλλει ρεαλιστικά τη συμβατική αντίληψη της αθηναϊκής κοινωνίας ότι δεν μπορεί να υπάρχει άνθρωπος (ούτε κοινωνία) χωρίς στοιχειώδη αίσθηση δικαιοσύνης, γι’ αυτό και δεν ανέχονται οι Αθηναίοι κανέναν να ομολογεί ότι είναι άδικος, ότι δηλαδή αρνείται τη δυνατότητα, το δικαίωμα και την υποχρέωση να είναι δίκαιος. Συγχρόνως, διαφαίνεται και η κοινωνική ηθική της αθηναϊκής κοινωνίας που απαιτούσε κάθε πολίτης να έχει πολιτική και κοινωνική συνείδηση, η οποία στοιχειωδώς εκδηλώνεται με κατάφαση του δικαίου. Αυτό αναγκαστικά οδηγούσε στο να υποστηρίζει κανείς, έστω με τα λόγια, ότι ήταν δίκαιος, γιατί διαφορετικά θα θεωρούνταν απειλή για τη συνοχή της κοινωνίας. Συνεπώς, ο Πρωταγόρας προβάλλει ως επιχείρημα για την καθολικότητα της πολιτικής αρετής το συμβατικό αίσθημα δικαίου που χαρακτηρίζει την αθηναϊκή κοινωνία. Ως πρόσθετα επιχειρήματα που επιβεβαιώνουν ότι η δικαιοσύνη και η πολιτική αρετή είναι σύμφυτες με την ίδια την ανθρώπινη ιδιότητα μπορούμε να αναφέρουμε τα εξής:
1. Ο άνθρωπος ως είδος συνδέεται με την ύπαρξη οργανωμένης συμβιωτικής ομάδας, η οποία προϋποθέτει τη δικαιοσύνη και την πολιτική αρετή, προκειμένου να πάρει μορφή. Συνεπώς, η εκδήλωση των ειδολογικών γνωρισμάτων του ανθρώπου συνδέεται με αυτές τις δύο αρχές.
2. Οι δύο αυτές αρχές είναι αναγκαίες όχι απλώς για το ζῆν, αλλά και για το εὖ ζῆν των ανθρώπων, το οποίο είναι εφικτό μόνο στην οργανωμένη κοινωνία στη βάση της δικαιοσύνης και της πολιτικής αρετής.
3. Η δημιουργία και η εξέλιξη του πολιτισμού ως συγκροτήματος υλικών, πνευματικών και ηθικών κατακτήσεων, που καταξιώνουν το ανθρώπινο είδος, είναι προϊόν δικαιοσύνης και αρετής και όχι ανηθικότητας και κακίας.
4. Για τον άνθρωπο «το φυσικό δεν είναι και αξιόπρακτο». Αυτό σημαίνει ότι δεν υποτάσσεται στο ένστικτο και στη φυσική παρόρμηση, όπως κάθε άλλος ζωικός οργανισμός, αλλά συντάσσει κανόνες και αρχές, με τις οποίες ρυθμίζει τις σχέσεις του με τους ομοίους του. Άρα, ο άνθρωπος ως είδος απέναντι στο ένστικτο αντιτάσσει τη λογική και απέναντι στη φυσική βία την ηθική του.

2. Πώς προσπαθούν οι άνθρωποι να καλλιεργήσουν την ιδιότητα της δικαιοσύνης και της πολιτικής αρετής; (ερώτηση από το σχολικό εγχειρίδιο στη σελίδα 86)
Απάντηση
Η φροντίδα, η άσκηση και η διδασκαλία αποτελούν τρεις μορφές αγωγής, με τις οποίες μπορεί να αποκτηθεί η πολιτική αρετή. Ως βοηθητικά στοιχεία αναφέρονται, επίσης, η τιμωρία και η νουθεσία, που αποβλέπουν στην ενίσχυση της μαθησιακής διδασκαλίας. Πιο συγκεκριμένα:
α) Η φροντίδα (ἐπιμέλεια) είναι η επιλογή των κατάλληλων παιδευτικών/μορφωτικών αγαθών που θα παρασχεθούν.
β) Η άσκηση (ἄσκησις) είναι η εξασφάλιση πραγματικών συνθηκών αγωγής. Οι άνθρωποι οφείλουν να ασκηθούν, δηλαδή να μάθουν να εφαρμόζουν αυτά που διδάσκονται, ώστε να είναι έτοιμοι να ανταποκριθούν ικανοποιητικά στους ρόλους, που θα αναλάβουν αργότερα στο πλαίσιο της κοινωνίας και στη συναναστροφή τους με τους συνανθρώπους και τους συμπολίτες τους. Αυτό σημαίνει ότι στη διαδικασία της αγωγής είναι σημαντικό να αποκτήσουν οι άνθρωποι με τον εθισμό την προσδοκώμενη από την πολιτεία συμπεριφορά.
γ) Η διδασκαλία (διδαχή) είναι η θεωρητική κατάρτιση και η συστηματική παροχή γνώσεων στον μαθητή από τον δάσκαλο, που έχει την ευθύνη καθοδήγησης.
Για να είναι, βέβαια, αποτελεσματική η διαδικασία της αγωγής, οι παραπάνω μορφές αγωγής χρειάζεται να βρίσκονται σε σχέση αλληλεξάρτησης και συμπληρωματικότητας.
Τέλος, η αναφορά στις τρεις μορφές αγωγής έμμεσα προβάλλει την αναγκαιότητα του καλού δασκάλου, δηλαδή του κατάλληλου και ικανού δασκάλου να αναλάβει την αγωγή του νέου.

3. Ο Πρωταγόρας προσκομίζει μια εμπειρική απόδειξη για την καθολικότητα της πολιτικής αρετής. Ποια είναι αυτή και γιατί θεωρείται τρελός όποιος δέχεται ότι δεν κατέχει τη δικαιοσύνη και την άλλη πολιτική αρετή;
Απάντηση
Ο Πρωταγόρας για να αποδείξει τη θέση του για την καθολικότητα της πολιτικής αρετής προβαίνει στη συγκριτική εξέταση δύο παραδειγμάτων από την αθηναϊκή κοινωνία. Το πρώτο αναφέρεται στη στάση της κοινής γνώμης απέναντι στους ειδικούς σε έναν τεχνικό τομέα, εδώ σε έναν αυλητή, και το δεύτερο στη στάση της κοινής γνώμης απέναντι στον πολίτη και στη σχέση του με τη δικαιοσύνη. Η διαφορετική στάση της κοινής γνώμης στη μια και στην άλλη περίπτωση είναι για τον Πρωταγόρα επαρκής λόγος για να πείσει τον Σωκράτη και το ακροατήριό του για την καθολικότητα της πολιτικής αρετής.
1ο παράδειγμα: «Ἐν γὰρ ταῖς ἄλλαις ἀρεταῖς, ὥσπερ σὺ λέγεις, ἐάν τις φῇ ἀγαθὸς αὐλητὴς εἶναι, ἢ ἄλλην ἡντινοῦν τέχνην ἣν μή ἐστιν, ἢ καταγελῶσιν ἢ χαλεπαίνουσιν, καὶ οἱ οἰκεῖοι προσιόντες νουθετοῦσιν ὡς μαινόμενον˙»
Η αρετή, εδώ, δεν έχει ηθικό περιεχόμενο, αλλά αποδίδει την ικανότητα και τις γνώσεις κάποιου σε έναν ειδικό τομέα. Η κοινή γνώμη των Αθηναίων, απορρίπτει αυστηρά όποιον ισχυρίζεται ότι έχει ειδικές γνώσεις, ενώ δεν έχει, δηλαδή όποιον δεν διαθέτει τη στοιχειώδη αυτογνωσία για το τι γνωρίζει και τι είναι. Όσον αφορά, λοιπόν, την ικανότητα ή τις γνώσεις σε κάποια τέχνη, επαινείται το να λέει κανείς την αλήθεια. Διαφορετικά, καταδικάζεται στη συνείδηση της κοινής γνώμης.
2ο παράδειγμα: «ἐν δὲ δικαιοσύνῃ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ πολιτικῇ ἀρετῇ, ἐάν τινα καὶ εἰδῶσιν ὅτι ἄδικός ἐστιν, ἐὰν οὗτος αὐτὸς καθαὑτοῦ τἀληθῆ λέγῃ ἐναντίον πολλῶν, ἐκεῖ σωφροσύνην ἡγοῦντο εἶναι, τἀληθῆ λέγειν, ἐνταῦθα μανίαν …»
Αντίθετα, όσον αφορά τη δικαιοσύνη (και την πολιτική αρετή γενικότερα), θεωρείται σωστό το να λένε όλοι ότι είναι δίκαιοι, ακόμα κι αν δεν είναι. Η κοινή γνώμη αποδέχεται ότι ο καθένας είτε είναι δίκαιος είτε όχι πρέπει να υποστηρίζει ότι είναι ή να φαίνεται δίκαιος. Όποιος αποκλίνει από τη στάση αυτή, δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτός ως μέλος της κοινωνίας. Φαίνεται εδραιωμένη η αντίληψη ότι η κοινωνική συνύπαρξη των ανθρώπων δεν συμφωνεί με την αδικία, η οποία απειλεί με διάσπαση τη συνοχή της κοινωνίας, και ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που τουλάχιστον δεν καταφάσκει στη δικαιοσύνη.
Ειδικότερα, το σκεπτικό του Πρωταγόρα μπορεί να ερμηνευθεί και ως εξής: α) ακόμα κι ένας άδικος είναι σε θέση να διακρίνει τη δίκαιη από την άδικη πράξη. Αυτό σημαίνει ότι έχει μέσα του κάποια στοιχεία δικαιοσύνης, που όμως δεν έχουν καλλιεργηθεί επαρκώς, ώστε να τον αποτρέψουν από τη διάπραξη της αδικίας. Άρα, δεν θα πει αλήθεια, αν ισχυριστεί ότι είναι άδικος. β) το να ομολογεί κάποιος δημόσια την αλήθεια, ότι δηλαδή είναι άδικος, θεωρείται παραφροσύνη, διότι:
 θα υποστεί ποινές,
 θα αμαυρωθεί η δημόσια εικόνα του.

Κανένας λογικός άνθρωπος δεν θέλει να του συμβεί κάτι τέτοιο. Ο Πρωταγόρας φαίνεται να διεισδύει στη νοοτροπία των ανθρώπων και να παρατηρεί ότι δεν τους ενδιαφέρει το τι πρέπει ή είναι σωστό να κάνουν, αλλά το τι τους συμφέρει να κάνουν. Επίσης, δεν τους ενδιαφέρει η πραγματική τους εικόνα (το εἶναι), όσο η εικόνα που συνάδει με τα προβαλλόμενα κοινωνικά πρότυπα και το κοινώς αποδεκτό σύστημα αξιών (το φαίνεσθαι). Συνεπώς, η κοινωνική ηθική και το συμβατικό αίσθημα δικαίου αφορά (και πρέπει να αφορά) όλους τους ανθρώπους, διαφορετικά θέτουν τον εαυτό τους έξω από την κοινωνία και υφίστανται ό,τι συνεπάγεται αυτό.

4. Να αξιολογήσετε την εμπειρική απόδειξη του Πρωταγόρα για την καθολικότητα της αρετής. Τη βρίσκετε πειστική;
Απάντηση
Το «τεκμήριον» του Πρωταγόρα είναι μια υποδειγματική εφαρμογή των τεχνικών και των κανόνων της ρητορικής. Αποτελεί επίκληση στην εμπειρία και μάλιστα εμπειρία κοινή και αποδεκτή από όλους και γι’ αυτό είναι τυπικό τεκμήριο. Επιπλέον, το σχήμα της αντίθεσης, που χρησιμοποιεί ο ρήτορας για να δείξει τι ισχύει στον χώρο της τεχνικής γνώσης και τι στον χώρο της δικαιοσύνης, είναι ένα κλασικό, τυπικό στοιχείο ρητορικής που χρησιμοποιείται στους ρητορικούς λόγους. Ωστόσο, η αξιολόγηση του τεκμηρίου του Πρωταγόρα φανερώνει τα εξής τρωτά σημεία του:
α) Η αποδεικτέα θέση έχει αποφαντική διατύπωση («ἡγοῦνται … μετέχειν»), ενώ στις δύο αιτιολογήσεις υπάρχει δεοντολογική διατύπωση («δεῖν φάναι ἀναγκαῖον μετέχειν»), η οποία όμως δεν έχει αποδεικτική ισχύ. Δεν ευσταθεί ο συλλογισμός ότι «όλοι έχουν την πολιτική αρετή, επειδή όλοι πρέπει να λένε ότι είναι δίκαιοι και επειδή είναι αναγκαίο να έχουν όλοι μερίδιο σ’ αυτή». Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι τι πραγματικά συμβαίνει και όχι τι πρέπει να συμβαίνει. Ο συλλογισμός θα ήταν λογικά ορθός, αν είχε ως συμπέρασμα τη φράση: «ἡγοῦνται πάντες ἄνθρωποι πάντα ἄνδρα δεῖν μετέχειν δικαιοσύνης τε καὶ τῆς ἄλλης πολιτικῆς ἀρετῆς».
β) «ἐάντε ὦσιν ἐάντε μή»: η φράση έρχεται σε αντίφαση με την καθολικότητα της αρετής, που υποστηρίχτηκε στην αποδεικτέα θέση, καθώς εδώ δηλώνεται ότι υπάρχουν και άδικοι άνθρωποι.
γ) Ο συλλογισμός έχει περιορισμένη αποδεικτική αξία, γιατί ως προς τη μορφή είναι υποθετικός, στηρίζεται δηλαδή σε κρίσεις που ισχύουν υπό όρους και όχι απόλυτα.
δ) Οι προκείμενες δεν είναι λογικές κρίσεις, αλλά εμπειρικά παραδείγματα και χαρακτηρίζονται από υποκειμενισμό.

5. «ἢ μὴ εἶναι ἐν ἀνθρώποις»: να συγκρίνετε την τιμωρία αυτή με τη θανάτωση («κτείνειν ὡς νόσον πόλεως») που προτάθηκε στην 4η ενότητα από τον Δία. Είναι η κύρωση αυτή ηπιότερη ή όχι και γιατί;
Απάντηση
Ο Πρωταγόρας φαίνεται ότι δέχεται πως η πολιτική ιδιότητα, έστω και ως κατάφαση στην έννοια της δικαιοσύνης, είναι ειδοποιό γνώρισμα του ανθρώπου και απαραίτητη προϋπόθεση για να είναι δεκτός στην πολιτική κοινωνία. Όταν και αυτό το ελάχιστο της κατάφασης στην έννοια του δικαίου λείπει από κάποιον, ο άνθρωπος αυτός δεν μπορεί να συγκαταλέγεται ανάμεσα στους ανθρώπους, γιατί υστερεί και αποτελεί απειλή για τους ιδρυτικούς σκοπούς της πολιτικής κοινωνίας. Έτσι, σ’ αυτή την ενότητα προτείνεται αυτός να μη συγκαταλέγεται μεταξύ των ανθρώπων, δηλαδή να εξορίζεται και να του στερούνται τα πολιτικά του δικαιώματα. Απ’ την άλλη, στην 4η ενότητα είχε προταθεί από τον Δία η θανατική ποινή («κτείνειν ὡς νόσον πόλεως»). Ίσως η ποινή του Πρωταγόρα να φαίνεται ηπιότερη σε σχέση με αυτή που επιβάλλει ο Δίας˙ έχουν όμως και οι δύο τον ίδιο σκοπό: να οδηγήσουν τους ανθρώπους στην αρετή. Έτσι, προβάλλεται ο παιδευτικός ρόλος των νόμων. Αν, βέβαια, λάβουμε υπόψη μας τη σημασία που έχει η πόλη και η συμμετοχή του πολίτη στα κοινά την εποχή αυτή, καταλαβαίνουμε πως η ποινή που αναφέρει ο Πρωταγόρας είναι ισάξια ή και αυστηρότερη από αυτή που προτείνεται από τον Δία.

6. Πώς αποδεικνύει ο Πρωταγόρας ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται; Να καταγράψετε τα επιχειρήματά του και να τα αξιολογήσετε.
Απάντηση
Ο Πρωταγόρας, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται, διακρίνει δύο κατηγορίες χαρακτηριστικών, τα φυσικά / έμφυτα και τα επίκτητα.
α) Προτερήματα και ελαττώματα που προέρχονται από τη φύση και την τύχη: σ’ αυτή την κατηγορία εντάσσονται χαρακτηριστικά που σχετίζονται με την εξωτερική εμφάνιση και τον ανθρώπινο οργανισμό. Φυσικά, δεν τον απασχολούν τα φυσικά προτερήματα, γιατί αυτά δεν του είναι απαραίτητα για την απόδειξή του, αφού όλοι θαυμάζουν αυτούς που τα έχουν. Με όποιον, όμως, έχει φυσικά ελαττώματα (ασχήμια, μικρό ανάστημα, ασθενικό σώμα) κανείς δεν οργίζεται ούτε προσπαθεί να τα διορθώσει με συμβουλές, διδασκαλία και τιμωρίες, γιατί δεν εξαρτώνται από τη βούληση και την ευθύνη του ανθρώπου («ἀπό τοῦ αὐτομάτου»). Αντίθετα, νιώθουν οίκτο και συμπόνια για τη σκληρότητα της φύσης ή της τύχης.
β) Χαρακτηριστικά που αποκτούν οι άνθρωποι ύστερα από φροντίδα, άσκηση και διδασκαλία. Σ’ αυτή την κατηγορία εντάσσονται στοιχεία, που έχουν να κάνουν με τον χαρακτήρα του ανθρώπου κι επομένως με τις αρετές. Εύλογα, και πάλι, δεν ασχολείται με όσους ήδη διαθέτουν αυτές τις αρετές. Απ’ αυτό, λοιπόν, το σημείο ξεκινά την απόδειξη του «διδακτού» της αρετής: όποιος δεν έχει αρετές, αλλά τα αντίθετα χαρακτηριστικά (για παράδειγμα την αδικία και την ασέβεια), οι άνθρωποι θυμώνουν μαζί του, τον τιμωρούν και τον συμβουλεύουν, διότι αδιαφόρησε να τα καλλιεργήσει. Άρα, η πολιτική αρετή διδάσκεται.
Η απόδειξη του Πρωταγόρα θεμελιώνεται σε σκέψη που διέπεται από πραγματικό ανθρωπισμό και λαμβάνει τον άνθρωπο ως μέτρο σύγκρισης. Από την άλλη, οργανώνεται με σοφιστικό τρόπο, με αποτέλεσμα να αποβλέπει στην πειθώ απλώς του δέκτη και όχι στην αναζήτηση και εύρεση της μίας και μοναδικής αλήθειας, που είναι το ζητούμενο του Σωκράτη. Ειδικότερα, ο μεθοδικός τρόπος, με τον οποίο πραγματεύεται ο Πρωταγόρας το θέμα του, και η ταξινόμηση προϋποθέσεων, επιχειρημάτων και λογικών παραδειγμάτων φανερώνουν ότι ο σοφιστής αγωνιά για την πειστικότητα των λόγων του και όχι για την εύρεση της απόλυτης αλήθειας. Ο σοφιστικός τρόπος προσέγγισης του θέματος φαίνεται, λοιπόν, στα εξής:
α) Η βασική φράση που χρησιμοποιεί ως τεκμήριο για την απόδειξη της αρετής («ὅσα δὲ ἐξ ἐπιμελείας καὶ ἀσκήσεως καὶ διδαχῆς οἴονται γίγνεσθαι ἀγαθὰ ἀνθρώποις») αποτελεί την ίδια την αποδεικτέα θέση, αυτό δηλαδή που χρειάζεται να αποδειχθεί. Έχουμε, λοιπόν, το είδος σοφίσματος που ονομάζεται «λῆψις τοῦ ζητουμένου».
β) «ᾧ ἂν παραγίγνηται» / «ἐάν τις ταῦτα μὴ ἔχῃ»: οι δύο φράσεις έρχονται σε αντίφαση είτε με τη θεωρία ότι η αρετή διδάσκεται, αφού αφήνεται να εννοηθεί ότι κάποιοι δεν μπορούν να την αποκτήσουν με τη διδασκαλία, είτε με τη θεωρία για την καθολικότητα της αρετής, αφού δέχεται ότι υπάρχουν και κάποιοι που δεν την κατέχουν.
γ) Παρουσιάζει ως άποψη των ανθρώπων γενικά, τη δική του απλώς άποψη για το θέμα.
δ) Υπολανθάνει η απαίτηση του ικανού και κατάλληλου δασκάλου, όπως ο ίδιος, για να διδάξει την πολιτική αρετή.
Συνολικά για τον αποδεικτικό λόγο του Πρωταγόρα στην ενότητα αυτή, μπορούμε να πούμε ότι η έλλειψη πειστικότητας των επιχειρημάτων του Πρωταγόρα οφείλεται κυρίως στην ασάφεια της διατύπωσής του. Πιο συγκεκριμένα, όταν ο Πρωταγόρας ισχυρίζεται ότι όλοι οι άνθρωποι κατέχουν την πολιτική αρετή («ἡγοῦνται πάντες ἄνθρωποι πάντα ἄνδρα μετέχειν δικαιοσύνης τε καὶ τῆς ἄλλης πολιτικῆς ἀρετῆς») εννοεί ότι όλοι έχουν μέσα τους στοιχεία πολιτικής αρετής ως προδιάθεση και καταβολές. Πρέπει, όμως, να μεσολαβήσει η διδασκαλία για να φτάσουν στην πλήρη κατάκτησή της. Όταν, πάλι, ισχυρίζεται ότι υπάρχουν και κάποιοι που δεν την έχουν, εννοεί αυτούς που δεν την έχουν αναπτύξει πλήρως, που έχουν αδιαφορήσει να την κατακτήσουν μέσω της διδασκαλίας και, επομένως, έχουν μείνει στο στάδιο της προδιάθεσης, των καταβολών («ἐάντε ὦσιν ἐάντε μὴ / ᾧ ἂν παραγίγνηται» / «ἐάν τις ταῦτα μὴ ἔχῃ»). Συνεπώς, το πρόβλημα, κατά τον Πρωταγόρα, είναι πώς ο άνθρωπος με δεδομένη τη γενική αίσθηση του δικαίου (που του χαρίζουν η αιδώς και η δίκη ως προδιάθεση και καταβολές) μπορεί και πρέπει να παιδεύεται και να ευαισθητοποιείται προκειμένου να κατακτήσει μια δίκαιη συμπεριφορά από κοινωνικοπολιτική άποψη.

7. Είναι γνωστό ότι ο άνθρωπος μαθαίνει αρχικά με τη μίμηση. Γιατί, κατά τη γνώμη σας, την παραλείπει ο Πρωταγόρας;
Απάντηση
Στις μορφές αγωγής εντάσσεται και η μίμηση, την οποία σκόπιμα παραλείπει ο Πρωταγόρας, γιατί δεν εξυπηρετεί την επιχειρηματολογία του. Η μίμηση που έχει στόχο ανώτερα πρότυπα είναι θεμιτή. Όταν, όμως, κάποιος μιμείται άκριτα ή αρνητικά πρότυπα, τότε ελλοχεύουν κίνδυνοι τόσο για την ανθρώπινη προσωπικότητα όσο και για το κοινωνικό σύνολο. Επομένως, η αποτελεσματικότητα της μίμησης είναι αμφισβητήσιμη και η αναφορά του σ’ αυτή θα ανέτρεπε όλη του τη θεωρία για το «διδακτόν» της αρετής ή θα έστρεφε τη συζήτηση σε θέματα άσχετα ή με χαλαρή σχέση με το βασικό ζητούμενο για το διδακτό της αρετής.

Ενότητα 6
1. Πώς παρουσιάζει εδώ την έννοια της τιμωρίας ο Πρωταγόρας; Αναλύστε τη θέση του, όπως παρουσιάζεται στον λόγο του, στις δύο τελευταίες ενότητες.(ερώτηση από το σχολικό εγχειρίδιο στη σελίδα 88)
Απάντηση
Ο Πρωταγόρας αναφέρεται σε δύο είδη τιμωρίας κάνοντας χρήση δύο διαφορετικών ρημάτων:
α) Με το ρήμα τιμωροῦμαι αναφέρεται στην τιμωρία που έχει ως στόχο την εκδίκηση και την ικανοποίηση του αδικηθέντος.
β) Με το ρήμα κολάζω αναφέρεται στην έλλογη τιμωρία του αδικήσαντος με σκοπό τον σωφρονισμό του.
Κατά τη γνώμη του, ο άνθρωπος ως έλλογο ον οφείλει να επιβάλλει τιμωρίες με το δεύτερο σκεπτικό, απορρίπτοντας τα κίνητρα της ανταπόδοσης και της αντεκδίκησης. Η τιμωρία, για τον Πρωταγόρα, έχει παιδευτικό χαρακτήρα και όχι εκδικητικό και κατασταλτικό. Στόχος της δεν είναι η θεραπεία ενός αδικήματος που έχει ήδη διαπραχθεί, γιατί αυτό αποτελεί μια συντελεσμένη πια πραγματικότητα η οποία δεν μπορεί να αλλάξει («οὐ γὰρ ἂν τό γε πραχθὲν ἀγένητον θείη»). Αντίθετα, αφορά την αποτροπή διάπραξης μιας άδικης πράξης στο μέλλον («τοῦ μέλλοντος χάριν»). Πιο συγκεκριμένα, ο στόχος της είναι διττός:
 ο σωφρονισμός του παραβάτη («ἵνα μὴ αὖθις ἀδικήσῃ μήτε αὐτὸς οὗτος»), ώστε να μη διαπράξει ποτέ ξανά στο μέλλον αδίκημα και
 ο παραδειγματισμός («μήτε ἄλλος ὁ τοῦτον ἰδὼν κολασθέντα») των υπολοίπων

2. Με ποιο πνεύμα νομίζετε ότι θα πρέπει μια κοινωνία να εφαρμόζει τον νόμο και τις ποινές στους παραβάτες; (ερώτηση από το σχολικό εγχειρίδιο στη σελίδα 88)
Απάντηση
Στην κοινωνία στην οποία κυριαρχεί ο ορθός λόγος ο νόμος και η ποινή έχουν σκοπό να συνετίσουν αυτούς που αδικοπραγούν και να παραδειγματίσουν όσους μάλλον εύκολα ρέπουν στην αδικοπραγία. Αναγνωρίζεται επομένως ο κοινωνικοποιητικός, αναμορφωτικός και παιδευτικός ρόλος τους. Ωστόσο, για να λειτουργήσουν ο νόμος και η ποινή θετικά για την ηθική βελτίωση του ανθρώπου και την προαγωγή της συλλογικής ζωής, απαιτείται ευνομούμενη κοινωνία με ανθρωπιστικό προσανατολισμό, ο οποίος σύντομα μπορεί να αναλυθεί στα εξής:
 ο νόμος να κατοχυρώνει τα δικαιώματα των πολιτών και να διασφαλίζει την αρμονική συμβίωση μέσα στην κοινωνία,
 επιβάλλεται σε περίπτωση νομικής εκτροπής να γίνεται εξαντλητική διερεύνηση της ενοχής ενός ανθρώπου, που φέρεται ως ένοχος, ώστε να αποφεύγεται η επιβολή άδικης ποινής,
 η ποινή να σωφρονίζει και να παραδειγματίζει και να μην αποτελεί μέσο εκδίκησης και επίδειξης ισχύος εκ μέρους της πολιτείας,
 η πολιτεία οφείλει να εκσυγχρονίζει το σωφρονιστικό της σύστημα και να σέβεται τα δικαιώματα των εκτιόντων ποινές,
 χρέος της πολιτείας είναι να μεριμνά για την ομαλή επανένταξη των κρατουμένων στο κοινωνικό σύνολο,
 ο παραβάτης του νόμου στην ευνομούμενη κοινωνία έχει το δικαίωμα να αντιμετωπίζεται με κατανόηση και ανθρωπιά.

3. Να συγκρίνετε τη θέση του Πρωταγόρα για την τιμωρία με την αντίληψη που υπήρχε γι’ αυτή στην εποχή του. Ποιες ομοιότητες και διαφορές εντοπίζετε;
Απάντηση
Η θέση του Πρωταγόρα συγκριτικά με τις αντιλήψεις της εποχής του είναι ρηξικέλευθη και πρωτοποριακή. Πιο συγκεκριμένα, η τιμωρία, για τον Πρωταγόρα, έχει παιδευτικό χαρακτήρα και όχι εκδικητικό και κατασταλτικό. Στόχος της δεν είναι η θεραπεία ενός αδικήματος που έχει ήδη διαπραχθεί, γιατί αυτό αποτελεί μια συντελεσμένη πια πραγματικότητα η οποία δεν μπορεί να αλλάξει («οὐ γὰρ ἂν τό γε πραχθὲν ἀγένητον θείη»). Αντίθετα, αφορά την αποτροπή διάπραξης μιας άδικης πράξης στο μέλλον («τοῦ μέλλοντος χάριν»). Πιο συγκεκριμένα, ο στόχος της είναι διττός:
 ο σωφρονισμός του παραβάτη («ἵνα μὴ αὖθις ἀδικήσῃ μήτε αὐτὸς οὗτος»), ώστε να μη διαπράξει ποτέ ξανά στο μέλλον αδίκημα και
 ο παραδειγματισμός («μήτε ἄλλος ὁ τοῦτον ἰδὼν κολασθέντα») των υπολοίπων.

Οι Αθηναίοι, αντίθετα, συνέδεαν την τιμωρία με την εκδίκηση και με την ικανοποίηση του ίδιου του παθόντος ή των συγγενών ενός θύματος. Όπως πίστευαν ότι η αλαζονεία (ὕβρις) προκαλεί την οργή (τίσις) και την τιμωρία (νέμεσις) των θεών με στόχο την αποκατάσταση της ηθικής τάξης, κάτι ανάλογο ακολουθούσαν και στην καθημερινότητά τους στη συναναστροφή τους με τους άλλους ανθρώπους. Μια τέτοια στάση, βέβαια, δικαιολογείται, αν λάβουμε υπόψη τον πόνο και την αγανάκτηση του ανθρώπου που υφίσταται την αδικία. Η ομοιότητα, που θα μπορούσαμε να διακρίνουμε, είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις στόχος της ποινής είναι να μην επαναληφθεί η άδικη πράξη.

4. Πώς κρίνετε τη θέση του Πρωταγόρα για την παιδευτική σημασία της τιμωρίας σε σχέση με την εποχή της;
Απάντηση
Η άποψη του Πρωταγόρα κρίνεται ιδιαίτερα ρηξικέλευθη και πρωτοποριακή για την εποχή της, καθώς παρόμοιες αντιλήψεις άρχισαν να ακούγονται και να εφαρμόζονται για πρώτη φορά την εποχή του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού (18ος μ.Χ. αιώνας) από τον Τσεζάρε Μπεκαρία στο έργο του Περί Εγκλημάτων και Ποινών. Ωστόσο για την εποχή της ήταν μάλλον ανεφάρμοστη, γιατί οι Αθηναίοι συνέδεαν την τιμωρία με την εκδίκηση και με την ικανοποίηση του ίδιου του παθόντος ή των συγγενών ενός θύματος. Όπως πίστευαν ότι η αλαζονεία (ὕβρις) προκαλεί την οργή (τίσις) και την τιμωρία (νέμεσις) των θεών με στόχο την αποκατάσταση της ηθικής τάξης, κάτι ανάλογο ακολουθούσαν και στην καθημερινότητά τους στη συναναστροφή τους με τους άλλους ανθρώπους. Μια τέτοια στάση, βέβαια, δικαιολογείται, αν λάβουμε υπόψη τον πόνο και την αγανάκτηση του ανθρώπου που υφίσταται την αδικία.

5. Ο Πρωταγόρας μιλώντας στην 4η ενότητα για τη θανατική ποινή και στην 6η για την παιδευτική σημασία της τιμωρίας φαινομενικά πέφτει σε αντίφαση. Εξηγήστε σε τι συνίσταται η αντίφαση αυτή και πώς τελικά αίρεται.
Απάντηση
Και πριν από το επιχείρημά του για τον παιδευτικό χαρακτήρα της ποινής, ο Πρωταγόρας αναφέρθηκε ήδη στην ποινή στην 4η ενότητα, στο πλαίσιο του μύθου. Ο Πρωταγόρας στην 4η ενότητα, διά στόματος Δία στον μύθο, πρότεινε για όποιον δεν συμμετέχει στην αἰδῶ και τη δίκη τη θανατική ποινή («κτείνειν ὡς νόσον πόλεως»). Σ’ αυτή την ενότητα, αντίθετα, μιλά για την παιδευτική σημασία της τιμωρίας («ἵνα μὴ αὖθις ἀδικήσῃ μήτε αὐτὸς οὗτος μήτε ἄλλος ὁ τοῦτον ἰδὼν κολασθέντα»). Φαινομενικά, λοιπόν, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια αντίφαση: η θανατική ποινή δεν αφήνει περιθώρια βελτίωσης στον δράστη, άρα αίρεται ο σωφρονιστικός χαρακτήρας της και, συνεπώς, η έλλογη σκοπιμότητα που πρέπει να έχει κάθε ποινή. Κατά συνέπεια, η αποδοχή της θανατικής ποινής αντιφάσκει με την αποδοχή του σωφρονιστικού χαρακτήρα της ποινής εν γένει.
Η αντίφαση αίρεται ως έναν βαθμό, αν λάβουμε υπόψη μας και το ακόλουθο χωρίο της 7ης ενότητας: «… πρέπει να εκδιώκουμε από την πόλη ή να σκοτώνουμε ως ανίατο όποιον δεν υπακούει σε αυτό το πράγμα ακόμα και μετά τη διδασκαλία, ακόμα και μετά την τιμωρία». Η θανατική ποινή αποτελεί, λοιπόν, έσχατο μέσο τιμωρίας που επιβάλλεται όταν οι άλλες μορφές τιμωρίας (νουθεσίες, θυμοί, μικρές τιμωρίες, εξορία και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων) δεν έχουν επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα, δηλαδή τον σωφρονισμό του δράστη. Μάλιστα, επιβάλλεται όχι για να εκδικηθεί η πολιτεία αυτόν που διέπραξε ένα αδίκημα, αλλά για να διαφυλάξει την αρμονική συμβίωση και ισορροπία μέσα στην πόλη, απομακρύνοντας οποιοδήποτε ταραχοποιό στοιχείο.
Ωστόσο, προβάλλει και πάλι το όριο του πολιτισμικού επιπέδου που έχει κατακτήσει και βιώνει στις καθημερινές συνθήκες πραγμάτωσής του μια κοινωνία. Αν το θεσμικό πλαίσιο δεν διαμορφώθηκε από συνειδήσεις που έχουν αναγάγει την ανθρώπινη ζωή σε υπέρτατη αξία, τότε θα παρατηρούνται ρωγμές σε οριακές στιγμές, κατά τη διελκυστίνδα των οποίων η ζυγαριά θα γέρνει όχι στον άνθρωπο , αλλά στην ανάγκη διατήρησης του συστήματος. Στον βαθμό που η κοινωνία συμπεριφέρεται κατά τον ίδιο τρόπο με τον παρεκτραπέντα, συνιστά αποδεικτικό σημάδι της ιδεολογικής, ηθικής και συνειδησιακής ανεπάρκειάς της. Αν η θεσπισμένη πολιτεία χρησιμοποιεί λαιμητόμους, κώνεια ή ηλεκτρικές καρέκλες για να αφαιρέσει ένα μοναδικό γεγονός με βίαιο τρόπο, σε τι διαφέρει το αποτέλεσμα της πράξη της από εκείνο του αδικοπραγήσαντα;
Μια ορθολογικά διαμορφωμένη κοινωνία δεν μεταμορφώνεται σε Μήδεια. Αφοσιώνεται στη διαπαιδαγώγηση και στη συνειδησιακή διαμόρφωση των πολιτών κατευθύνοντάς τους πάντα προς τη βίωση της ανάγκης για την έκφραση της ηθικοπνευματικής ιδιοσυστασίας τους.

6. Πώς ο Πρωταγόρας μέσα από την ανάλυση της θέσης του για την επιβολή τιμωριών φτάνει να αποδείξει ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται; Αξιολογήστε την πειστικότητα του επιχειρήματός του.
Απάντηση
Το επιχείρημα του Πρωταγόρα, για να αποδείξει ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται, έχει ως εξής: εφόσον κάποιος κάνει χρήση της έλλογης τιμωρίας με στόχο να αποτρέψει την επανάληψη ενός αδικήματος στο μέλλον, αυτό σημαίνει πως πιστεύει ότι η αρετή μπορεί να διδαχθεί˙ θεωρεί δηλαδή ότι με την επίδραση της ποινής, ενός εξωτερικού παράγοντα, ο άνθρωπος που αδίκησε μπορεί να αποβάλει την αδικία, να συνετιστεί, να βελτιωθεί και να στραφεί στην αρετή κάνοντάς τη σταδιακά κτήμα του. Αν υπήρχε η αντίληψη ότι η αρετή είναι έμφυτο χαρακτηριστικό, θα ήταν μάταιο να επιβάλλονται ποινές, αφού όλοι θα γεννιόμαστε με ή χωρίς την αρετή, χωρίς όμως αυτό να μπορεί να μεταβληθεί. Το επιχείρημα του Πρωταγόρα μπορεί να θεωρηθεί μη πειστικό για τους εξής λόγους:
α) Η άποψη ότι οι άνθρωποι επιβάλλουν τιμωρίες σε όσους διαπράττουν αδικήματα, επειδή αδιαφόρησαν να αποκτήσουν την αρετή, και, επομένως, ότι η αρετή είναι διδακτή είναι μια άποψη που δεν μπορεί να υιοθετηθεί ανεπιφύλακτα, γιατί πρέπει πρώτα να αποδειχθεί. Ο Πρωταγόρας χρησιμοποιεί δηλαδή την αποδεικτέα θέση (ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται) και ως αποδεικτικό στοιχείο. Για άλλη μια φορά, λοιπόν, έχουμε το σόφισμα της λήψεως του ζητουμένου.
β) Η πρωτοποριακή και γενικά αποδεκτή θέση του Πρωταγόρα για την παιδευτική σημασία της τιμωρίας θεωρείται δεδομένη αλλά ανήκει μάλλον στη σφαίρα της θεωρίας και της δεοντολογίας (= τι πρέπει να συμβαίνει) και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ιδιαίτερα εκείνης της εποχής. Ο Πρωταγόρας, λοιπόν, επιχειρεί να αποδείξει τον παιδευτικό ρόλο της ποινής και συνεπώς το διδακτό της αρετής, αναφερόμενος στο τι θα έπρεπε να κάνουν οι Αθηναίοι, όταν δικάζουν, και όχι τι πραγματικά κάνουν, όταν δικάζουν. Άλλωστε ο σοφιστής δεν κάνει λόγο καθαρά για τον τρόπο με τον οποίο οι Αθηναίοι δίκαζαν. Το επιχείρημα του Πρωταγόρα, επομένως, είναι έμμεσα δεοντολογικό και μπορεί να αποδοθεί περίπου ως εξής « η αρετή είναι διδακτή, εφόσον οι ποινές (πρέπει να) έχουν παιδευτικό/σωφρονιστικό χαρακτήρα». Και είναι λογικό ότι με τη σωφρονιστική σκοπιμότητα της ποινής και με το τι θα έπρεπε να κάνουν οι Αθηναίοι, όταν δικάζουν, δεν θα μπορούσε να διαφωνήσει ο Σωκράτης.

7. Ποια συναισθήματα νομίζετε ότι διακατέχουν τον Πρωταγόρα στο τέλος της 6ης ενότητας, αν κρίνετε από τη φράση του «… ἀποδέδεικταί σοι, ὦ Σώκρατες, ἱκανῶς, ὥς γέ μοι φαίνεται»;
Απάντηση
Ο Πρωταγόρας ολοκληρώνει το επιχείρημά του γεμάτος αυτοπεποίθηση και αυταρέσκεια (ἱκανῶς), πιστεύοντας ότι αντιμετώπισε με πειστικότητα τον αντίπαλό του, Σωκράτη, και ανέτρεψε το επιχείρημά του για το μη διδακτό της πολιτικής αρετής. Έτσι, ικανοποιεί τη ματαιοδοξία του και ενισχύει το κύρος του ως κορυφαίου διανοητή της εποχής του.
Συγχρόνως, στο τέλος, μετριάζει ευγενικά τη στάση του με τη φράση «ὥς γέ μοι φαίνεται».

Ενότητα 7
1. Συγκρίνετε τη στάση του Σωκράτη, όταν στη φυλακή αρνήθηκε να πειστεί στις προτάσεις των φίλων του για απόδραση, με τις απόψεις του Πρωταγόρα περί τιμωρίας.(ερώτηση από το σχολικό εγχειρίδιο στη σελίδα 91)
Απάντηση
Συγκρίνοντας τη στάση του Σωκράτη στη φυλακή και τις απόψεις του Πρωταγόρα περί τιμωρίας μπορούμε να επισημάνουμε τα εξής:
α. Ο Σωκράτης δεν δέχεται την πρόταση των φίλων του να αποδράσει από τη φυλακή, προκειμένου να αποφύγει την εκτέλεση της θανατικής ποινής. Η στάση του αυτή αποδεικνύει την πεποίθησή του ότι ο πολίτης πρέπει να υπακούει στους νόμους της πολιτείας και να δέχεται τις επιταγές τους, ανεξάρτητα απ’ το αν η τιμωρία που επιβάλλει είναι ή θεωρείται δίκαιη ή άδικη. Δεν πρέπει λοιπόν από φόβο για την τιμωρία, αλλά από συνειδητό σεβασμό στους νόμους, "διά δέος", να υπακούει σ΄αυτούς. Έτσι, διαφυλάσσεται η αρμονία και η ισορροπία μέσα στην πόλη.
β. Ο Πρωταγόρας, από την άλλη, θεωρεί την τιμωρία μέσο για τη βελτίωση του πολίτη και τη συμμετοχή του στην αρετή.
Άρα, η άποψη του Σωκράτη σχετίζεται με την αναγκαιότητα αποδοχής της ποινής και το κύρος των νόμων, ενώ οι απόψεις του Πρωταγόρα αφορούν τη σκοπιμότητα της τιμωρίας και τον τρόπο κατάκτησης της πολιτικής αρετής.
2. Συγκρίνετε την άποψη του Σωκράτη για την αδυναμία των πολιτών να διδάξουν την πολιτική αρετή στα παιδιά τους με τη διαφορετική θέση του Πρωταγόρα.(ερώτηση από το σχολικό εγχειρίδιο στη σελίδα 91)
Απάντηση
α. Ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι οι άριστοι πολιτικοί άνδρες δεν μπορούν να μεταδώσουν την πολιτική αρετή στα παιδιά τους και αυτό το αποδεικνύει χρησιμοποιώντας την περίπτωση των γιων του Περικλή. Βέβαια, πρέπει να επισημανθεί ότι ο Σωκράτης με τον όρο «πολιτική αρετή» εννοεί πιθανότατα την τέχνη «τοῦ λέγειν καὶ πράττειν τὰ τῆς πόλεως», την τέχνη δηλαδή του ικανού πολιτικού ηγέτη. Αυτή η ικανότητα, λοιπόν, θεωρεί ότι αποτελεί έμφυτο χαρακτηριστικό και δεν διδάσκεται. Διαφορετικά, θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι οι γιοι του Περικλή, και των πολιτικών γενικότερα, δεν έχουν αρετή και δρουν μέσα στην παρανομία.
β. Ο Πρωταγόρας, από την άλλη, ισχυρίζεται ότι οι άριστοι πολιτικοί άνδρες μπορούν να διδάξουν την πολιτική αρετή στα παιδιά τους κι αυτό το αποδεικνύει μ’ έναν συλλογισμό «ἐκ τοῦ ἐλάσσονος πρὸς τὸ μεῖζον». Ο συλλογισμός του έχει ως εξής: είναι αδύνατον και παράλογο οι πολιτικοί άνδρες να διδάσκουν στα παιδιά τους άλλα πράγματα, που δεν είναι τόσο σημαντικά, και να μη τους διδάσκουν την πολιτική αρετή, η έλλειψη της οποίας επιφέρει βαρύτατες ποινές (εξορία, δήμευση περιουσιών) ή ακόμα και τον θάνατο.

3. Ποια μέσα θεωρείτε ότι έχουν στη διάθεσή τους η οικογένεια και η κοινωνία προκειμένου να διδάξουν στους νέους την πολιτική αρετή; (ερώτηση από το σχολικό εγχειρίδιο στη σελίδα 91)
Απάντηση
Τα μέσα που χρησιμοποιεί η οικογένεια και η κοινωνία προκειμένου να διδάξει στους νέους την πολιτική αρετή είναι τα εξής:
α. μέσα για τη διάπλαση της προσωπικότητας: προτρεπτικές ή αποτρεπτικές νουθεσίες, προβολή παραδειγμάτων προς μίμηση, η παιδεία, η γενική μόρφωση, η αγωγή, η διδασκαλία.
β. σωφρονιστικές μέθοδοι: στην περίπτωση της οικογένειας εφαρμόζονται οι απειλές και τα χτυπήματα, ενώ στην περίπτωση της κοινωνίας, η κοινή γνώμη επιδοκιμάζει ή αποδοκιμάζει κάποιες συμπεριφορές. Η πολιτεία, πάλι, με τη σειρά της, επιβάλλει ποινές και κυρώσεις.

4. Οι αρχαίοι Έλληνες ταύτιζαν απολύτως την πολιτική και την ιδιωτική αρετή. Θεωρείτε πως πράγματι πρέπει να τις ταυτίζουμε ή μήπως πρόκειται για ξεχωριστές ιδιότητες;(ερώτηση από το σχολικό εγχειρίδιο στη σελίδα 91)
Απάντηση
Στην αρχαία Ελλάδα η πολιτική και η ιδιωτική αρετή ταυτίζονταν, γιατί ο πολίτης νοούνταν μόνο ως μέλος του συνόλου. Αυτός που στην ιδιωτική του ζωή φέρεται δίκαια και σωστά, είναι ικανός να λάβει τις ορθότερες αποφάσεις και στη δημόσια ζωή. Η λήψη αποφάσεων σε ιδιωτικό και δημόσιο βίο απαιτεί πολίτες με αρετή, υψηλό αίσθημα ευθύνης, σωφροσύνη και ήθος. Στις μέρες μας θα μπορούσαν να ταυτιστούν με το εξής σκεπτικό: η πολιτική αρετή ενός άνδρα σχετίζεται με τη στάση του στα δημόσια πράγματα, η οποία επιδρά στο σύνολο των ανθρώπων με τους οποίους συμβιώνει. Η προσωπική του αρετή έχει να κάνει με τη συμπεριφορά του προς ένα ή κάποια από αυτά τα άτομα. Οι δύο αυτές έννοιες ταυτίζονται, λοιπόν, αφού ρυθμίζουν τη συμπεριφορά ενός ατόμου προς τα υπόλοιπα. Αλλά κι αν ακόμα μιλήσουμε για την αρετή ενός πολιτικού άνδρα, θα διαπιστώσουμε ότι κι εκεί υπάρχει ταύτιση, καθώς οι προσωπικές του αρετές ρυθμίζουν τη στάση του και τη δράση του ως πολιτικού άνδρα.

5. Με ποια μέθοδο δηλώνει ο Πρωταγόρας ότι θα ανασκευάσει τη δεύτερη αντίρρηση του Σωκράτη; Γιατί, κατά τη γνώμη σας, προτίμησε να αλλάξει μέθοδο; Ποια πλεονεκτήματα του προσφέρει η δεύτερη;
Απάντηση
Ο Πρωταγόρας δηλώνει ότι θα εγκαταλείψει τη μέθοδο του μύθου, που χρησιμοποίησε για να απαντήσει στο πρώτο επιχείρημα του Σωκράτη, και θα χρησιμοποιήσει τον λόγο. Ο σοφιστής αντιλαμβάνεται τη δύσκολη θέση στην οποία έχει περιέλθει και αποφασίζει να αλλάξει μέθοδο, για να γίνει πιο πειστικός. Δεν θα χρησιμοποιήσει, λοιπόν, άλλο συμβολισμούς, αλληγορίες και ποιητική γλώσσα, αλλά επιχειρήματα που θα βασίζονται στη λογική, σε τεκμηριωμένα στοιχεία και σε πραγματικά γεγονότα.

6. Ποια είναι η βασική υποχρέωση του πολίτη για να μπορούν να υπάρξουν οργανωμένες κοινωνίες και με ποιους τρόπους παρεμβαίνει η πολιτεία στην εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής;
Απάντηση
Ο Πρωταγόρας θεωρεί ότι βασική υποχρέωση του πολίτη, προκειμένου να υπάρξουν πόλεις, είναι να κατέχει την πολιτική αρετή. Έτσι, του δίνεται η ευκαιρία να αναφερθεί και πάλι στο περιεχόμενο της πολιτικής αρετής. Αυτή αποτελείται από τη δικαιοσύνη, τη σωφροσύνη και την ευσέβεια. Παρόλο, όμως, που η καθολικότητα της αρετής αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη συγκρότηση κοινωνιών, υπάρχουν κάποιοι που δεν την κατέχουν. Αυτοί, λοιπόν, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Πρωταγόρα, πρέπει να οδηγούνται στην αρετή με τη διδασκαλία και, αν δεν επέλθει βελτίωση, να τιμωρούνται, να εκδιώκονται από την πόλη ή ακόμα και να θανατώνονται. Μάλιστα, η εξορία και η δήμευση της περιουσίας θεωρούνταν βαρύτατες ποινές διότι οδηγούσαν στον συνεχή διασυρμό ολόκληρης της γενιάς. Εδώ παρατηρούμε ότι ο σοφιστής αναφέρει τις ποινές με μια ανιούσα κλιμάκωση και διαπιστώνουμε αυτό που επισημάναμε και στην 6η ενότητα: η θανατική ποινή επιβάλλεται μόνο ως έσχατο μέσο τιμωρίας, όταν οι άλλες μορφές τιμωρίας δεν έχουν επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα και με σκοπό να διαφυλαχθεί η ισορροπία και η αρμονική συμβίωση μέσα στην πόλη.

7. Με ποιο επιχείρημα προσπαθεί ο Πρωταγόρας να αποδείξει ότι οι άριστοι πολιτικοί άνδρες μπορούν να διδάσκουν την πολιτική αρετή στα παιδιά τους; Να αξιολογήσετε την πειστικότητά του.
Απάντηση
Το επιχείρημα με το οποίο προσπαθεί ο Πρωταγόρας να αποδείξει ότι οι άριστοι πολιτικοί άνδρες μπορούν να διδάσκουν την πολιτική αρετή στα παιδιά τους είναι το εξής: είναι αδύνατον και παράλογο οι πολιτικοί άνδρες να διδάσκουν στα παιδιά τους άλλα πράγματα, που δεν είναι τόσο σημαντικά, και να μη τους διδάσκουν την πολιτική αρετή, η έλλειψη της οποίας επιφέρει βαρύτατες ποινές (εξορία, δήμευση περιουσιών) ή ακόμα και τον θάνατο. Ο συλλογισμός του είναι διατυπωμένος «ἐκ τοῦ ἐλάσσονος πρὸς τὸ μεῖζον».
Αν επιχειρούσαμε να κρίνουμε το επιχείρημα του Πρωταγόρα, θα λέγαμε ότι δεν κρίνεται ιδιαίτερα πειστικό για τους εξής λόγους:
α. αλλοιώνει τη θέση του Σωκράτη αποδεικνύοντας τελικά μια άποψη που ο ίδιος πιστεύει και θεωρεί δεδομένη, β. χρησιμοποιεί ρητορική ερώτηση και μια σειρά εφτά διαδοχικών υποθέσεων, από τις οποίες προκύπτει μια θέση που ο ίδιος θεωρεί δεδομένη χωρίς να προσκομίζει άλλα αποδεικτικά στοιχεία,
γ. χρησιμοποιεί (όπως και στην 5η ενότητα) δεοντολογική διατύπωση («πρέπει να μετέχουν, πρέπει να ενεργεί, πρέπει να τον διδάσκουμε και να τον τιμωρούμε, πρέπει να εκδιώκουμε»), η οποία δεν έχει αποδεικτική ισχύ, καθώς αναφέρει τι πρέπει να συμβαίνει και όχι τι συμβαίνει στην πραγματικότητα,
δ. θεωρεί ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται, επειδή η πολιτεία επιβάλλει ποινές σε όποιον αδιαφόρησε να την αποκτήσει. Η θέση αυτή, όμως, δεν έχει αποδειχθεί (σόφισμα λήψεως του ζητουμένου).

8. Ποια εκφραστικά μέσα χρησιμοποιεί ο Πρωταγόρας για να καταλήξει στο πρώτο του συμπέρασμα; Τι φανερώνουν;
Απάντηση
Τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιεί ο Πρωταγόρας για να καταλήξει στο πρώτο του συμπέρασμα είναι τα εξής:
α. μια ρητορική ερώτηση («υπάρχει ένα πράγμα στο οποίο είναι αναγκαίο να μετέχουν όλοι οι πολίτες, προκειμένου να είναι δυνατή η ύπαρξη πόλεως, ή δεν υπάρχει;»),
β. εφτά διαδοχικές υποθετικές προτάσεις («εάν …»), που διατυπώνονται με ρητορικό τρόπο και εκλαμβάνονται ως δεδομένες θέσεις,
γ. επαναλήψεις,
δ. πλατειασμοί
Όλοι αυτοί οι εκφραστικοί τρόποι χρησιμοποιούνται πιθανόν για λόγους εντυπωσιασμού ή αποδεικνύουν την αμηχανία και τη δυσκολία του σοφιστή να πείσει τον αντίπαλό του.

9. Παρουσιάστε αναλυτικά τις τρεις βαθμίδες εκπαίδευσης στην αρχαία Αθήνα (ηλικία, φορείς αγωγής, στόχους και μεθόδους).
Απάντηση
Η 1η βαθμίδα εκπαίδευσης («Στην πραγματικότητα … σαν δέντρο που λυγίζει και γέρνει.») αφορά τη νηπιακή ηλικία (ως 6 ή 7 ετών), μέχρι δηλαδή να πάνε τα παιδιά στο σχολείο. Την εκπαίδευσή τους αναλαμβάνουν οι γονείς, η παραμάνα και ο παιδαγωγός. Η παραμάνα ήταν δούλη ή φτωχή ελεύθερη, έμμισθη, που φρόντιζε μαζί με τη μητέρα τα παιδιά στη βρεφική και νηπιακή ηλικία. Η γυναίκα που θήλαζε το βρέφος ονομαζόταν «τίτθη», και εκείνη που είχε τη γενική φροντίδα του παιδιού, «τιθήνη» ή «τροφός». Ο παιδαγωγός ήταν δούλος που συνόδευε το παιδί στους περιπάτους και αργότερα στο σχολείο, το συμβούλευε και επέβλεπε τη μελέτη των μαθημάτων του και τη συμπεριφορά του. Όσον αφορά τον στόχο σ’ αυτό το στάδιο εκπαίδευσης ήταν η μετάδοση ηθικών αξιών και οι μέθοδοι για την επίτευξή του οι νουθεσίες, η διδασκαλία, οι απειλές και τα χτυπήματα.
Η 2η και 3η βαθμίδα εκπαίδευσης («Κι ύστερα … να γίνει παρόμοιος.») αφορούσε την παιδική και εφηβική ηλικία, δηλαδή από 6 ή 7 έως 18 ετών. Την εκπαίδευσή τους αναλάμβαναν οι δάσκαλοι και συγκεκριμένα, ο γραμματιστής, ο κιθαριστής και ο παιδοτρίβης. Ο γραμματιστής δίδασκε ανάγνωση, αριθμητική και γραφή. Συνήθιζε τα παιδιά να απομνημονεύουν και να απαγγέλλουν ποιήματα μεγάλων ποιητών, από τα οποία οι μαθητές αντλούσαν συμβουλές, διδάγματα και πρότυπα που ήθελαν να μιμηθούν. Ο κιθαριστής δίδασκε τραγούδι αλλά και την τέχνη του αυλού, της κιθάρας και της λύρας. Η μουσική είχε σπουδαία θέση στην εκπαίδευση των νέων. Πίστευαν ότι συνέβαλλε στην ημέρωση της ψυχής και στη διαμόρφωση εύρυθμου χαρακτήρα μεταδίδοντας την αίσθηση του μέτρου και της ισορροπίας. Ο παιδοτρίβης αναλάμβανε την εκγύμναση των νέων στην «παλαίστρα», ένα τετράγωνο γήπεδο περιτριγυρισμένο από τοίχους. Οι Αθηναίοι στόχευαν στη σύζευξη υγιούς ψυχής και υγιούς σώματος («νοῦς ὑγιὴς ἐν σώματι ὑγιεῖ»). Σ’ αυτό το στάδιο εκπαίδευσης στόχος ήταν πρωτίστως η «εὐκοσμία» των παιδιών, δηλαδή τρόποι καλής συμπεριφοράς, και δευτερευόντως, η ανάγνωση και η αποστήθιση ποιημάτων μεγάλων ποιητών, η γραφή και η μουσική. Οι μέθοδοι που ακολουθούνταν ήταν η διδασκαλία και η μίμηση προτύπων αρχαίων ηρώων, προκειμένου να τα ενστερνιστούν.
Σ’ αυτό το σημείο παρεμβάλλεται και μια άλλη βαθμίδα εκπαίδευσης που δεν περιλαμβάνεται στο απόσπασμα που παρατίθεται στο σχολικό εγχειρίδιο: πρόκειται για την ανώτατη εκπαίδευση, δηλαδή τη μαθητεία κοντά σε φιλοσόφους, σοφιστές και ρητοροδιδασκάλους.
Η 4η βαθμίδα εκπαίδευσης («Και όταν πια φύγουν… στην ευθεία.») αφορούσε την ενήλικη ζωή. Φορέας αγωγής ήταν η πολιτεία, που στόχευε να μάθει τους πολίτες και τους άρχοντες να υπακούουν στους νόμους. Στους παραβάτες των νόμων επιβάλλονταν κυρώσεις, που ονομάζονταν «εὐθῦναι».

10. Ποια ήταν τα βασικά γνωρίσματα του εκπαιδευτικού συστήματος της αρχαίας Αθήνας;
Απάντηση
α. η αγωγή των Αθηναίων πολιτών ήταν μια διαδικασία που διαρκούσε όλη τους τη ζωή. Επρόκειτο δηλαδή για μια διά βίου μάθηση.
β. η εκπαίδευση είχε ιδιωτικό χαρακτήρα και, επομένως, απευθυνόταν κυρίως στις εύπορες οικογένειες. Η διδασκαλία γινόταν στο σπίτι του μαθητή ή του δασκάλου, ενώ το περιεχόμενο της εκπαίδευσης δεν ήταν σαφώς καθορισμένο από την πολιτεία αλλά εξαρτιόταν από το κριτήριο του δασκάλου ή της οικογένειας.
γ. το περιεχόμενο της εκπαίδευσης ήταν κυρίως ηθοπλαστικό, αφού αποσκοπούσε στο να διαμορφωθούν ηθικά ενάρετοι άνθρωποι. Αυτό υποδηλώνεται σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα, στην πρώτη βαθμίδα οι φορείς αγωγής επιδίδονταν στη μετάδοση βασικών αρχών ηθικής συμπεριφοράς. Στη δεύτερη βαθμίδα, ο δάσκαλος φρόντιζε περισσότερο για την «εὐκοσμία», την ευπρεπή δηλαδή συμπεριφορά των παιδιών, και λιγότερο για τη μετάδοση γνώσεων. Η τρίτη απέβλεπε κυρίως στο αρμονικό δέσιμο της ψυχής και του σώματος. Τέλος, στην τελική βαθμίδα, η υπακοή στους νόμους είχε ως στόχο να ρυθμίσει τη συμπεριφορά των πολιτών, ώστε να αναπτυχθούν μεταξύ τους σχέσεις συνεργασίας, αλληλεγγύης και αλληλοσεβασμού. Χαρακτηριστικό είναι μάλιστα το γεγονός ότι οι νόμοι αναγράφονταν σε ξύλινες πινακίδες και τοποθετούνταν σε δημόσιο χώρο, για να μπορούν να τους διαβάζουν όλοι οι πολίτες.

11. Ποιο είναι το επιχείρημα που χρησιμοποιεί ο Πρωταγόρας για να αποδείξει ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται; Αξιολογήστε το.
Απάντηση
Αφού ο Πρωταγόρας μίλησε διεξοδικά για το εκπαιδευτικό σύστημα της Αθήνας και τις βαθμίδες που περιλαμβάνει, καταλήγει στο λογικό επακόλουθο ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται. Πιο συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι δεν είναι δυνατόν να μη διδάσκεται η πολιτική αρετή, εφόσον καταβάλλονται τόσες προσπάθειες από τους ανθρώπους και σε ιδιωτικό και σε δημόσιο επίπεδο για τη μετάδοσή της. Αν οι άνθρωποι θεωρούσαν ότι η αρετή δεν διδάσκεται, θα ήταν μάταιο να το προσπαθούν μέσω της παιδείας.
Αν επιχειρούσαμε να αξιολογήσουμε το επιχείρημα του Πρωταγόρα, θα παρατηρούσαμε τα εξής:
α. Κάποιοι μελετητές θεωρούν πειστικό το συμπέρασμα του Πρωταγόρα, καθώς στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα.
β. Άλλοι, πάλι, μελετητές το θεωρούν μη πειστικό για τους εξής λόγους:
 το συμπέρασμα διατυπώνεται και πάλι μέσω μιας ρητορικής ερώτησης, η απάντηση στην οποία θεωρείται δεδομένη χωρίς να προσκομίζονται άλλα αποδεικτικά στοιχεία,
 ο Πρωταγόρας θεωρεί ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται, επειδή γίνονται προσπάθειες να διδαχθεί και σε ιδιωτικό και σε δημόσιο επίπεδο. Η θέση αυτή, όμως δεν έχει αποδειχθεί (σόφισμα λήψεως του ζητουμένου).

θνητά- από το ρήμα θνήσκω (= πεθαίνω). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: θνησιγενής, θνησιμότητα, θνητότητα γένη - από το θέμα γεν- του ρήματος γίγνομαι. ΟΜΟΡΡΙΖΑ:γένεση, γενέθλιος, αγέννητος, γηγενής                                          
είμαρμένος- μετοχή του παρακειμένου ει’μαρται του ρήματος μείρομαι που σχηματίζει το θέμα μερ-, ΟΜΟΡΡΙΖΑ: μερίδιο, μέρος, μόριο, μοίρα, μοιραίος, άμοιρος, μορος (= μοίρα)
τυπουσιν- από το ουσιαστικό τύπος. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: τυπώνω, εκτύπωση, εντύπωση, διατύπωση
γη- από τον ασυναίρετο τύπο γέα. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: γήινος, γηγενής, γήπεδο, γήλοφος και γεωργός, γεωγραφία, γεωδοσία (από τον ασυναίρετο τύπο)
Μείξαντες- από το θέμα μειγ- του ρήματος μείγννμί (το άλλο θέμα είναι μ/γ-). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: μεικτός, ανάμειξη και μιγάς, αμιγής (από το θέμα μιγ-).
κεράννυται σχηματίζει τα θέματα κερα(σ)- και κρα- (έκράσθην). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: κερνώ, κέρασμα και κράμα, κράση
φως - από το ασυναίρετο ουσιαστικό φάος. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: φωτίζω, ολοφώτεινος, ξέφωτο, Διαφωτισμός, φωτοσύνθεση
προσέταξαν- από το προς + τάττω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: προσταγή, διαταγή, κατάταξη, παράταξη, τακτική, σύνταγμα, ταγός.
κοσμήσαι - από το ουσιαστικό κόσμος. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: κόσμημα, διακόσμηση, κοσμιότητα, κοσμοκράτορας, εγκόσμιος
νεϊμαι - το ρήμα νέμω σχηματίζει τα θέματα νεμ-> νειμ- και νομ-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: διανέμω, νέμεση, κατανομή, νομός.
παραιτούμαι - από το παρά + αΐτοϋμαι. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: απαίτηση, επαίτης, παραίτηση.
εφη- το ρήμα φημί σχηματίζει τα θέματα <ρη- (φημϊ) και φα- (φαμέν). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: απόφαση, κατάφαση, φημολογία, φήμη, διαφημίζω.
έπίσκεψαι - από το επί + σκοπέομαι -οϋμαι. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: άσκοπος, σκοπιμότητα, ανασκόπηση (από το θέμα σκοπ-), σκέπτομαι, περίσκεψη, συνδιάσκεψη (από το θέμα σκεπ-).
πείσας- το ρήμα πείθω σχηματίζει τα θέματα πει- (πείθω) πι- (έπιθόμην), ποι- (πέποιθα). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: πειθώ, πειστικός, πειθαναγκάζω, πίστη, εμπιστοσύνη, διαπίστωση, πεποίθηση.
προσηπτεν- από το προς + άπτω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: αναπτήρας, αψιμαχία, σύναψη, απτός. ασθενέστερους από το στερητικό ά- + σθένος. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: ασθενής, φιλάσθενος, σθεναρός, εξασθένιση.
διδούς - το ρήμα δίδωμι σχηματίζει τα θέματα δω- (δίδωμι), δο- (έδομεν). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: παράδοση, προδοσία, αντίδοτο, επιδότηση, αντίδοτο, δώρο.
Φύσις- από το ρήμα φύω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: φυτό, έμφυτος, κατάφυτος, φυτοφάρμακο, φυτρώνω.
σωτηρίαν- από το ρήμα σώζω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: σωτήριος, σώος, σωστός, σωσίβιο
ημπισχεν- από το άμφΐ + έχω ή από το άμφΐ + ϊσχω.
Φυγήν- από το ρήμα φεύγω· σχηματίζει τα θέματα φυγ- (έφυγον) και φευ- (φεύγω). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: διαφυγή, φυγόδικος, πρόσφυγας και φευγαλέος, αποφευκταίος. κατάγειος- από το κατά + γη (βλ. παραπάνω γη).
Ηΰξε- το ρήμα αΰξω ή αυξάνω σχηματίζει το θέμα αύγ- (πρβλ. augeo λατινικά). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: αύξηση, προσαύξηση, αυξομείωση
έπανισων- από το επί + ανά + ίσόω -ω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: εξίσωση, ισότητα, ισομέρεια, ανισομερής.
εύλάβειαν- από το εύ + λαμβάνω· σχηματίζει θέματα λαβ-, ληψ- και λημ-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: προσλαμβάνω, κατάληψη, κατειλημμένος, λαβή, σύλληψη, αντίληψη, δοσοληψία.
άϊστωθείη- από το στερητικό ά + ιστ- (θέμα από το ίδέίν < όράω -ω).
έπήρκεσε- από το έπί + άρκέω -ω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: αυτάρκεια, διάρκεια, ανεπαρκής, αρκετός.
εύμάρειαν- από το εύ + μαρής < μάρη (= χέρι).
άμφιεννύς- από το άμφι + ένννμι (= ντύνομαι). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: αμφίεση, μεταμφιεσμένος, άμφια.
χειμωνα- από το ουσιαστικό χεϊμα (= χειμώνας). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: χειμερία (νάρκη), ξεχειμωνιάζω, χειμερινός.
καύματα- από το ρήμα καίω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: καύση, καυστικός, έγκαυμα, καυτηριάζω
ίουσιν- το ρήμα έρχομαι σχηματίζει τα θέματα: ερχ-, ελ-, /-, ηλ-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: προσιτός, εισιτήριο, ερχομός, έλευση, προσηλυτίζω, επερχόμενος
στρωμνή- από το ρήμα στρώνννμι. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: κατάστρωμα, οδοστρωτήρας, επίστρωση.
αύτοφυής- από το αύτός + φυής < φύω (βλ. παραπάνω φύσις). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: ευφυής, αφυής (= ο ανόητος)
ύποδων- από το ύπό + δέω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: δένω, δεσμά, δέσιμο, σύνδεσμος, δεσμοφύλακας.
άναίμοις- από το στερητικό ά- + αίμα. ΟΜΟΡΜΖΑ: αιμοδότης, αναίμακτος, αφαίμαξη.
τροφάς- από το ρήμα τρέφω· σχηματίζει τα θέματα τροφ- και τρεφ-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: διατροφή, τρόφιμος, εκτροφείο, σύντροφος
έξεπόριζεν- από το έκ + πορίζω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: βιοπορισμός, εμπορεύομαι, πόρισμα βοράν- από το ρήμα βιβρώσκω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: σαρκοβόρος, χρονοβόρος
όλιγονίαν- από το όλίγος + γόνος (βλ. παραπάνω γένη).
το ρήμα αναλίσκω σχηματίζει τα θέματα αν-, άλ- (από το ανά + Fαλ·). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: κατανάλωση, καταναλωτής, παρανάλωμα, αναλώσιμα.

πανυ- από το επίθετο πάς ΟΜΟΡΡΙΖΑ: πανθεϊστής, πανίσχυρος, παντοτινός, πασιφανές. έλαθεν- από το ρήμα
λανθάνω· σχηματίζει θέμα λα(ν)Θ-, καιληθ- (λησ-). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: λησμονιά, αλήθεια, λάθος, λαθραίος, αλάθητος
καταναλώσας- από το ρήμα καταναλίσκω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: παρανάλωμα, υπερκατανάλωση
αλογα- από το στερητικό α- + λέγω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: λογοκλόπος, συλλογή, διαλέγω, επίλογος,
λογικός, αναντίλεκτος (= αναντίρρητος)
λοιπόν- από το ρήμα λείπω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: υπόλοιπος, κατάλοιπα, έλλειψη, εγκατάλειψη
άκόσμητον- από το στερητικό α- + κοσμώ. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: κόσμημα, διάκοσμος, κοσμιότητα
άνθρώπων- από το άνω + θρώσκω (= βλέπω) ή από το άνήρ (άνδρ-) + ώπός (ώψ = όψη, θωριά, μάτι)
ήπόρει- από το στερητικό α- + πόρος. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: εύπορος, απορία, προσπορίζω
χρήσαιτο- το ρήμα χρώμαι προέρχεται από το ουσιαστικό χρεία (= η χρήση, η χρησιμοποίηση). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: άχρηστος, χρησιμότητα, κατάχρηση, εύχρηστος
έρχεται- ρήμα έρχομαι σχηματίζει τα θέματα έρχ-, ει- (είμι), ήλθ- (ήλθον), ι-(ιμεν). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: απερχόμενος, προσιτός, ερχομός, έλευση, εισιτήριο
έπισκεψόμενος- από το από το έπι + σκοπέω· σχηματίζει τα θέματα σκοπ- και σκεπ(ψ)-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: άσκοπος, απερίσκεπτος, διάσκεψη, επισκέπτης
νομή- από το ρήμα νέμω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: διανομέας, κατανομή, απονομή, νομός
όρα- το ρήμα όρώ σχηματίζει τα θέματα ορ- (όράω), ωρ- (έώρων), οψ- (όψομαι), ειδ- (εΐδον), ιδ- (ίδω), οπ- (δπωπα). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: όραση, ενορατικός, αυτόπτης, περίοπτος, είδωλο, ιδεατός
έμμελώς- από το έν + μέλος. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: παραμελώ, επιμελητής, μέλημα
άνυπόδητον- από το ά + υπό + δέω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: υποδήματα, δέσιμο, δένω, δεσμώτης
άστρωτόν- από το ά + στρώνννμι. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: κατάστρωμα, επίστρωση, οδοστρωτήρας
έχοντα- το ρήμα έχω σχηματίζει τα θέματα εχ- και σχ- (έσχον). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: κατοχή, παροχή, κατάσχεση, υπόσχεση, ανεκτικός, εχεμύθεια, εχέφρων
δεϊ- από το ρήμα δέω (= έχω ανάγκη, στερούμαι). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: δέον, δεοντολογία έξιέναι- βλ. παραπάνω έρχεται
σωτηρίαν- από το ρήμα σώζω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: διάσωση, σωτήριος, σωστικός
εύροι- από το ρήμα ευρίσκω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: ανεύρεση, εύρετρα, εύρημα
κλέπτει- το ρήμα κλέπτω σχηματίζει τα θέματα κλεπ- (κλέπτω), κλοπ- (κλοπή), κλαπ- (έκλάπην). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: λογοκλόπος, κλοπιμαία, κλεπταποδόχος.
έντεχνον- έν + τέχνη < τεχνάομαι -ώμαι. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: φιλότεχνος, καλλιτέχνης, τεχνοτροπία, τέχνασμα
άμήχανον- από το στερητικό α- + μηχανή < μηχανόομαι -ώμαι. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: βιομήχανος, μηχανεύομαι, πολυμήχανος, μηχάνημα
κτητήν- από το ρήμα κτάομαι -ώμαι. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: απόκτηση, κατακτητής, κτήτορας, κτήμα
χρησίμην- από το ρήμα χρήομαι -ωμαι. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: άχρηστος, εύχρηστος, χρησιμοποιώ, κατάχρηση
βίον- από το ρήμα βιόω -ω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: βιότοπος, βιολογία, υδρόβιος, αιωνόβιος, συμβίωση
άκρόπολις -από το άκρος + πόλις. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: συμπολίτης, πολίτευμα, αντιπολίτευση, πολιτεία.
οίκημα- από το ρήμα οΐκέω -ώ. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: κάτοικος, αποικία, οικότροφος, οικοσύστημα, οικοδεσπότης.
ένεχώρει- από το έν+χωρώ. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: συγχώρεση, παραχωρώ, υποχώρηση, προχωρημένος
φυλακαί- από το ρήμα φυλάττω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ:προφύλαξη, αστυφύλακας, ακτοφυλακή, επιφυλακτικότητα
φοβεραί- από το φόβος + -ερός (παραγωγική κατάληξη). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: επίφοβος, φόβητρο, φοβισμένος.
έφιλοτεχνείτην- από το φίλος + τέχνη. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: φιλοπόλεμος, συμφιλίωση, φιλόπονος, φιλόπατρις και κακοτεχνία, συντεχνία, τεχνοκράτης, τεχνοτροπία
έμπυρος- από το έν + πυρ. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: πυροσβέστης, απυρόβλητο, πυρπόληση, πυροτέχνημα.
δίδωσιν- το ρήμα δίδωμι σχηματίζει το ισχυρό θέμα δω- (δωρον) και το ασθενές θέμα δο- (δόσις). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: παράδοση, προδότης, δοτός, δοσοληψία
λέγεται- το ρήμα λέγομαι σχηματίζει θέματα λέγ(ξ)-> λογ-, ειπ-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: διάλογος, λογότυπο, διάλεξη, λεκτικός, έπος, ανείπωτος
δίκη- από το ρήμα δικάζω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: δικαστήριο, αντίδικος, δικαιοδοσία, δικολάβος
μοίρας- το ρήμα μείρομαι που σχηματίζει τα θέματα μερ-, μαρ-, μορ-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: μοιρολάτρης, μοιρολογώ, μερίδιο, κακόμοιρος, άμοιρος, μοιραίος
συγγένειαν- από το συγγενής < συν + γένος < γι'γνομαι. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: ομογενής, γηγενής, γενέθλιος, γενοκτονία, γόνος
ένόμισεν- από το ουσιαστικό νόμος < νέμω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: διανομή, νόμισμα, κατανομή, νομός
έπεχείρει- από το επί + χειρ. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: εγχείρηση, διαχειριστής, χειροπιαστός, επιχειρηματίας
βωμός- από το ρήμα βαίνω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: ανάβαση, διαβαίνω, συμβάν, επιβάτης ιδρύεσθαι- το ρήμα ιδρύω σχηματίζει το θέμα ιδρυ- από τη ρίζα σεδ-, έδ- (βλ. ιδρο). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: ιδρυτής, επανίδρυση, εγκαθίδρυση, ίδρυμα
άγάλματα- από το ρήμα άγάλλομαι (= ευχαριστιέμαι). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: αγαλλίαση, αγαλματοποιός
φωνή- από το ρήμα φημϊ ΟΜΟΡΡΙΖΑ: παράφωνος, μονοφωνικός, στερεοφωνικός, γραμμόφωνο διηρθρώσατο- από το δια + άρθρόω -ω < άρθρον. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: άρθρωση, εξάρθρωση, αρθρογράφος, αρθροσκόπηση
έσθής- από το ρήμα άμφιέννυμι. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: αμφίεση, άμφιο, ιμάτιο
υποδέσεις- από το υπό + δέω -ω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: υπόδημα, δέμα, δεσμά, αλυσοδεμένος
στρωμνάς- από το ρήμα στρώννυμι. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: κατάστρωμα, διαστρωμάτωση, επίστρωση
ώκουν- το ρήμα οίκέω -ω προέρχεται από το ουσιαστικό οίκος. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: παροικία, αποικισμός, οικοσύστημα, διοικητής
σποράδην- από το ουσιαστικό ό σποράς < σπείρω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: διασπορά, σποραδικά
παρεσκευασμένοι από το παρά + σκευάζω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: διασκευή, συσκευασία, επισκευάζω, σκευοφυλάκιο
άπώλλυντο-από το από + ολλυμαι. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: απώλεια, όλεθρος
άσθενέστεροι- από το ά + σθένος. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: σθεναρός, φιλάσθενος, ασθενοφόρο.
δημιουργική- από το δήμος + έργον. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: δημόσιος, πάνδημος, Δημοσθένης, εργατικός, εργασιομανής, πάρεργο, εργοστάσιο.
το θηρίον υποκοριστικό του θήρ (= άγριο ζώο). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: θήραμα, θηριοδαμαστής, θηριοτροφείο, θεριό
ένδεής- από το εν + δέω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: ένδεια, δέηση, αδέητος
μέρος- από το ρήμα μείρομαι. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: μεροληπτικός, μερίδιο, μέρισμα
έζήτουν- ζητέω -ω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: ζήτηση, ζητιάνος, αναζήτηση, συζήτηση
άθροίζεσθαι- από το ά + θροϋς < θρόος (= θόρυβος). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: συνάθροιση, άθροισμα
ήδίκουν- από το ά + δίκη. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: δικαστής, δικολάβος, ένδικος, δικαιοσύνη
σκεδαννύμενοι- το σκεδάννυμι σχηματίζει το θέμα σκεδασ-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: διασκέδαση, διασκεδάζω,
διασκεδαστικός.
διεφθείροντο- από το δια + φθείρω· σχηματίζει τα θέματα φθείρ-, φθαρ-, φθορ-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: φθορά, άφθαρτος, διεφθαρμένος, ψυχοφθόρος
δείσας- το ρήμα δέδοικα ή δέδια σχηματίζει το ασθενές θέμα δι- και το ισχυρό δει- ΟΜΟΡΡΙΖΑ: δέος, δεινός, δειλός.
πέμπει- το ρήμα πέμπω σχηματίζει τα θέματα πεμπ- και πομπ- (με ετεροίωση). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: πομπός, εκπομπή, πομπώδης, προπομπός, παραπεμπτικό
αγοντα- το ρήμα άγω σχηματίζει το θέμα αγ-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: αγωγός, διαγωγή, παραγωγός, συναγωγή
κόσμος- από το ρήμα κοσμέω-ω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: διακοσμητής, κοσμοκράτορας, κοσμηματοπωλείο, κοσμιότητα
δοίη- το ρήμα δίδωμι σχηματίζει ισχυρό θέμα δω- και ασθενές θέμα δο-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: παράδοση, καταδότης, δώρο, διαδίδω, δοσοληψία, προδοσία
τέχναι- από το ρήμα τεχνάομαι -ώμαι. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: φιλότεχνος, τεχνοτροπία, καλλιτέχνης, άτεχνος νενέμηνται- το ρήμα νέμω σχηματίζει τα θέματα νεμ- και νομ- (με μετάπτωση). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: διανομή, νέμεση, νομός, απονομή
ίατρικήν- από το ίατρός» που προέρχεται από το ρήμα ίάομαι -ωμαι. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: ίαση, παιδίατρος, γιατροσόφια, ιός, αθλίατρος
θώ- το ρήμα τίθημι σχηματίζει ισχυρό θέμα θη- και ασθενές θέμα θε-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: κατάθεση, διάθεση, πρόθεση, επίθεση, αντίθετος, σύνθετος
γένοιντο- το ρήμα γι'γνομαι σχηματίζει τα θέματα γεν- (γενεά), γν- (νήσος), γον-(γονιός)
δυνάμενον- το ρήμα δύναμαι σχηματίζει τα θέματα δυνα· και δυνασ-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: αδύνατος, δυνατότητα, καταδυναστεύω, ενδυνάμωση
κτείνειν- το ρήμα κτείνω σχηματίζει τα θέματα κτειν-, κτον-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: αυτοκτονία, μητροκτόνος, εντομοκτόνο
νόσον- αβέβαιης ετυμολογίας. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: νοσοκόμος, ανοσία, νοσηλεία, νοσηρός
τεκτονικής- από το ουσιαστικό τέκτων < τίκτω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: αρχιτέκτονας
συμβουλή- από το συν + βουλή. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: βουλευτής, κοινοβούλιο, πρωτοβουλία, συμβουλεύω,
επιβουλεύομαι
σωφροσύνη- από το σώφρων + -σύνη· σώφρων < σώος + φρήν. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: παράφρονας, φρόνιμος, φρενήρης

ήγουνται- το ρήμα ήγούμαι προέρχεται από τη ρίζα σηγ- (το -σ- γίνεται δασεία). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: ηγεμόνας, ηγεσία, αφηγούμαι, εισηγητής, εξήγηση
μετέχειν- από το μετά + έχω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: μέτοχος, συμμετοχή, κατοχή, εχέφρων
το ρήμα λαμβάνω σχηματίζει τα θέματα λαβ- (ασθενές), ληβ- (ληψ-) (ισχυρό). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: μετάληψη, λαβή, πρόληψη, συλλαβή
τεκμήριον- από το ρήμα τεκμαϊρομαι, που προέρχεται από το ουσιαστικό τέκμαρ (= ορισμένο σημείο, τέρμα, όριο)
λέγειν- από το ρήμα λέγω σχηματίζει τα θέματα λεν-, λογ-, ε/π-, ρη-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: παράλογος, σύλλογος, λογοκλόπος, λεγόμενος, λέξη, λεξικό, έπος, ανείπωτος, ρήμα, ρητό, άρρητος
φη- από το ρήμα φημϊ σχηματίζει τα θέματα φη- και φω- (ισχυρά), φα- (ασθενές). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: φήμη, κακόφημος, διαφήμιση, άφατος
αύλητής- από το ουσιαστικό αύλός, το οποίο προέρχεται από το ρήμα αημι (= φυσώ). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: δίαυλος, αυλητρίδα
καταγελωσιν- από το κατά + γελάω -ώ. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: γέλιο, γελοίος, τραγελαφικός, αγέλαστος οίκεϊοι- από το ρήμα οίκω. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: νοικοκύρης, παροικία, άποικος, οικότροφος.
νουθετουσιν- από το νους + τίθημι. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: νουθεσία, νουθετώ, δύσνους, νουνεχής - υποθέτω, θέση, κατάθεση, παραθετικός
μανίαν- το ρήμα μαίνομαι σχηματίζει τα θέματα μα/ν-, μαν-, μην-, μεν-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: μένος, μανιακός, μανία, μανιώδης, μεγαλομανία, μυθομανής
ειδωσιν- το ρήμα οιδα σχηματίζει τα θέματα ειδ- (ισχυρό), του άχρηστου ρήματος εϊδω (= βλέπω), οιδ- (με μετάπτωση) και το ασθενές ιδ- (πρβλ. ϊδ-μεν > ϊσ-μεν). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: είδηση, ειδικός, ιστορία, ιδέα, ιδανικός
αδικος- από το ά + δίκη. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: δικαιοσύνη, δικαστής, δικηγόρος, υπόδικος
άληθη- από το ά + λήθω (σπάνιος τύπος του λανθάνω). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: αλάνθαστος, αληθοφανής,
επαλήθευση.
έναντίον- από το έν + άντι'ος < αντί. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: εναντίωση, απέναντι, αντίπερα
σωφροσύνη- (παρασύνθετο) από το σώφρων + -οσύνη- σώφρων > σώος + φρήν. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: σώζω, σωτήρας, σωστικός, διάσωση - εχέφρων, φρενήρης, άφρων, ευφροσύνη

θυμουται- από το ουσιαστικό θυμός. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: πρόθυμος, εύθυμος, θυμικό, κυκλοθυμικός. νουθετεϊ- από το νους + τίθημι. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: νοήμων, προνοητικός, ανόητος - αθετώ, πρόθεση, καταθέτω, διάθεση
δηλον- από το ομηρικό ασυναίρετο επίθετο ό δέελος, -η, -ο του σπανίου ρήματος δέατο (= φαινόταν) (βλ. δϊος = θεϊκός, εΰδιος = καθαρός, λαμπρός). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: δήλωση, εκδηλώνω, έκδηλος
έπιμελείας - από το επί + μέλω (εύχρηστο κυρίως στο γ' πρόσωπο μέλει) = είμαι αντικείμενο φροντίδας. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: επιμελητής, επιμελής, ατημέλητος
μαθήσεως- το ρήμα μανθάνω σχηματίζει το θέμα μαθ-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: μαθητής, αμάθεια, φιλομαθής, μαθητικός, μάθημα, πολυμαθής
κτητής -από το ρήμα κτάομαι -ωμαι (= αποκτώ)· σχηματίζει το θέμα κτη-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: κατάκτηση, κατακτητής, επίκτητος, κτητικός, κτήτορας, κτήμα, ανάκτηση, απόκτημα
έννοήσαι- από το εν + νοέω -ώ < νους ΟΜΟΡΡΙΖΑ: διανόηση, ανόητος, παρανόηση, νουθεσία, επινόηση
άδικουντας- από το άδικος < ά (στερητικό) + δίκη. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: δικηγόρος, προδικάζω, ένδικος, αντιδικία
ήγούνται- από το ρήμα ήγούμαι από τη ρίζα σαγ- (βλ. λατινικό sagϊο)χ και με μετάπτωση σηγ- το -σ- γίνεται δασεία ΟΜΟΡΡΙΖΑ: καθηγητής, ηγήτορας, καθοδήγηση, ηγεσία
παρασκευαστόν- από το ουσιαστικό παρασκευή < παρά, + σκευή (σκεύος). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: συσκευασία, διασκευάζω, σκευοφυλάκιο.
νουν- από το ασυναίρετο νόος
άλογίστως - από το αλόγιστος < ά (στερητικό) + λογίζομαι < λόγος ΟΜΟΡΡΙΖΑ:συλλογισμός, περισυλλογή, παραλογισμός, διαλογισμός.
τιμωρείται- από το τμωρός < τιμή + ώρα (= φροντίδα) ή τιμή + ούρος(= φρουρός)
έπιχειρών- από το έπϊ + χειρ. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: εγχείρηση, διαχειριστής, χειροκροτώ
το ρήμα πράττω σχηματίζει το θέμα πραγ-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: πράξη, πραγματικός, πρακτικός, σύμπραξη
άγένητον- από το ά(στερητικό) + θέμα γεν- του ρήματος γι'γνομαι
θείη- το ρήμα τίθημι σχηματίζει ισχυρό θέμα θη- και ασθενές θέμα θε-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: θέμα, θετός, εκθέτω, έκθεση, σύνθεση, πρόθεση, αποθήκη, αντίθεση, κατάθεση
ίδων- το ρήμα όράω -ώ σχηματίζει τα θέματα ορά-, ειδ-, ιδ-, όπ-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: τηλεόραση, ιδεατός, πρόσοψη, διορατικός, είδωλο, είδος, οπτικός, όραμα, ορατός, επόπτης, περίοπτος
άποτροπης- από το από + τρέπω που σχηματίζει τα θέματα τρεπ-, τροπ- (με μετάπτωση), τραπ-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: προτρέπω, τρέπω, επιτροπή, εκτροπή, τροποποίηση, επιτρεπτός.
δημοσία- από το ουσιαστικό δήμος. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: δημοκρατία, απόδημος, επιδημία, δημοτικός
άποδέχονται- από το άπό + δέχομαι που ανάγεται στη ρίζα δεκ-, που γίνεται δοκ- με μετάπτωση. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: δέκτης, καταδεκτικός, ακατάδεκτος, αποδοχή, αποδοχή, ξενοδοχείο.
σκυτοτόμος- από το σκύτος (= δέρμα) + τομή < τέμνω. Σχηματίζει τα θέματα τεμ- και τομ-, ταμ-, τμη- (με μετάπτωση). ΟΜΟΡΡΙΖΑ: τόμος, τομέας, ταμίας, τμήμα, τεμάχιο, άτομο, απότομος, σύντομος
συμβουλεύοντος- από το συν -ι- βουλεύω < βούλομαι ή συν + βουλή < βούλομαι. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: βούληση, βουλευτής, συμβουλάτορας, συμβούλιο, κοινοβούλιο
άποδέδεικται- από το άπό + δείκνυμι. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: επίδειξη, ένδειξη, δείκτης, απόδειξη, ενδεικτικός, παράδειγμα, υπόδειξη, καταδεικνύω
φαίνεται- το ρήμα φαίνομαι σχηματίζει το θέμα φαν-. ΟΜΟΡΡΙΖΑ: φανερός, διάφανος, επιφανής, επιφάνεια, εμφανής, έμφαση, προφανής, συκοφάντης, φαινόμενο, φαντασία

Ερωτήσεις ΚΕΕ Πρωταγόρας

Ο Σωκράτης για να αποδείξει ότι η πολιτική τέχνη δεν διδάσκεται φέρνει ως παράδειγμα τους γιους του Περικλή και τον Κλεινία, ανιψιό του μεγάλου πολιτικού και αδελφό του Αλκιβιάδη. Αποδεικνύεται με το παράδειγμα η θέση του Σωκράτη;

[Δεν αποδεικνύεται η θέση αυτή από ένα ή δύο παραδείγματα. Στην περίπτωση των γιων του Περικλή, και αν δεν λάβουμε υπόψη μας τη, γνωστή, διανοητική τους κατάσταση, το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι η προσωπική κατάκτηση της αρετής δεν συμπίπτει υποχρεωτικά με την ικανότητα να τη διδάξει κανείς ή ότι οι μεγάλοι πολιτικοί (ως γονείς) δεν είναι καλοί δάσκαλοι της αρετής κτλ. Στο παράδειγμα του Κλεινία ο Σωκράτης έχει μετατοπιστεί από την πολιτική τέχνη στην ηθική, αφού δεν αναφέρεται στη διδασκαλία της πολιτικής τέχνης αλλά στη διάπλαση του χαρακτήρα του νεαρού, στην ηθική του διαπαιδαγώγηση. Επιπλέον, αν λάβουμε υπόψη μας ότι, όπως φαίνεται από τα λόγια του Σωκράτη, ο Κλεινίας ήταν ανεπίδεκτος μαθήσεως, αντιπροσωπεύει επομένως την εξαίρεση, τότε δεν μπορεί να εξαχθεί γενικό συμπέρασμα από το παράδειγμα.]

Ο Σωκράτης ξεκινά τη συζήτηση για το διδακτό της αρετής με απλά παραδείγματα που αντλεί από την παρατήρηση της καθημερινής πολιτικής ζωής των Αθηναίων, αλλά και από την προσωπική ζωή σημαντικών προσωπικοτήτων. Ο φιλόσοφος αποφεύγει να χρησιμοποιήσει κάποια περίπλοκη επιχειρηματολογία και αρκείται σε διαπιστώσεις που μπορούν να γίνουν εύκολα αντιληπτές από τους ακροατές του.
Έτσι, το δεύτερο επιχείρημα του Σωκράτη, βασίζεται στη διαπίστωση ότι ο Περικλής ούτε εκπαίδευσε τους γιους του στα θέματα της πολιτικής αρετής, στα οποία ο ίδιος διαπρέπει, ούτε τους έδωσε σε κάποιον άλλον να τους εκπαιδεύσει. Ενώ, παράλληλα, τον μικρό αδερφό του Αλκιβιάδη, τον Κλεινία, -την κηδεμονία του οποίου είχε ο Περικλής-, τον ανέθεσε στον Αρίφρονα για να τον μορφώσει, αλλά εκείνος πριν κλείσουν έξι μήνες τον γύρισε πίσω, μη ξέροντας πώς να τον αντιμετωπίσει. 
Με τα δύο αυτά παραδείγματα που σχετίζονται με τον Περικλή, ο Σωκράτης επιχειρεί να δείξει πως η αρετή δεν είναι διδακτή, ενώ παράλληλα θέτει και κάποια ενδιαφέροντα ζητήματα σχετικά με την εκπαιδευτική διαδικασία:
      -          Η αδυναμία του Περικλή να μεταδώσει τις γνώσεις του στα παιδιά του, αποτελεί για τον Σωκράτη ικανή ένδειξη για το μη διδακτό της αρετής. Θα πρέπει, όμως, να ληφθεί υπόψη ότι ίσως ο Περικλής δεν κατόρθωσε να διδάξει στα παιδιά του την πολιτική αρετή είτε γιατί δεν είχε την απαιτούμενη μεταδοτικότητα ως δάσκαλος είτε γιατί τα παιδιά του δεν είχαν τις αναγκαίες δυνατότητες, ώστε να μπορέσουν να επωφεληθούν στο έπακρο από τα διδάγματα του πατέρα τους.
      -          Το γεγονός ότι ο Περικλής δεν ανέθεσε σε κάποιον άλλον να διδάξει στα παιδιά του την πολιτική αρετή, αποτελεί για τον Σωκράτη ένδειξη ότι ο Περικλής δεν θεωρούσε ότι υπάρχει κάποιος που να είναι σε θέση να διδάξει την πολιτική αρετή. Με βάση δηλαδή το συλλογισμό του φιλοσόφου, αν υπήρχε κάποιος δάσκαλος τόσο ικανός, ώστε να διδάσκει ένα τόσο πολύτιμο μάθημα, ο Περικλής που ήταν ο πρώτος πολίτης της Αθήνας, σίγουρα θα τον γνώριζε και θα του εμπιστευόταν τα παιδιά του.
      -          Με την αναφορά στον Κλεινία ο Σωκράτης μεταβαίνει από το θέμα της πολιτικής αρετής, στο θέμα της αρετής εν γένει. Ο νεαρός ανιψιός του πολιτικού παρουσιάζεται ανεπίδεκτος μαθήσεως, καθιστώντας τη διδασκαλία του αδύνατη, όχι πλέον σε θέματα πολιτικής αρετής, αλλά σε θέματα στοιχειώδους ηθικής βελτίωσης. Πέρα, δηλαδή, από τις πιθανές αδυναμίες των εκπαιδευτών, ο Σωκράτης θέτει στον Πρωταγόρα και το θέμα των μαθητών που δεν έχουν καμία διάθεση να εκπαιδευτούν.
      -          Η αναφορά, βέβαια, στους γιους του Περικλή και στον ανιψιό του, αποτελούν μεμονωμένα παραδείγματα, που δεν σχηματίζουν ένα πειστικό επιχείρημα. Εντούτοις, η πρόθεση του Σωκράτη δεν είναι να πείσει, πέρα από κάθε αμφισβήτηση για το σωστό της άποψής του, αλλά να προβληματίσει ως προς τη φύση του μαθήματος, για το οποίο γίνεται η συζήτηση.
      -          Η πολιτική αρετή, κατά τον φιλόσοφο, δεν είναι ένα απλό μάθημα που μπορεί οποιοσδήποτε δάσκαλος να το διδάξει. Ο Περικλής, όπως βλέπουμε, παρέχει στα παιδιά του τη μόρφωση εκείνη που εξαρτάται από τους δασκάλους, αλλά στο θέμα της πολιτικής αρετής τα αφήνει μόνα τους να επιδιώξουν την κατάκτησή της. Η πολιτική αρετή δεν αποκτάται μέσα από μια απλή διδασκαλία και μελέτη. Είναι η όξυνση της κρίσης, η δυνατότητα διαμόρφωσης άρτιων συλλογισμών και ορθής αξιολόγησης των δεδομένων της πραγματικότητας. Η πολιτική αρετή συνίσταται στην απελευθέρωση της σκέψης του ατόμου, στοιχείο που δεν μπορεί να δοθεί μέσα από τις τυπικές διαδικασίες μάθησης, αλλά πρέπει να επιδιωχθεί συνειδητά από το ίδιο το άτομο.
      -          Ο Σωκράτης, επομένως, δεν επιχειρεί τόσο να πείσει για το μη διδακτό της αρετής, όσο να θέσει επιμέρους θέματα για το πώς και από ποιον μπορεί να διδαχτεί η πολιτική αρετή, αλλά και η αρετή γενικότερα.

Για ποιες μεθόδους διδασκαλίας των σοφιστών γίνεται λόγος στο κείμενο;
«Όχι Σωκράτη», είπε, «δεν θα σας αρνηθώ. Αλλά τι προτιμάς από τα δύο; Να σας το αναλύσω με έναν μύθο, όπως κάνουν οι γεροντότεροι στους νέους, ή να αναπτύξω το ζήτημα σε μια διάλεξη
Πολλοί από αυτούς που κάθονταν κοντά είπαν αμέσως να αναπτύξει το θέμα με όποιον από τους δυο τρόπους θέλει.
«Εγώ νομίζω», είπε εκείνος, «πως είναι πιο χαριτωμένο να σας πω έναν μύθο».

Μέσα στο έργο, ο Πρωταγόρας χρησιμοποιεί τρεις τρόπους για να εκθέσει τις απόψεις του. Τον μύθο, τη διάλεξη και τον σχολιασμό των ποιητικών κειμένων. Ως μύθο μπορούμε να ορίσουμε κάθε αφήγηση που έχει ποιητικό χαρακτήρα, είτε προέρχεται από την παράδοση και τον θρύλο είτε πρόκειται για κατασκευή κάποιου διανοητή. Ο ποιητικός και συμβολικός χαρακτήρας του μύθου για τον Προμηθέα που αφηγείται ο Πρωταγόρας είναι προφανής. Αλλά όσο μεγάλη και αν είναι η συμβολική αξία του, είναι επίσης φανερό πως δεν μπορεί να οδηγήσει με ακρίβεια στη φιλοσοφική και επιστημονική γνώση. Βεβαίως, και ο ίδιος ο Πλάτωνας χρησιμοποίησε πολλές φορές τον μύθο (δες για παράδειγμα τον μύθο της σπηλιάς στην Πολιτεία) πάντοτε όμως για να συμπληρώσει μιαν αυστηρή φιλοσοφική απόδειξη, όχι ως αυτόνομο τρόπο, ισοδύναμο με τις άλλες φιλοσοφικές μεθόδους, για να οδηγηθεί ο άνθρωπος στη γνώση. Πάντως, ίσως επειδή και ο ίδιος δεν απέρριπτε εντελώς την αξία της συμβολικής μυθικής αφήγησης, ο Πλάτωνας δεν είναι καθόλου ειρωνικός προς τον Πρωταγόρα στο σημείο αυτό.
Αντίθετα, δεν διστάζει να ειρωνευτεί και να υπονομεύσει με κάθε τρόπο τη δεύτερη σοφιστική μέθοδο, τη διάλεξη. Ο Σωκράτης ισχυρίζεται πως έχει πολύ κακή μνήμη και του είναι αδύνατον, όταν ακούει μια μακροσκελή διάλεξη πάνω σε κάποιο θέμα, να συγκρατεί όλες τις λεπτομέρειες! Τι σημαίνει αυτό στην πραγματικότητα; Πως σε μια διάλεξη, ο ομιλητής εκθέτει διάφορες ιδέες τις οποίες ο ακροατής δεν έχει καν τον χρόνο να εξετάσει. Επομένως, η μέθοδος της διάλεξης είναι μέθοδος πειθούς, όχι μέθοδος προσέγγισης και κατάκτησης της αλήθειας. Μπορεί, συνεπώς, να είναι καλή για τις πολιτικές συνελεύσεις και τα δικαστήρια, αλλά σίγουρα όχι για τη φιλοσοφία, που σκοπός της είναι η αναζήτηση της αλήθειας.

Ποια θέση είχε ο μύθος στη διδασκαλία των σοφιστών;

[Ο μύθος είναι μία φανταστική αφήγηση που είτε προέρχεται από την παράδοση, είτε αποτελεί δημιούργημα κάποιου διανοητή. Έχει χαρακτήρα: α) ποιητικό, γεγονός που του προσδίδει χάρη και γοητεία και β) συμβολικό, με τη χρήση κυρίως συμβόλων ή αλληγοριών. Ωστόσο ο μύθος δεν είναι επαρκής ως αποδεικτικό στοιχείο ούτε μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα. Οι σοφιστές χρησιμοποιούσαν συχνά τους μύθους τόσο για να ενισχύσουν τα επιχειρήματα τους, όσο και για να εντυπωσιάσουν.

Οι μύθοι του Πλάτωνα έχουν χαρακτήρα συμβολικό και χρησιμοποιούνται ως συμπλήρωμα μιας αλήθειας την οποία στηρίζει με επιχειρήματα και τεκμήρια. Αντίθετα ο Πρωταγόρας χρησιμοποιεί τους ίδιους τους μύθους ως αποδεικτικά στοιχεία των όσων υποστηρίζει.]

Ο Πρωταγόρας δηλώνει πως προτιμά να μιλήσει για το διδακτό της αρετής μ’ ένα μύθο, καθώς είναι πιο χαριτωμένο. Η μυθική διήγηση, άλλωστε, κατορθώνει να περάσει με εύκολο τρόπο μηνύματα στους ακροατές, τα οποία διαφορετικά θα ήταν δυσκολότερο να γίνουν αντιληπτά.
Οι σοφιστές χρησιμοποιούν το μύθο ως μέσο πειθούς και φυσικά ως διδακτικό μέσο, αποδίδοντάς του συχνά αξία ανάλογη με αυτή που είχαν τα επιχειρήματα της λογικής. Ο μύθος, δηλαδή, για τους σοφιστές δεν λειτουργεί απαραίτητα ως συμπλήρωμα της επιχειρηματολογίας τους, αλλά ως αυτόνομο τμήμα της. Σε αντίθεση με τον Πλάτωνα που χρησιμοποιεί το μύθο για να συμπληρώσει την επιχειρηματολογία του, οι σοφιστές αξιοποιούν το ευχάριστο στοιχείο του μύθου για να παρουσιάσουν στους ακροατές, με εύληπτο τρόπο, στοιχεία που δεν είναι πάντοτε εύκολο να κατανοήσουν.   Αν, για παράδειγμα, δούμε το μύθο του Προμηθέα, ο Πρωταγόρας κατορθώνει με απλό τρόπο να μιλήσει στους ακροατές του για μια πολυετή διαδικασία εξέλιξης, κατά την οποία το ανθρώπινος είδος αντιλήφθηκε πως η κοινωνική συνύπαρξη είναι προτιμότερη από τις μάταιες προσπάθειες των ατόμων να ζήσουν μόνοι τους, κατορθώνοντας να καθορίσει βασικούς κανόνες για τη διευκόλυνση της συμβίωσης και βρίσκοντας παράλληλα ποικίλους τρόπους εμπέδωσής τους στους πολίτες.
Ο μύθος, επομένως, για τους σοφιστές λειτουργεί ισότιμα με τη διάλεξη ως μέσο διδασκαλίας, καθώς επιτρέπει τη διατύπωση νοημάτων και πληροφοριών, με τρόπο ευφάνταστο και ευχάριστο. Προκαλεί ζωηρή εντύπωση στους ακροατές και βοηθά έτσι στην εναργέστερη διαβίβαση του επιθυμητού μηνύματος.
[Οι σοφιστές χρησιμοποίησαν το "μύθο" ως διδακτικό μέσο γιατί πίστευαν στην παιδαγωγική του δύναμη και στην κοινωνική του αποτελεσματικότητα. Ο "μύθος" μεταστοιχειώνεται· γίνεται δηλαδή φιλοσοφικός μύθος για να συμπληρώσει το φιλοσοφικό λόγο. Οι σοφιστές αν και θεωρούνταν υπερασπιστές του λόγου, καταφεύγουν συστηματικά στο "μύθο" όταν κρίνουν ότι χρειάζεται να δώσουν στη διδασκαλία τους την "επαγωγική" του δύναμη. Απ’ αυτή την άποψη οι σοφιστές συνεχίζουν και υπερβαίνουν την παράδοση αλλά δεν αναπαράγουν ούτε δέχονται μυθικές ερμηνείες. Αντίθετα πολλές φορές παρουσιάζουν στη διδασκαλία τους προτάσεις εναλλακτικές.]

Η χρήση του μύθου για διδακτικούς σκοπούς δεν είναι επινόηση των σοφιστών, υπάρχει ήδη στον Όμηρο (Ιλιάδα Ι 529 - 600, Μελέαγρος και Ω 602 - 617, Νιόβη) κ.α. Να διαβάσετε κάποιον από τους μύθους αυτούς και να επισημάνετε κοινά στοιχεία και διαφορές με το μύθο στη διδασκαλία των σοφιστών.

Ιλιάδα, Ω 599-6017:
«Όπως ζητούσες, γέροντα, λυτρώθηκε ο γιος σου,
σε στρώμα πάνω κείτεται∙ η αυγή μόλις έρθει,
θα τον δεις κουβαλώντας τον∙ ας δειπνήσουμε τώρα.
Κι η ωριοπλέξουδη Νιόβη θυμήθηκε να φάει∙
έχασε δώδεκα παιδιά στ’ αρχοντικό της μέσα,
έξι κορίτσια κι έξι γιους στη νιότη τους επάνω∙
τους γιους ο Φοίβος σκότωσε με τ’ αργυρό του τόξο,
τα κορίτσια η Άρτεμη θυμώνοντας της Νιόβης,
γιατί την ωριομάγουλη Λητώ συνεριζόταν,
πως γέννησε πολλά παιδιά, ενώ εκείνη δύο∙
κι αυτοί, κι ας ήταν μόνο δυο, της τα σκοτώσαν όλα.
Για μέρες εννιά κείτονταν εκείνα σκοτωμένα
και δεν τα έθαβε κανείς, γιατί είχε πετρώσει
τον κόσμο ο Δίας∙ θεοί τη δέκατη πια μέρα
τα έθαψαν. Μα έφαγε τα δάκρυα σταματώντας.
Τώρα σ’ απάτητα βουνά, κάπου μέσα στα βράχια,
στον Σίπυλο, οι νεράιδες πως έχουν τις φωλιές τους
λεν και τους χορούς τους στήνουν γύρω στον Αχελώο
κι εκεί, αν κι είναι πέτρα πια, τους πόνους της κλωσάει.

(Μετάφραση: Θεόδωρος Γ. Μαυρόπουλος)

Ο Αχιλλέας όταν υποχωρεί στις ικεσίες του Πριάμου και συμφωνεί να του παραδώσει τη σορό του Έκτορα, για να μπορέσουν οι Τρώες να πραγματοποιήσουν την ταφή του, ζητά από τον Πρίαμο να δειπνήσει μαζί του, παρά τη μεγάλη του λύπη. Για να ενισχύσει, μάλιστα, την πρόσκλησή του, θυμίζει στον Πρίαμο πως ακόμη και η Νιόβη έφαγε παρόλο που θρηνούσε το χαμό των δώδεκα παιδιών της.
Η Νιόβη έχοντας αποκτήσει έξι ζεύγη διδύμων, έξι αγόρια κι έξι κορίτσια, περηφανεύθηκε πως απέκτησε περισσότερα παιδιά ακόμη κι από τη Λητώ, που ο Δίας της πρόσφερε ένα μόλις ζεύγος διδύμων, την Άρτεμη και τον Απόλλωνα. Η Λητώ για να την τιμωρήσει, έστειλε την Άρτεμη και τον Απόλλωνα να της σκοτώσουν τα παιδιά, κι ο Δίας ύστερα για εννιά μέρες μετέτρεπε σε πέτρα, όποιον επιχειρούσε να τα θάψει. Μόνο τη δέκατη μέρα ο Δίας κάμφθηκε στις ικεσίες της Νιόβης και έβαλε τους δίδυμους θεούς να θάψουν τα παιδιά της, ενώ την ίδια τη μετέτρεψε σε βράχο, στο βουνό του Σίπυλου, όπου πετρωμένη πια δακρύζει μέρα-νύχτα για το χαμό των παιδιών της.
Ο μύθος αυτός διατυπώνεται από τον Αχιλλέα, θέλοντας να ενισχύσει το αίτημά του στον Πρίαμο, που για μέρες θρηνεί και δεν τρέφεται, να δειπνήσει. Η εμφανής αναλογία που υπάρχει ανάμεσα στην περίπτωση του Πριάμου και της Νιόβης, προσδίδει στο μύθο αποδεικτική αξία και τον καθιστά κυρίαρχο μέσο της προσπάθειας του Αχιλλέα να πείσει τον Πρίαμο.
Υπ’ αυτήν την έννοια ο μύθος της Νιόβης, έχει παρόμοια χρήση με τον μύθο του Προμηθέα -όπως αυτός παρουσιάζεται από τον Πρωταγόρα- καθώς και στις δύο περιπτώσεις οι ομιλητές χρησιμοποιούν τις μυθικές διηγήσεις για να ενισχύσουν τη θέση τους, αποδίδοντας μάλιστα στους μύθους αποδεικτική ισχύ. Ο Αχιλλέας τονίζει μέσω αυτού πως οι άνθρωποι ακόμη και στους μεγαλύτερους θρήνους τους, δεν παραλείπουν την αναγκαία γι’ αυτούς τροφή, ενώ ο Πρωταγόρας παρουσιάζει την εξελικτική πορεία των ανθρώπινων κοινωνιών που τους οδήγησε στην υιοθέτηση και προάσπιση της δικαιοσύνης και του αλληλοσεβασμού, των βασικών δηλαδή προϋποθέσεων της πολιτικής αρετής.
Ο Όμηρος, βέβαια, χρησιμοποιεί το μύθο της Νιόβης, όχι μόνο για να ενισχύσει την πρόταση του Αχιλλέα, αλλά κυρίως ως μέσο επιβράδυνσης, καθώς τα γεγονότα ωθούνται σταδιακά στην ταφή του Έκτορα και συνάμα στην ολοκλήρωση του Έπους.
Η βασική χρήση, επομένως, του μύθου από τον Όμηρο είναι η επιβράδυνση της αφήγησης, σε αντίθεση με τον Πρωταγόρα, όπου ο μύθος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επιχειρηματολογίας του σοφιστή και χρησιμοποιείται για να δώσει με εύληπτο κι ευχάριστο τρόπο, βασικά σημεία του συλλογισμού του.
Επιπλέον, ο Όμηρος επιλέγει τον συγκεκριμένο μύθο με βάση τις ομοιότητες που παρουσιάζει με την κατάσταση που βιώνει ο Πρίαμος, ενώ ο Πρωταγόρας, που δεν επιχειρεί κάποιον παραλληλισμό, επιλέγει το μύθο του, ως ιδανικότερο μέσο για να παρουσιάσει τις διαδοχικές αλλαγές που επήλθαν στις συνήθειες των ανθρώπων μέχρι να κατανοήσουν πόσο σημαντικό είναι να συνυπάρχουν και παράλληλα μέχρι να αντιληφθούν τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται, ώστε να επιτευχθεί η αρμονικότητα της συνύπαρξης αυτής.

Να δείξετε ότι ο μύθος του Πρωταγόρα εξηγεί τελεολογικά το νόμο της αναπλήρωσης.
[Νόμος της αναπλήρωσης: αρχή που ισχύει και στη φύση, σύμφωνα με την οποία μία αδυναμία - ενός ζώου π.χ.- αναπληρώνεται από μία ικανότητα. Η συγκεκριμένη ερώτηση έχει στόχο να ελέγξει αν οι μαθητές κατανόησαν ότι εδώ η εξήγηση είναι τελεολογική, δηλαδή οι διάφορες ιδιότητες και χαρακτηριστικά των ζώων εξηγούνται από το σκοπό (τέλος) για τον οποίο πλάστηκαν, ή, απλούστερα, από τη λειτουργία που επιτελούν. Στη φύση όλα έχουν, σύμφωνα με τον Πρωταγόρα, ένα σκοπό. Δεν ισχυρίζεται το ίδιο για την ιστορία.]
Ο Επιμηθέας δείχνει ιδιαίτερη μέριμνα στο να εξισορροπήσει τις τυχόν αδυναμίες που έχει κάθε ζώο, με κάποια ιδιότητα που θα του προσφέρει τη δυνατότητα να προφυλάξει τον εαυτό του, με απώτερο σκοπό να διασφαλιστεί η διατήρηση κάθε είδους ζωής.
Η προσφορά σε κάθε ζώο της ιδιότητας εκείνης που θα αντισταθμίσει τις εγγενείς αδυναμίες του, αποτελεί τον νόμο της αναπλήρωσης που υπάρχει στη φύση. Η έλλειψη δύναμης, για παράδειγμα, μπορεί να αντισταθμιστεί με την ταχύτητα, ενώ ένα ζώο με μικρό μέγεθος μπορεί να αναζητήσει τη σωτηρία του στην ικανότητά του να πετά.
Ο νόμος της αναπλήρωσης, βέβαια, δε λειτουργεί μόνο με την παροχή κάποιας ιδιότητας που θα διασφαλίσει πλήρως την ασφάλεια του ζώου, καθώς κάποτε η απώλειά του θεωρείται όχι μόνο δεδομένη, αλλά και απαιτούμενη, ώστε να τραφούν κάποια άλλα ζώα. Στην περίπτωση αυτή η αναπλήρωση επιτυγχάνεται με την ικανότητα του ζώου να γεννά πολλά μικρά.
Ο νόμος της αναπλήρωσης έρχεται να εξασφαλίσει την επιβίωση κάθε είδους ζώων, μιας και καθένα από αυτά έχει τη δική του λειτουργία να επιτελέσει και η διατήρηση του είδους του κρίνεται αναγκαία. Υπάρχει, επομένως, στη φύση ένας σκοπός (ένα τέλος) για την ύπαρξη κάθε είδους, γι’ αυτό και θεωρείται απολύτως σημαντική η επιβίωση όλων των ειδών. Με τη διατήρηση, δηλαδή, όλων των ειδών επιτυγχάνεται η ισορροπία στη φύση, μιας και η λειτουργία που επιτελεί κάθε ζώο είναι μοναδική και προφανώς καθιστά το κάθε είδος αναντικατάστατο. 


Ποιο ρόλο διαδραματίζει η μοίρα (εἱμαρμένη) στην ενότητα και πώς εξηγείται αυτός;
[Στο μύθο του Πρωταγόρα η εἱμαρμένη αναφέρεται δύο φορές: χρόνος εἱμαρμένος (2η ενότητα) και εἱμαρμένη ἡμέρα (3η ενότητα). Είναι στοιχείο του μύθου, που προσδιορίζει χρονικά την εξέλιξη. Εκφράζει «το πλήρωμα του χρόνου», το πέρασμα από μία εποχή σε άλλη, από μια μορφή ζωής σε άλλη, που ούτε στιγμιαίο είναι ούτε αυτόματο. Αν αφαιρέσουμε το περίβλημα του μύθου από την αφήγηση του Πρωταγόρα, σημαίνει ότι το πέρασμα σε άλλο στάδιο γίνεται κάτω από την πίεση της ανάγκης για επιβίωση ή καλυτέρευση της ζωής.]
Ο Πρωταγόρας παρόλο που παρουσιάζει στο μύθο του, τους θεούς να δημιουργούν τα θνητά όντα, εντούτοις καθιστά σαφές πως η δημιουργία αυτή δεν προέκυψε από δική τους πρωτοβουλία. Τα θνητά όντα ήρθαν στο φως επειδή έφτασε ο καθορισμένος από τη μοίρα χρόνος για τη γέννησή τους.
Η μοίρα, η εἱμαρμένη, εκφράζει μια δύναμη που κυριαρχεί όχι μόνο στους ανθρώπους, αλλά και στους θεούς, οι οποίοι υπακούν στο κάλεσμά της.
Ο Πρωταγόρας δεν είναι βέβαια σε θέση να γνωρίζει πώς ακριβώς δημιουργήθηκαν τα θνητά όντα, γνωρίζει όμως πως μια τέτοιου είδους δημιουργία στη φύση, μια τέτοια εξέλιξη, θα χρειαζόταν ένα μεγάλο χρονικό διάστημα για να συντελεστεί, όπως άλλωστε και τα στάδια στον εκπολιτισμό των ανθρώπων που αναφέρει στην πορεία του μύθου. Τόσο η δημιουργία των ανθρώπων όσο και το πέρασμά τους από την πρωτόγονη κατάσταση, στο επίπεδο συγκρότησης οργανωμένων κοινωνιών, απαιτεί χρόνο και το κυριότερο απαιτεί την ώθηση εκείνη που παρέχεται από την ανάγκη για επιβίωση και βελτίωση.
Η μοίρα, επομένως, που αναφέρεται στο μύθο του Πρωταγόρα μπορεί να εκληφθεί ως η ανάγκη, η δύναμη αυτή που ωθεί διαρκώς τη φύση να βρίσκεται σε μια διαδικασία εξέλιξης και αντιμετώπισης των ελλείψεών της. 

ὅτε θεοὶ μὲν ἦσαν -τυποῦσιν αὐτὰ θεοί: Νομίζετε ότι οι απόψεις αυτές έρχονται σε αντίθεση με τη θέση του Πρωταγόρα περὶ μὲν θεῶν οὐκ ἔχω εἰδέναι, οὔθὡς εἰσὶν οὔθὡς οὐκ εἰσὶν οὔθὁποῖοί τινες ἰδέαν· πολλὰ γὰρ τὰ κωλύοντα εἰδέναι ἥ τἀδηλότης καὶ βραχὺς ὢν ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου; (Να συμβουλευτείτε και την εισαγωγή του βιβλίου σας σ. 25).
[Μερικοί θεωρούν ότι υπάρχει αντίθεση. Όμως πρόκειται για μύθο, στον οποίο η παρουσία των θεών έχει αλληγορική έννοια. Ο Δίας είναι ο λόγος, η λογική, δηλ. η νομοτέλεια που διέπει τη φύση, οι άλλοι θεοί είναι τα όργανα της νομοτέλειας, η οποία ρυθμίζει τις σχέσεις των όντων, εξισορροπεί τις ελλείψεις τους. Έπειτα, όπως φαίνεται και από τη συνέχεια του μύθου, ο Πρωταγόρας ενδιαφέρεται μάλλον για την εξήγηση της γένεσης του θρησκευτικού συναισθήματος παρά για το θέμα της ύπαρξης των θεών. Πάντως δεν υποστηρίζει ότι οι θεοί είναι αιώνιοι, αντίθετα, όπως αφήνει να εννοηθεί, δημιουργήθηκαν και αυτοί (καὶ τούτοις) και απλώς υπήρχαν πριν από τα θνητά γένη.
Ο W. K. C. Guthrie χαρακτηρίζει τον Πρωταγόρα «κλασική περίπτωση αγνωστικιστή» και παραπέμπει στον Θεαίτητο (162 d), όπου ο μεγάλος Σοφιστής αρνείται να συζητήσει το θέμα των θεών. Αν η θέση του Πρωταγόρα χαρακτηριστεί στην ίδια την ερώτηση ως αγνωστικιστική, θα πρέπει να προηγηθεί η εξήγηση του όρου (αγνωστικισμός: η θεωρία σύμφωνα με την οποία η γνώση της ουσίας των πραγμάτων είναι αδύνατη· ο αγνωστικιστής παίρνει επιφυλακτική ή ουδέτερη στάση απέναντι στα μεταφυσικά προβλήματα, όπως το πρόβλημα του θεού).]
[Ο Πρωταγόρας στο βιβλίο του Περί θεῶν έγραφε το εξής: Για τους θεούς, δεν μπορώ να ξέρω ούτε αν υπάρχουν ούτε αν δεν υπάρχουν ούτε ποια είναι η μορφή τους. Γιατί πολλά πράγματα εμποδίζουν τη γνώση∙ το γεγονός ότι πολλά πράγματα είναι άδηλα και δεν φαίνονται και η συντομία της ανθρώπινης ζωής.
Προφανώς, ο Πρωταγόρας δεν ήταν άθεος, αλλά θεωρούσε πως ούτε οι αισθήσεις επιτρέπουν στον άνθρωπο να γνωρίσει τα άδηλα (αυτά που δεν προσεγγίζουν δηλαδή οι αισθήσεις) ούτε ο νους (αφού η συντομία της ανθρώπινης ζωής δεν προσφέρει στον άνθρωπο τον αναγκαίο χρόνο για να εμβαθύνει σε τέτοια θέματα). Έτσι, ο Πρωταγόρας κατέληγε σε έναν σχετικισμό: η γνώση του ανθρώπου για τα πράγματα είναι σχετική, εξαρτάται δηλαδή από τα μέσα του και τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες της ζωής του.]
Ο Πρωταγόρας αναφέρεται στους θεούς ως δημιουργούς των θνητών όντων, όχι γιατί πίστευε ή τουλάχιστον γιατί ήταν βέβαιος για την ύπαρξή τους, αλλά γιατί δεν γνώριζε επί της ουσίας πώς ακριβώς δημιουργήθηκαν τα θνητά όντα. Εκείνο που γνώριζε ήταν πως η δημιουργία των ζώων και των ανθρώπων προέκυψε ως αποτέλεσμα αλλαγών και εξελίξεων που συντελούνται στη φύση και οι οποίες ακολουθούν μια δική τους απαρέγκλιτη νομοτέλεια.
Επειδή, όμως, στην προκειμένη περίπτωση το θέμα που τον ενδιαφέρει δεν είναι η δημιουργία των ανθρώπων, αλλά η εξελικτική τους πορεία, υποκαθιστά, στα πλαίσια του αλληγορικού μύθου, τη νομοτέλεια της φύσης με τους θεούς. Με τον τρόπο αυτό η προσοχή των ακροατών του μετατίθεται στα σημεία που ενδιαφέρουν το σοφιστή και δεν εγκλωβίζεται στο δυσερμήνευτο σημείο της δημιουργίας.
Το γεγονός, άλλωστε, ότι ο Πρωταγόρας ήταν αγνωστικιστής, το γεγονός δηλαδή ότι δήλωνε αβέβαιος για την ύπαρξη των θεών, δεν δημιουργεί αντίφαση με την αναφορά που κάνει σ’ αυτόν τον μύθο στους θεούς, καθώς ο σκοπός της μυθικής του διήγησης είναι να αναδείξει τις συνθήκες εκείνες που επέτρεψαν την υιοθέτηση της πολιτικής αρετής, προκειμένου να επιτευχθεί η αρμονική συγκρότηση κοινωνιών. Οι θεοί, επομένως, λειτουργούν ως αλληγορικές αναφορές στη νομοτέλεια της φύσης και όχι κυριολεκτικά ως δημιουργοί της ζωής.
Ο σοφιστής μάλιστα, έχοντας υπόψη του τις πεποιθήσεις των ανθρώπων πως ακόμη και οι θεοί δημιουργήθηκαν, φροντίζει να το υπαινιχθεί: «᾿Επειδὴ δὲ καὶ τούτοις χρόνος ἦλθεν εἱμαρμένος γενέσεως...», λέγοντας πως ήρθε «και γι’ αυτά», τα θνητά όντα δηλαδή, ο καθορισμένος από τη μοίρα χρόνος για τη γέννησή του, όπως παλιότερα, εννοείται, ότι είχε έρθει και για τους θεούς.
Ο Πρωταγόρας, πάντως, δεν αποδίδει ολοκληρωτικά στους θεούς τη δημιουργία των θνητών όντων, αλλά τους παρουσιάζει να λειτουργούν ως όργανα μιας ανώτερης δύναμης, της ειμαρμένης. Οι θεοί, λέει ο σοφιστής, δημιούργησαν τους ανθρώπους γιατί έφτασε η ώρα που είχε καθοριστεί από τη μοίρα. Έτσι, ο Πρωταγόρας μας επιτρέπει να αποκωδικοποιήσουμε καλύτερα την αλληγορία του μύθου, αναγνωρίζοντας πως πίσω από τους θεούς βρίσκεται μια δύναμη που ωθεί τις αλλαγές που συντελούνται στη φύση. Η δύναμη αυτή, η ειμαρμένη, μπορεί να ερμηνευθεί ως η ανάγκη.
Η αλληγορική απόδοση της δημιουργίας των θνητών όντων στους θεούς, μας παραπέμπει άλλωστε και στη χριστιανική παράδοση, όπου ο Θεός παρουσιάζεται να δημιουργεί τους πρωτόπλαστους. Όπως οι συγγραφείς της Παλαιάς Διαθήκης καταφεύγουν σε μιαν αλληγορία για να εξηγήσουν το πώς δημιουργήθηκε ο άνθρωπος (στο βιβλίο της Γένεσης), έτσι και ο Πρωταγόρας επιλέγει τον εύληπτο τρόπο ενός μύθου, που ακολουθεί άλλωστε και τη θρησκευτική αντίληψη των ακροατών του.

Τι υπήρχε πριν από τη δημιουργία των θνητών όντων;
[Σύμφωνα με το μύθο πριν από τη δημιουργία των θνητών όντων υπήρχαν οι θεοί. Η "θεογονία" είναι χαρακτηριστική στην αρχαιοελληνική μυθολογική σκέψη. Ο Πρωταγόρας βέβαια, όπως φαίνεται μέσα από τα έργα του ήταν "αγνωστικιστής". Έτσι η αναφορά στους θεούς, έχει μάλλον αλληγορική έννοια. Ο Δίας δηλαδή συμβολίζει τη νομοτέλεια που διέπει τη φύση, είναι η λογική. Ο Ερμής, ο Επιμηθέας και οι άλλοι θεοί είναι απλά όργανα που διέπουν τη νομοτέλεια της φύσης. Με τη νομοτέλεια αυτή ρυθμίζονται οι σχέσεις των όντων, εξισορροπούνται οι ανάγκες τους και εξασφαλίζονται τα μέσα για την ικανοποίηση τους.]
Ο Πρωταγόρας θέλοντας να μιλήσει για τα στάδια εκπολιτισμού και κοινωνικοποίησης που ακολούθησε το ανθρώπινο γένος, καταφεύγει στο μύθο του Προμηθέα, που παρουσιάζει την πορεία του ανθρώπου από την πρώτη του κιόλας στιγμή, από την εποχή της δημιουργίας του. Ο σοφιστής αναφέρει πως όταν ήρθε η καθορισμένη, από τη μοίρα, ώρα για τη γέννηση των θνητών όντων, τα έπλασαν οι θεοί. Έτσι, παρουσιάζει τους θεούς ως το μόνο προϋπάρχον στοιχείο στη γη, το οποίο διαδραματίζει και ρόλο δημιουργού για τους ανθρώπους και τα ζώα.
Ο Πρωταγόρας λαμβάνει την ύπαρξη των θεών ως δεδομένο, χωρίς να μπαίνει στη διαδικασία να μιλήσει και για τη δική τους δημιουργία, καθώς αυτό δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες της μυθικής του αφήγησης. Ο σκοπός του σοφιστή, άλλωστε, είναι να μιλήσει για τους ανθρώπους και για την πορεία που ακολούθησαν μέχρι να φτάσουν στην αρμονική συγκρότηση κοινωνιών.
Θα πρέπει, βέβαια, να τονιστεί ότι ο Πρωταγόρας υπήρξε ένας από τους πρώτους αγνωστικιστές, καθώς θεωρούσε πως η ύπαρξη των θεών είναι κάτι που δεν μπορεί να αποδειχθεί στα στενά όρια της ανθρώπινης ύπαρξης, γι’ αυτό και είχε κατηγορηθεί για αθεΐα. Επομένως, η αναφορά στους θεούς που γίνεται σ’ αυτόν τον μύθο δεν είναι κυριολεκτική, υπό την έννοια ότι ο σοφιστής μιλώντας για την καθορισμένη από τη μοίρα στιγμή της γέννησης των θνητών όντων, αλλά και για τους θεούς που ανέλαβαν την ευθύνη να τους πλάσουν και να τους κοσμήσουν με διάφορους αμυντικούς μηχανισμούς, εννοεί μια διαδικασία που ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε στα πλαίσια της νομοτέλειας που διέπει τη φύση.
Ο Πρωταγόρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει επακριβώς τις ειδικές συνθήκες που απαιτήθηκαν για τη δημιουργία ζωής στη γη, κατανοεί όμως πως επρόκειτο για μια διαδικασία που ακολούθησε τις επιταγές της λογικής που ρυθμίζει κάθε αλλαγή στη φύση. Θέλοντας, επομένως, να δώσει στους ακροατές του με τρόπο εύληπτο την έννοια της νομοτέλειας και της λογικής που κυριαρχεί στη φύση, παρουσίασε τους θεούς ως δημιουργούς της ζωής, χωρίς μάλιστα να παραλείψει να αναφέρει πως και οι ίδιοι οι θεοί υπάκουσαν ουσιαστικά σ’ ένα πρόσταγμα της μοίρας.
Η δημιουργία ζωής παρουσιάζεται ως κάτι το προαποφασισμένο από τη μοίρα, από την εἱμαρμένη, τη δύναμη που ελέγχει καθετί στη φύση και ταυτίζεται ουσιαστικά με την έννοια της ανάγκης. Η ανάγκη είναι η κινητήρια δύναμη που ωθεί τη φύση στην εξέλιξη και στην αλλαγή, ελέγχοντας όχι μόνο τη δημιουργία της ζωής, αλλά και την κατοπινή της πορεία.
Ενδιαφέρουσα είναι η συσχέτιση του μύθου του Προμηθέα με τον τρόπο που παρουσιάζεται η αρχή της δημιουργίας σε σημαντικά κείμενα της Αγίας Γραφής. Στο εισαγωγικό κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης, τη Γένεση, που είναι προγενέστερη από το έργο του Πλάτωνα, η δημιουργία ξεκινά ως εξής: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.». Ο Θεός τίθεται εδώ ως δημιουργός όχι μόνο των θνητών όντων, αλλά και του σύμπαντος. Η Γένεσις δεν αποτελεί βέβαια ένα επιστημονικό κείμενο στο οποίο να εξηγείται πώς δημιουργήθηκε το σύμπαν, μιας και κάτι τέτοιο ξεπερνούσε τις γνώσεις των ανθρώπων εκείνης της εποχής, αποτελεί όμως ένα θρησκευτικό κείμενο το οποίο παρουσιάζει με έμφαση το ποιος δημιούργησε καθετί στο σύμπαν. Ο Θεός είναι ο δημιουργός του κόσμου, χωρίς αυτό να αποτελεί συμβολισμό, όπως γίνεται στο μύθο του Πρωταγόρα.
Στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο της Καινής Διαθήκης, η αρχή της δημιουργίας παρουσιάζεται ως εξής: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος.». Στην αρχή των πάντων τίθεται ο Λόγος, ο οποίος βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τον Θεό και μάλιστα ταυτίζεται μαζί του. Ο Λόγος μπορεί να ιδωθεί ως η νομοτέλεια, η λογική που διέπει το σύμπαν και τη φύση. Ο Λόγος, δηλαδή, μπορεί να εκληφθεί ως η κυρίαρχη δύναμη που από τον Πρωταγόρα δίνεται συμβολικά μέσα από την αναφορά στους θεούς.
Εντούτοις, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας πως η Καινή Διαθήκη είναι ένα χριστιανικό κείμενο που έχει τη δική του σημειολογία και σύμφωνα με την οποία ο Λόγος είναι ο Ιησούς Χριστός, ο υιός του Θεού.
Ας δούμε την ερμηνεία του χωρίου από το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, όπως αυτή μας δίνεται από τον καθηγητή Θεολογίας Παναγιώτη Τρεμπέλα: «Κατά την αρχήν της δημιουργίας υπήρχεν ο Υιός του Θεού, που εγεννήθη από τον Πατέρα ως άπειρος και ζωντανός Λόγος από απειροτέλειον και πάνσοφον Νουν. Και ο Λόγος ως δεύτερον πρόσωπον της Θεότητας υπήρχεν αχώριστος από τον Θεόν και ήτο πάντοτε πλησιέστατα προς αυτόν. Και ήτο Θεός τέλειος ο Λόγος».

Πώς εξυπηρετεί την οικονομία του μύθου (ενότητες 2 και 3) ο καταμερισμός των αρμοδιοτήτων ανάμεσα στον Προμηθέα και τον Επιμηθέα;
Ο Πρωταγόρας ξεκινώντας το μύθο του από τη δημιουργία των θνητών όντων, οφείλει να αναφερθεί σε εξελικτικά στάδια, τα οποία καλύπτουν μεγάλες χρονικές περιόδους. Για να μπορέσει, λοιπόν, να δώσει συνοπτικά τα στάδια αυτά, τα αποδίδει συμβολικά σε παρεμβάσεις των θεών και των τιτάνων.
Το 1ο στάδιο που καλύπτει τη δημιουργία της ζωής, ο Πρωταγόρας το αποδίδει στους θεούς, οι οποίοι πλάθουν τα θνητά όντα ακολουθώντας τα κελεύσματα της ειμαρμένης. Η δημιουργία της ζωής παρουσιάζεται έτσι ως κάτι το αναγκαίο, που έχει προαποφασιστεί από τη μοίρα.
Το 2ο στάδιο αφορά την εξέλιξη των θνητών όντων, τα οποία προσαρμοζόμενα στις ειδικές απαιτήσεις του φυσικού περιβάλλοντος αναπτύσσουν μια σειρά ικανοτήτων, προκειμένου να επιβιώσουν. Το στάδιο αυτό καλύπτει ένα αρκετά εκτεταμένο χρονικό διάστημα, καθώς μέχρι να φτάσουν τα ζώα στην ιδανική τους κατάσταση και να καλύψουν τις ελλείψεις τους (νόμος της αναπλήρωσης), χρειάστηκε να υποστούν μια σειρά εξελικτικών αλλαγών από γενιά σε γενιά. Όλη αυτή τη διαδικασία, βέβαια, ο Πρωταγόρας την αποδίδει συνοπτικά με το μοίρασμα των ιδιοτήτων από τον Επιμηθέα.
Ο Επιμηθέας παρουσιάζεται να μοιράζει με ιδιαίτερη φροντίδα τις ιδιότητες στα ζώα, παραμελεί εντούτοις πλήρως τον άνθρωπο, τον οποίο αφήνει χωρίς καμία σωτήρια ιδιότητα. Το λάθος αυτό του Επιμηθέα, εξυπηρετεί ουσιαστικά τις ανάγκες του μύθου, καθώς ο άνθρωπος όχι μόνο αποτελεί εντελώς ξεχωριστή περίπτωση σε σχέση με τα άλλα ζώα, αλλά και το επίκεντρο του ενδιαφέροντος της όλης αφήγησης. Έτσι, με την αμέλεια του Επιμηθέα, δίνεται η ευκαιρία στον Πρωταγόρα να εξετάσει με μεγαλύτερη λεπτομέρεια την εξέλιξη του ανθρώπου.
Το 3ο στάδιο, επομένως, αφορά ειδικότερα τον άνθρωπο, ο οποίος αν και στερείται των ιδιοτήτων εκείνων που θα τον προστατέψουν από τη φύση και τα υπόλοιπα ζώα, διαθέτει εντούτοις ανεπτυγμένες νοητικές ικανότητες που του επιτρέπουν να επιβληθεί στο φυσικό του περιβάλλον και να δημιουργήσει τις αναγκαίες γι’ αυτόν συνθήκες επιβίωσης.
Η εξέλιξη του ανθρώπου έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τις ανάγκες του μύθου, γι’ αυτό ο σοφιστής την εξετάζει σε διπλό επίπεδο:
Στο 1ο επίπεδο, παρουσιάζει την αρχική δημιουργία του τεχνικού και πνευματικού πολιτισμού, την οποία αποδίδει στην γενναιόδωρη προσφορά του Προμηθέα, που διασφαλίζει για χάρη των ανθρώπων τη φωτιά και τις τεχνικές γνώσεις. Στο πρώτο αυτό επίπεδο ο άνθρωπος κατασκευάζει κατοικίες, όπλα και εργαλεία, εξασφαλίζοντας για τον εαυτό του προστασία από τις αλλαγές του καιρού, αλλά και από τα υπόλοιπα ζώα. Παράλληλα, οι άνθρωποι θέτουν τις βάσεις και για τον πνευματικό τους πολιτισμού με τη δημιουργία ενός ικανού κώδικα επικοινωνίας, αλλά και της θρησκείας.
Στο 2ο επίπεδο, ο σοφιστής θα μας παρουσιάσει τη σημαντικότερη εξέλιξη για την επιβίωση των ανθρώπων, η οποία έγκειται στη συγκρότηση αρμονικά οργανωμένων κοινωνιών. Η επίτευξη αυτής της σημαντικής εξέλιξης θα γίνει με τη συνδρομή του Δία, που θα προσφέρει στους ανθρώπους τη δίκην και την αιδώ.
Παρατηρούμε, επομένως, ότι ο Πρωταγόρας αποδίδοντας στους θεούς και στους δύο τιτάνες καίριες προσφορές για τα θνητά όντα, κατορθώνει να παρουσιάσει με συνοπτικό τρόπο εξελικτικά στάδια που στην πραγματικότητα καλύπτουν μια μακραίωνη πορεία.
Θα πρέπει, επίσης, να έχουμε κατά νου, πως η απερισκεψία και η επιπολαιότητα του Επιμηθέα, εξυπηρετούν την οικονομία του μύθου, αφού καθιστούν αναγκαία την παρέμβαση του Προμηθέα. Κάτι που αν ειδωθεί πέρα από τα πλαίσια του μύθου, σημαίνει πως οι άνθρωποι αναγκάζονται, για να επιβιώσουν, να ενεργοποιήσουν το βασικότερο πλεονέκτημά τους έναντι των άλλων όντων, τη λογική, τις νοητικές τους δηλαδή ικανότητες. Η συμβολή του Προμηθέα, που θα οδηγήσει στη δημιουργία του ανθρώπινου πολιτισμού, δεν είναι παρά η συμβολική παράσταση, της πολύχρονης προσπάθειας των ανθρώπων να επιβληθούν στο φυσικό τους περιβάλλον και να το διαμορφώσουν κατάλληλα για τη δική τους επιβίωση.


Να εντοπίσετε στο κείμενο τις λέξεις που αναφέρονται στον Επιμηθέα και τον Προμηθέα (ενότητες 2 και 3) και να σκιαγραφήσετε την προσωπικότητα και το ρόλο καθενός στη δημιουργία. Να λάβετε υπόψη σας και την ετυμολογία των ονομάτων τους.

[Προμηθεύς < προμηθής (πρό + μῆτις : σκέψη ) = προνοητικός, προβλεπτικός. Ἐπιμηθεύς < ἐπί + μῆδος (πληθ. μήδεα, τά: σκέψεις, επινοήσεις, τεχνάσματα) = απερίσκεπτος, απρονόητος, σκεπτόμενος κατόπιν εορτής.]
Ο Επιμηθέας, όταν οι θεοί ζητούν από τους δύο τιτάνες να κάνουν τη διανομή ιδιοτήτων στα θνητά όντα, ζητά από τον Προμηθέα να κάνει μόνος του τη μοιρασιά «Προμηθέα δὲ παραιτεῖται᾿Επιμηθεύς αὐτὸς νεῖμαι», αναλαμβάνοντας χωρίς δεύτερη σκέψη μια απαιτητική διαδικασία.
«Ἅτε δὴ οὖν οὐ πάνυ τι σοφὸς ὢν ὁ Ἐπιμηθεὺς ἔλαθεν αὑτὸν καταναλώσας τὰς δυνάμεις εἰς τὰ ἄλογα», επειδή όμως ο Επιμηθέας δεν ήταν πολύ σοφός, χωρίς να το καταλάβει ξοδεύει όλες τις δυνάμεις/εφόδια στα άλογα όντα. Αφήνει, έτσι, τον άνθρωπο χωρίς κάποια σωματική δύναμη, που θα μπορούσε να τον προφυλάξει από τις μεταβολές του καιρού κι από τα άλλα ζώα.
Η λανθασμένη, ως προς τον άνθρωπο, διανομή των δυνάμεων αποκαλύπτει την απερισκεψία του Επιμηθέα, που τόσο παρορμητικά προθυμοποιήθηκε να διεκπεραιώσει μόνος του μια δύσκολη και εξαιρετικά σημαντική αποστολή. Ο Επιμηθέας ξεκινάει τη διανομή, χωρίς ουσιαστικό προγραμματισμό και χωρίς να  διαφυλάξει κάποιες δυνάμεις για τον άνθρωπο, αφήνοντάς τον εντελώς απροστάτευτο σε άμεσο κίνδυνο για την επιβίωσή του.
[Θα πρέπει, βέβαια, να έχουμε κατά νου, πως η απερισκεψία και η επιπολαιότητα του Επιμηθέα, εξυπηρετούν την οικονομία του μύθου, αφού καθιστούν αναγκαία την παρέμβαση του Προμηθέα. Κάτι που αν ειδωθεί πέρα από τα πλαίσια του μύθου, σημαίνει πως οι άνθρωποι αναγκάζονται, για να επιβιώσουν, να ενεργοποιήσουν το βασικότερο πλεονέκτημά τους έναντι των άλλων όντων, τη λογική, τις νοητικές τους δηλαδή ικανότητες. Η συμβολή του Προμηθέα, που θα οδηγήσει στη δημιουργία του ανθρώπινου πολιτισμού, δεν είναι παρά η συμβολική παράσταση, της πολύχρονης προσπάθειας των ανθρώπων να επιβληθούν στο φυσικό τους περιβάλλον και να το διαμορφώσουν κατάλληλα για τη δική τους επιβίωση.]  
«Ἀπορίᾳ οὖν σχόμενος ὁ Προμηθεὺς ἥντινα σωτηρίαν τῷ ἀνθρώπῳ εὕροι, κλέπτει Ἡφαίστου καὶ Ἀθηνᾶςτὴν ἔντεχνον σοφίαν σὺν πυρί». Ο Προμηθέας που έρχεται να ελέγξει τη διανομή του Επιμηθέα, διαπιστώνει πως ο άνθρωπος έχει πλήρως παραμεληθεί. Μη γνωρίζοντας τι να κάνει για να τον σώσει, κλέβει από τον Ήφαιστο και την Αθηνά, τη φωτιά και τις τεχνικές γνώσεις. Ο Προμηθέας, επομένως, αντιμετωπίζει αποφασιστικά το σημαντικό πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί, προβαίνοντας σε μία ουσιαστική για τον άνθρωπο προσφορά.
Ο Προμηθέας με έντονα ανθρωπιστική διάθεση, κλέβει πολύτιμα στοιχεία από τους θεούς, γι’ αυτό και η τιμωρία του από τον Δία θα είναι ιδιαίτερα σκληρή. Η στάση, πάντως, του Προμηθέα αποτελεί παράδειγμα για τη δυνατότητα υπέρβασης των δυσκολιών και της επίλυσης προβλημάτων, με γοργή σκέψη και αποφασιστικότητα. Ο Προμηθέας λειτουργεί ως σύμβολο για τη διαχρονική δυνατότητα του ανθρώπου να ξεπερνά τα εμπόδια που συναντά και να συνεχίζει μια διαρκώς ανοδική πορεία.
Απέναντι στην έλλειψη οργάνωσης και στην απρονοησία του Επιμηθέα, ο Προμηθέας παρατάσσει, όχι μόνο την προνοητικότητα και τον ορθό υπολογισμό, αλλά και την επινοητικότητα και τη δυνατότητα, μέσω της σκέψης, να αντιμετωπίζονται κάθε είδους προβλήματα.

Ο Πρωταγόρας στο μύθο αναφέρεται στον άνθρωπο γενικά, χωρίς καμία διάκριση καταγωγής, κοινωνικής τάξης κτλ. Η έννοια ἄνθρωπος είναι δηλαδή γενική και δηλώνει το ανθρώπινο γένος. Ποια σημασία νομίζετε ότι έχει η αντίληψη αυτή; Πώς θα κρίναμε σήμερα τη σπουδαιότητά της; (Να διαβάσετε από την εισαγωγή του βιβλίου σας τα σχετικά με τον Ιππία και τον Αντιφώντα, σσ. 26 και 28).
[Στο μύθο χρησιμοποιείται και ο όρος ἀνθρώπων γένος. Γίνεται λόγος για ανθρώπους γενικά, όχι για ελεύθερους και δούλους, για ευγενείς, για Έλληνες και βαρβάρους κτλ. Άλλοι σοφιστές προχώρησαν περισσότερο στην ενότητα του ανθρώπινου γένους με τις διακηρύξεις τους κατά των κοινωνικών και φυλετικών διακρίσεων (᾿Αντιφῶν, Ἀλκιδάμας). Στον Πρωταγόρα (337c) βρίσκουμε την άποψη του Ιππία για την ενότητα των ανθρώπων. Πρόκειται για πρωτοποριακές για την εποχή τους αντιλήψεις. Η σημασία τους σε σχέση με τις αριστοκρατικές αντιλήψεις της εποχής τους, ακόμα και σε σχέση με σύγχρονες θεωρίες π.χ. για Αρίους είναι προφανής.]
[Ιππίας: Είναι πολύ πιθανόν πως ο Ιππίας ήταν ο πρώτος σοφιστής που κατηγορηματικά κατήγγειλε τις κοινωνικές διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων ως συνέπεια των νόμων και όχι της φύσης, για την οποία όλοι οι άνθρωποι είναι όμοιοι, συγγενείς και συμπολίτες.
Αντιφώντας: Ο Αντιφώντας ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για ζητήματα κοινωνιολογικά, ιστορίας του δικαίου και ιστορίας των πολιτισμών. Η αντίθεση φύσης – νόμου βρισκόταν στο επίκεντρο των φιλοσοφικών προβληματισμών του. Δεν γνωρίζουμε εάν ο Ιππίας ήταν ο πρώτος που ανέδειξε αυτήν την αντίθεση, ο Αντιφώντας πάντως ήταν αυτός που την κατήγγειλε, παίρνοντας θέση κατά του νόμου και των ανθρώπινων συμβάσεων, στις οποίες οφείλονται όλες οι διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων. Οπαδός του φυσικού δικαίου, ο Αντιφώντας δεν δίστασε να διακηρύξει πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι: καταρχήν, μέσα στα πλαίσια της πόλεως, αριστοκράτες ή μη, πολίτες ή ξένοι, ελεύθεροι ή δούλοι∙ αλλά και μέσα στα ευρύτερα πλαίσια της ανθρωπότητας, Έλληνες και βάρβαροι δεν διαφέρουν παρά μόνον στον βαθμό που ο νόμος, οι κοινωνικές διακρίσεις και οι πολιτιστικές προκαταλήψεις επιβάλλον τις ανισότητες.]
Ο τρόπος με τον οποίο ο Πρωταγόρας παρουσιάζει τη δημιουργία των ανθρώπων, χωρίς να κάνει καμία αναφορά σε οποιαδήποτε μορφή διάκρισης μεταξύ τους, καθιστά τη διήγησή του εξαιρετικά πρωτοποριακή. Σε μια εποχή όπου η δουλεία θεωρούνταν δεδομένη, οι γυναίκες αντιμετωπίζονταν ως κατώτερες από τους άντρες και οι πλούσιοι απολάμβαναν πλείστα προνόμια, ο Πρωταγόρας δίνει σε όλους τους ανθρώπους κοινή αρχή, κοινή καταγωγή, χωρίς καμία απολύτως διάκριση.
Αυτό σημαίνει ότι για τον σοφιστή η κατοπινή εξέλιξη των ανθρώπων και οι πολλαπλές ανισότητες στις μεταξύ τους σχέσεις, προέκυψαν ως αποτέλεσμα κοινωνικών συμβάσεων και επιβολής ουσιαστικά των ισχυρότερων ομάδων. Ενώ, δηλαδή, οι άνθρωποι ξεκίνησαν από κοινή βάση, ίσοι μεταξύ τους, στην πορεία κάθε ομάδα που ένιωθε τον εαυτό της ισχυρότερο από τους άλλους ανθρώπους, επέβαλε και κάποια μορφή διάκρισης.
Η σκέψη του σοφιστή είναι πολύ σημαντική, καθώς κατορθώνει να αντικρίσει την αλήθεια για τη φύση των ανθρώπων, κατορθώνει να αντιληφθεί την πλήρη ισότητα μεταξύ τους και δε διστάζει να τους εξομοιώσει απόλυτα στη διήγησή του. Η αξία της σκέψης του, μάλιστα, καθίσταται ακόμη σημαντικότερη αν αναλογιστούμε ότι ο σοφιστής γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια εποχή, όπου η δουλεία θεωρούνταν πλήρως αποδεκτή και οι γυναίκες επί της ουσίας δεν είχαν δικαιώματα. Ο Πρωταγόρας, επομένως, παρουσιάζει την ισότητα των ανθρώπων και αναδεικνύει την καθαρότητα με την οποία αντίκριζε τον κόσμο, κατορθώνοντας να αποδεσμευτεί από προκαταλήψεις και στρεβλές θεάσεις της πραγματικότητας.
Έτσι, ο σοφιστής εμφανίζεται να έχει επιτύχει κάτι που ακόμη και σήμερα μοιάζει ανέφικτο, κατάφερε δηλαδή να αποδεχτεί και να διακηρύξει την πλήρη ισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους, αδιαφορώντας για τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής του, για τις διακρίσεις ανάμεσα σε γυναίκες και άντρες, και για την ανισότητα ανάμεσα στους εύπορους πολίτες και τους φτωχούς. 

Τι νομίζετε ότι συμβολίζει η κλοπή της φωτιάς από τον Προμηθέα;
[Ο Προμηθέας «κλέβοντας τη φωτιά, αψηφώντας τις άλογες και αυθαίρετες αποφάσεις του Δία, εκφράζει και ενισχύει την ορθολογική πίστη του ότι ο άνθρωπος μπορεί με τη γνώση να κυριαρχήσει πάνω στη φύση, να την αλλάξει και να καλυτερέψει τη ζωή του».]

Μετά το στάδιο της δημιουργίας (ανάμειξη χώματος και φωτιάς από τους θεούς) και το στάδιο της ενίσχυσης των όντων με τις αναγκαίες ιδιότητες για τη διασφάλιση της επιβίωσής τους (μοίρασμα ιδιοτήτων από τον Επιμηθέα), ο άνθρωπος εμφανίζεται με εγγενείς αδυναμίες απέναντι στη φύση και στα υπόλοιπα ζώα.
Η ουσιαστική διαφορά, όμως, του ανθρώπου με τα άλλα ζώα έγκειται στο γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι ένα έλλογο ον, που κατέχει την ικανότητα της σκέψης, της δημιουργικότητας και της λογικής επεξεργασίας των καταστάσεων που αντιμετωπίζει. Έτσι, η κλοπή της φωτιάς και των τεχνικών γνώσεων από τον Προμηθέα, συμβολίζει την ενεργοποίηση όλων εκείνων των νοητικών δυνατοτήτων του ανθρωπίνου γένους, που έρχονται να εξισορροπήσουν και να αναπληρώσουν τις σωματικές του ελλείψεις.
Με την κλοπή της φωτιάς -της πρώτης πηγής ενέργειας που αξιοποιήθηκε από τους ανθρώπους- ο Πρωταγόρας παρουσιάζει συνοπτικά το εξελικτικό στάδιο της ανθρωπότητας, κατά το οποίο επιχειρήθηκε και επιτεύχθηκε η αναδιαμόρφωση του φυσικού περιβάλλοντος από τους ανθρώπους, ώστε να διασφαλιστεί η επιβίωσή τους.
Η φωτιά θέτει τις βάσεις για τη δημιουργία του τεχνικού πολιτισμού των ανθρώπων, που τους παρέχει τη δυνατότητα να κατασκευάσουν όπλα, κατοικίες, εργαλεία και οτιδήποτε χρειάζονται για να εξασφαλίσουν στέγη, τροφή και ασφάλεια. Σε παράλληλη ανάπτυξη, μάλιστα, παρέχει στους ανθρώπους τη δυνατότητα να ξεκινήσουν και την ανάπτυξη του πνευματικού τους πολιτισμού, καθώς από τη στιγμή που αισθάνονται ασφαλείς από τους κινδύνους της φύσης, κατορθώνουν να δημιουργήσουν έναν λεκτικό κώδικα επικοινωνίας και να υιοθετήσουν την έννοια της θρησκείας και της τίμησης των θεών τους.
Το στάδιο αυτό του Προμηθέα αποτελεί τις πρωταρχικές προσπάθειες του ανθρώπου για επιβίωση και ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών της ζωής του. Δεν οδηγεί, βέβαια, τους ανθρώπους στην πληρότητα της αρμονικής κοινωνικής ζωής και της δημιουργίας ενός ισόρροπα ανεπτυγμένου πνευματικού και τεχνικού πολιτισμού στα πλαίσια μιας οργανωμένης κοινωνίας, καθώς γι’ αυτό το σημαντικό βήμα θα χρειαστεί η κατάκτηση της πολιτικής αρετής. Ένα ακόμη δυσεπίτευκτο εξελικτικό στάδιο, το οποίο στα πλαίσια του μύθου θα πραγματοποιηθεί με τη συνδρομή του Δία.

Διὸς φυλακαί: Τις φρουρές αποτελούσαν η Βία και το Κράτος, όργανα της εξουσίας του Δία, που συναντάμε στη Θεογονία του Ησιόδου (385) και τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου (στ. 12-87). Τι συμβολίζουν, κατά τη γνώμη σας, σε συνδυασμό με την όλη παρουσία των θεών στο μύθο του Πρωταγόρα;
[Είναι τα όργανα της εξουσίας του Δία. Στο μύθο του Πρωταγόρα συμβολίζουν τη δυσκολία της απόκτησης της πολιτικής τέχνης, τις επίπονες προσπάθειες του ανθρώπινου γένους για πολιτική οργάνωση. Η παρουσία των θεών στο μύθο φανερώνει την παρουσία της φύσης μέσα στην κοινωνία (η οποία δηλώνεται καλύτερα και στην 4η ενότητα).]  

Ησιόδου «Θεογονία»
Στὺξ δ᾽ ἔτεκ᾽ Ὠκεανοῦ θυγάτηρ Πάλλαντι μιγεῖσα
Ζῆλον καὶ Νίκην καλλίσφυρον ἐν μεγάροισιν·
καὶ Κράτος ἠδὲ Βίην ἀριδείκετα γείνατο τέκνα, 
τῶν οὐκ ἔστ᾽ ἀπάνευθε Διὸς δόμος, οὐδέ τις ἕδρη,
οὐδ᾽ ὁδός, ὅππη μὴ κείνοις θεὸς ἡγεμονεύῃ,
ἀλλ᾽ αἰεὶ πὰρ Ζηνὶ βαρυκτύπῳ ἑδριόωνται.

Η Στυξ, η κόρη του Ωκεανού, αφού ήρθε σ’ επαφή με τον Πάλλαντα
γέννησε τον Ζήλο και τη Νίκη με τους όμορφους αστραγάλους, στον κοιτώνα∙
γέννησε και το Κράτος και τη Βία, περίφημα παιδιά,
για τα οποία δεν υπάρχει κατοικία μακριά από τον Δία, ούτε θέση,
ούτε δρόμος, παρά αυτός που οι θεοί τα οδηγούν,
αλλά πάντοτε κοντά στον Δία, που βροντάει φοβερά, μένουν.

Αισχύλου «Προμηθέας Δεσμώτης»

Ήφαιστος: Κράτος και Βία, για σας του Διός φθάνει
η προσταγή και τίποτα δεν σας εμποδίζει.
Όμως εμένα δεν μου βαστά η καρδιά μου
με το ζόρι θεό συγγενικό μας να τον δέσω
σε βράχο κακοφούρτουνο. Αλλ’ ανάγκη
είτ’ έτσι είτ’ αλλιώς εγώ παίρνοντας θάρρος
σε τούτα να καταπιαστώ. Γιατ’ είναι
βαρύ τον λόγο ν’ αψηφάμε του πατέρα.
Της ορθόγνωμης Θέτιδος γιέ υψηλογνώστη,
άθελά μου άθελον εσέ πρέπει να καρφώσω
με αλυσίδες ασύντριφτες πάνω σε τούτο
το έρημο απ’ ανθρώπους πετροβούνι,
όπου ποτέ σου ουδέ φωνή ουδ’ όψι ανθρώπου
θα δεις και τ’ άνθος της μορφής θ’ αλλάξεις
απ’ του ήλιου τη λαμπρή φλόγα κτυπημένος,
έτσι που ευχάριστη θα σου είναι η νύχτα,
η πλουμιδόστολη, το φως να σου αποκρύβει.
Κι ο ήλιος το δροσόπαγο θα σκορπάει πάλι.
Κι έτσι πάντα θα γίνεται. Κι εσένα ο πόνος
του κακού ολοένα θα σε τρώει, γιατί ακόμη
δεν έχει γεννηθεί ο άξιος να στο ελαφρώσει.
Τέτοια σ’ ευρήκαν για την αγάπη των ανθρώπων.
Γιατί θεός εσύ, για των θεών μη έχοντας φόβο
την όργιτα, παράδωκες εις τους ανθρώπους
περισσότερες τιμές απ’ ό,τι ωρίσθη.
Γι’ αυτό και τον άχαρο θα φυλάς βράχο τούτο
ορθόστητος και αγονάτιστος και δίχως ύπνο∙
κι ανώφελα πολλούς θρήνους και γόους θα φωνάζεις.
Γιατί του Δία ο νους δύσκολα αλλάζει γνώμη,
κι ο νειόφερτος στην εξουσία πάντα σκληρός είναι.

[Μετάφραση: Ιωάννης Ζερβός]

Η Βία και το Κράτος (η δύναμη), οι φύλακες της κατοικίας του Δία, λειτουργούν στα πλαίσια του μύθους ως σύμβολα για τις πολλαπλές δυσκολίες που θα πρέπει οι άνθρωποι να ξεπεράσουν προκειμένου να αποκτήσουν την πολιτική αρετή, την ικανότητα, δηλαδή, να συγκροτούν εύρυθμα συγκροτημένες κοινωνίες. Η ομαλή κοινωνική συνύπαρξη δεν μπορεί να προκύψει άκοπα και χωρίς προβλήματα, καθώς οι άνθρωποι θα πρέπει να κατανοήσουν πως όλοι οφείλουν να προβούν σε υποχωρήσεις, για να κατορθώσουν να δημιουργήσουν μια κατάλληλα οργανωμένη κοινωνία.
Οι υποχωρήσει αυτές, βέβαια, και ο απαιτούμενος σεβασμός για τις ανάγκες και τις επιθυμίες του άλλου, δεν προκύπτουν εύκολα, γι’ αυτό και οι άνθρωποι θα χρειαστούν πάρα πολλά χρόνια μέχρι να φτάσουν στο αναγκαίο επίπεδο ωριμότητας. Ο Πρωταγόρας, επομένως, θέλοντας να δώσει συμβολικά την ένταση αυτών των δυσκολιών και με δεδομένο ότι αφηγείται ένα μύθο, παρουσιάζει τη Βία και το Κράτος, ως τους τρομερούς εκείνους φύλακες που δεν άφησαν στον Προμηθέα κανένα περιθώριο να επιχειρήσει την κλοπή της πολιτικής αρετής.
Ο Πρωταγόρας δεν θέλει να δημιουργήσει την εντύπωση ότι αμέσως μετά τη δημιουργία τους οι άνθρωποι κατόρθωσαν να αναπτύξουν πολιτισμό και να συγκροτήσουν κοινωνίες. Για το λόγο αυτό παρουσιάζει βέβαια τον Προμηθέα να προσφέρει στους ανθρώπους τη φωτιά και τις τεχνικές γνώσεις, αλλά δημιουργεί ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο για την εξασφάλιση της πολιτικής ικανότητας. Έτσι, ακόμη και στα πλαίσια του μύθου, καθίσταται σαφές πως υπήρξαν στάδια στην εξέλιξη του ανθρώπου και αποφεύγεται η λανθασμένη εντύπωση ότι διαμιάς επιτεύχθηκε η πλήρης ανάπτυξη πολιτισμού και η συγκρότηση κοινωνιών.
Ο Πρωταγόρας, άλλωστε, φροντίζει στο μύθο του να συμβολίζονται οι νόμοι που συνέχουν τη φύση και την ωθούν σε εξέλιξη και διαρκή βελτίωση, οι ίδιοι νόμοι που συνάμα θέτουν και όρια στην ικανότητα των όντων να προχωρούν ταχύτερα απ’ ό,τι πρέπει στην εξελικτική τους πορεία. Στα πλαίσια λοιπόν του μύθου οι νόμοι της φύσης συμβολίζονται με τους θεούς, οι οποίοι πλάθουν τους ανθρώπους (δημιουργία ζωής στη φύση), τους προικίζουν εξισορροπητικά με διαφορετικές ικανότητες (νόμος της αναπλήρωσης), τους χαρίζουν τεχνικές γνώσεις (η αναγκαία εξέλιξη των ειδών προκειμένου να επιβιώσουν). Παράλληλα, ο Πρωταγόρας εμφανίζει τους θεούς να στέκουν εμπόδιο στην ταχύτατη εξέλιξη των ανθρώπων -η Βία και το Κράτος-, καθώς είναι ευνόητο πως κάθε εξελικτικό βήμα απαιτεί μακροχρόνια προσπάθεια.

Οὕτω δή, ὦ Σώκρατες, ... αἰτία: Σε ποιο επιχείρημα του Σωκράτη απαντά ο Πρωταγόρας και ποια στάση τηρεί απέναντι στο αθηναϊκό πολίτευμα;
[Απαντά στο επιχείρημα που είχε διατυπώσει ο Σωκράτης (ενότητα 1): η δυνατότητα όλων να εκφέρουν άποψη για τα θέματα της πολιτικής στην εκκλησία του δήμου σήμαινε ότι η πολιτική δεν διδάσκεται, αλλιώς δεν θα μπορούσε να διατυπώσει καθένας γνώμη παρά μόνο - όπως υπονοείται - ο ειδικός. Σύμφωνα με τον Πρωταγόρα, το δικαίωμα να εκφέρουν όλοι άποψη είναι νόμιμο, αφού η αἰδώς και η δίκη είναι (δυνάμει) κτήμα όλων. Ο Πρωταγόρας εκφράζει μια αντιτεχνοκρατική αντίληψη για την πολιτική, επιδοκιμάζει το αθηναϊκό πολίτευμα και ιδίως το δικαίωμα ισηγορίας.]  
Ο Σωκράτης είχε διατυπώσει τον ακόλουθο συλλογισμό: εφόσον οι Αθηναίοι στις συνελεύσεις του Δήμου ακούν με προθυμία τη γνώμη όλων των πολιτών, ανεξάρτητα από το επάγγελμα, την οικονομική και κοινωνική τους θέση, όταν η συζήτηση αφορά θέματα σχετικά με τη διοίκηση της πόλης, χωρίς να απαιτούν να έχει κάποιος ειδικές γνώσεις, αυτό σημαίνει ότι οι Αθηναίοι δεν πιστεύουν πως η πολιτική είναι κάτι που διδάσκεται.
Αν θεωρούσαν πως η πολιτική μπορεί να διδαχτεί τότε θα άκουγαν την άποψη μόνο εκείνων που είχαν λάβει την ανάλογη μόρφωση.
Σε αυτό το επιχείρημα του Σωκράτη, ο Πρωταγόρας απαντά πως οι Αθηναίοι δέχονται εύλογα τη γνώμη όλων για ζητήματα πολιτικής, καθώς σε αντίθεση με τις τέχνες που τις γνωρίζουν λίγοι, τις αρετές στις οποίες βασίζεται η πολιτική αρετή, την αιδώ και τη δίκη, τις κατέχουν όλοι οι πολίτες. Σε περίπτωση, άλλωστε, που δε μετείχαν όλοι οι πολίτες στις αρετές αυτές, τότε δε θα υπήρχαν πόλεις, μιας και οι άνθρωποι δε θα ήταν σε θέση να συνυπάρξουν αρμονικά.
Ο Πρωταγόρας εδώ εκφράζει μια αντιτεχνοκρατική αντίληψη για την πολιτική, υπό την έννοια ότι δεν πιστεύει πως η πολιτική τέχνη, μπορεί ή πρέπει να ανήκει μόνο σε λίγους, όπως οι υπόλοιπες τέχνες, αλλά θεωρεί ότι πρέπει να αποτελεί κοινό κτήμα. Ο σοφιστής θεωρεί πως η παρούσα μορφή του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι ιδανική, καθώς παρέχει δικαίωμα λόγου σε όλους τους πολίτες, ενισχύοντας την αίσθηση ενεργούς συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων.

Πώς αντιμετώπιζαν οι Αθηναίοι τους ρήτορες (ομιλητές) στην εκκλησία του δήμου; Πώς εξηγείται η στάση τους; Η απάντησή σας να στηριχθεί μόνο στο κείμενο.
Οι Αθηναίοι, όταν συζητούν κάποιο θέμα που θεωρούν ότι το γνωρίζουν λίγοι ειδικοί, ακούν μόνο τη γνώμη εκείνων, και δεν ανέχονται παρεμβάσεις από άτομα που δεν κατέχουν τις απαιτούμενες γνώσεις. Αν, για παράδειγμα, το θέμα αφορά την τέχνη των ξυλουργών, θεωρούν ότι μόνο οι ξυλουργοί έχουν δικαίωμα να εκφράσουν την άποψή τους, γιατί μόνο αυτοί γνωρίζουν άριστα το αντικείμενο.
Αντιθέτως, όταν η συζήτηση αφορά θέματα που σχετίζονται με την πολιτική, τότε ακούν τη γνώμη όλων των συμπολιτών τους, καθώς οποιαδήποτε άποψη διατυπώνεται για τα ζητήματα πολιτικής βασίζεται στη δικαιοσύνη και τη σωφροσύνη, αρετές που κατέχουν όλοι οι πολίτες. Διότι, αν δεν κατείχαν όλοι οι πολίτες τις αρετές αυτές, τότε δε θα μπορούσαν να υπάρχουν πόλεις, μιας και η συνύπαρξη των ανθρώπων θα καθίστατο αδύνατη από τις συνεχείς αδικίες. 

Ποιο στάδιο στην εξελικτική πορεία του ανθρώπου εκπροσωπεί η πολιτική τέχνη και πώς συντελείται το πέρασμα σ’ αυτό;
[Το στάδιο της συγκρότησης πόλεων. Το πέρασμα γίνεται προοδευτικά και πάντα κάτω από το νόμο της ανάγκης. Οι άνθρωποι αφανίζονται αρχικά, επειδή δεν κατέχουν την τέχνη να ζουν μαζί σε πόλεις. Από τα παθήματά τους μαθαίνουν να ενεργούν δίκαια και να σέβονται τα δικαιώματα των άλλων.]
Η κατάκτηση της πολιτικής τέχνης, η κοινωνική ωρίμανση των ατόμων και η υιοθέτηση των αρχών εκείνων που επιτρέπουν την αρμονική τους συνύπαρξη, σηματοδοτεί το πέρασμα στη δημιουργία πόλεων. Οι άνθρωποι έχοντας αντιληφθεί πως από μόνοι τους δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τις εχθρικές επιθέσεις των άγριων ζώων, έχοντας δηλαδή συνειδητοποιήσει την αξία της ομαδικής προσπάθειας, αποφασίζουν να συγκροτήσουν οργανωμένες κοινωνίες.
Η απόφασή τους αυτή θα συνοδευτεί από ένα μακροχρόνιο στάδιο προσαρμογής κατά το οποίο θα οδηγηθούν σε μια ηθική εξέλιξη, αναγκαία για την επιτυχή λειτουργία της συμβίωσής τους. Ενώ ξεκινούν τις προσπάθειές τους, διατηρώντας την εγωκεντρική τους θέαση και καταφεύγοντας σε αδικίες ο ένας εις βάρος του άλλου, συνειδητοποιούν στην πορεία πως μια τέτοια τακτική δεν τους προσφέρει κανένα όφελος. Έτσι, σταδιακά οι άνθρωποι θα γνωρίσουν μια βαθιά εσωτερική εξέλιξη, στα πλαίσια της οποίας θα αποκτήσουν την αίσθηση του σεβασμού και της ντροπής απέναντι στο συνάνθρωπό τους και παράλληλα θα αισθανθούν την ανάγκη να διέπονται οι μεταξύ τους σχέσεις από δικαιοσύνη.
Η ηθική αυτή εξέλιξη θα έχει ως αποτέλεσμα την κατάκτηση της πολιτικής τέχνης και το συνεπαγόμενο πέρασμα σε μια κοινωνική οργάνωση που δε χαρακτηρίζεται πλέον από πνεύμα προστριβών και αδικίας. 

καὶ νόμον γε θὲς ... πόλεως: Πώς εξηγείται η ανάγκη νόμου για την τιμωρία όποιου δε μετέχει στην αἰδῶ και τη δίκη, αφού αυτές μοιράστηκαν σε όλους;
[Ο Δίας δεν μπορεί να εξασφαλίσει την καθολικότητα των δυο αρετών στους ανθρώπους, μια και δεν αποτελούσαν μέρος της αρχικής τους φύσης. Αν αφαιρέσουμε το περίβλημα του μύθου, σημαίνει ότι το θέσπισμα, ο νόμος αυτός,  ήταν «έργο του χρόνου, της πικρής πείρας και της ανάγκης». Ενισχύει τη θέση ότι όλοι πρέπει να έχουν συμμετοχή στην αρετή.]
Στα πλαίσια του μύθου ο Δίας ζητά να μοιραστούν η αιδώς και η δίκη σε όλους τους ανθρώπους, εντούτοις δεν μπορεί να διασφαλίσει πως όλοι οι άνθρωποι θα συμμετάσχουν σε αυτές τις αρετές, καθώς δεν αποτελούν έμφυτα στοιχεία της ανθρώπινης φύσης. Για το λόγο αυτό ο Δίας επισείει την απειλή της θανάτωσης, ώστε να καταστεί σαφές πως οι άνθρωποι θα πρέπει να προσαρμόσουν τον τρόπο ζωή τους στα ηθικά αυτά πρότυπα, με κάθε κόστος.
Ο Δίας, βέβαια, συμβολίζει την πιεστική δύναμη της ανάγκης, καθώς οι άνθρωποι έφτασαν στη συνειδητοποίηση πως πρέπει να υπάρξουν καθολικές αρχές δικαιοσύνης και αλληλοσεβασμού, μέσα από τις αλλεπάλληλες αποτυχίες τους να συγκροτήσουν πολιτείες. Η ηθικοποίηση των ατόμων, επομένως, δεν αποτελεί δεδομένο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης, αλλά μια επιλογή που προέκυψε με την πάροδο των χρόνων και την πικρή εμπειρία της πραγματικότητας. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να συνυπάρξουν αν δεν υιοθετήσουν βασικές ηθικές αρετές και για να το πετύχουν αυτό διδάσκουν τις αρετές αυτές στους νέους ανθρώπους ήδη από την παιδική τους ηλικία. Εντούτοις, όπως αποδεικνύει και η σύγχρονη πραγματικότητα, παρά τις συνεχείς προσπάθειες διαπαιδαγώγησης και παρά το γεγονός ότι η ηθική δεν είναι ασύμβατη με την ανθρώπινη υπόσταση, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που η ηθικοποίηση δεν επιτυγχάνεται, γι’ αυτό και οι κοινωνίες θεσπίζουν αυστηρούς νόμους, για όσους δε συμμορφώνονται με τα κοινωνικώς αποδεκτά πρότυπα συμπεριφοράς.

κτείνειν ὡς νόσον πόλεως : Πώς κρίνετε το μέτρο αυτό;
[Όσοι δεν έχουν συνείδηση των αξιών της αἰδοῦς και της δίκης αποτελούν νοσηρά στοιχεία της πόλης που έχει δικαίωμα να τους τιμωρήσει, αφού πρώτα θα έχει χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα για να τους αλλάξει. Σήμερα θα θεωρούσαμε τη θανάτωση σκληρό και απάνθρωπο μέτρο.]
Η ανάγκη να γίνονται σεβαστές οι ηθικές αρχές, στις οποίες βασίζεται η κοινωνική συνύπαρξη, είναι εξαιρετικά σημαντική, καθώς σε διαφορετική περίπτωση οι άνθρωποι θα παρεκκλίνουν εκ νέου στην αδικία και στην έλλειψη σεβασμού, οδηγώντας σε κατάρρευση την πολιτεία.
Η διαταγή αυτή του Δία, επομένως, εκφράζει την ανάγκη ύπαρξης μιας νομοθετικής υποστήριξης των ηθικών αρχών, υπό την έννοια ότι συχνά δεν μπορούμε να βασιζόμαστε μόνο στη βούληση των ατόμων για το σεβασμό των αμοιβαίων αρχών ηθικού δικαίου. Είναι θεμιτό να υπάρχει και ο φόβος αυστηρών κυρώσεων για εκείνους που θεωρούν ότι μπορούν να εκμεταλλευτούν καταστάσεις και να μη συμμορφώνονται με ό,τι ισχύει για όλους.
Ο Δίας, βέβαια, επιβάλλει την αυστηρότερη ποινή, καθώς αναφέρεται στην αρχική προσπάθεια των ανθρώπων να συνυπάρξουν υιοθετώντας ηθικές αρετές, οι οποίες δεν έχουν γίνει ακόμη συλλογική συνείδηση και εμπεδωμένος τρόπος ζωής. Επομένως, με την πάροδο των χρόνων και καθώς οι άνθρωποι όχι μόνο υιοθετούν αυτές τις αρχές, αλλά τις καθιστούν αναπόσπαστο κομμάτι της υπόστασής τους, μια τόσο αυστηρή ποινή μοιάζει υπερβολική και απάνθρωπη.

Η αἰδώς και η δίκη δεν είναι έμφυτες στον άνθρωπο, κατανέμονται βέβαια σε όλους, αλλά σε μεταγενέστερο στάδιο. Ποια σημασία έχει η θέση αυτή για τη διδασκαλία της αρετής που επαγγέλλεται ο Πρωταγόρας;
[Αν αφαιρέσουμε τα μυθολογικά στοιχεία από την αφήγηση του Πρωταγόρα, μένει ότι η αρετή καθαυτή δεν ήταν στην αρχή μέρος της ανθρώπινης φύσης, γι’ αυτό οι πρωτόγονοι μολονότι είχαν τη νοημοσύνη να μαθαίνουν διάφορες «τέχνες», όπως τη χρήση της φωτιάς, την επεξεργασία των μετάλλων κ.ο.κ., συμπεριφέρονταν με αγριότητα ο ένας στον άλλο και δεν μπορούσαν να συνεργαστούν κτλ. Αλλά η ανθρώπινη φύση φέρει μέσα της τις καταβολές για να εξελιχθεί ηθικά. Σ’ αυτό ακριβώς είναι αναγκαία η διδασκαλία.]
Ο Πρωταγόρας παρουσιάζοντας στη μυθική του διήγηση την ανάγκη παρέμβασης του Δία, ώστε οι άνθρωποι να υιοθετήσουν την αιδώ και τη δίκη στις μεταξύ τους σχέσεις, επιδιώκει να αναδείξει πως οι ηθικές αυτές αρετές δεν είναι έμφυτες στον άνθρωπο, αλλά προέκυψαν ως προσαρμογή υπό την πίεση της ανάγκης για την επιβίωση του ανθρώπινου γένους. Γεγονός που σημαίνει ότι αν ένας άνθρωπος αφεθεί χωρίς καμία αγωγή δεν πρόκειται να γίνει ηθικός και δίκαιος από μόνος του.
Ο Πρωταγόρας δεν ισχυρίζεται βέβαια ότι δεν είναι εφικτή η ηθικοποίηση του ατόμου, επισημαίνει όμως ότι παρ’ όλο που οι άνθρωποι έχουν τις κατάλληλες καταβολές για να γίνουν ηθικοί, αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί αυτό αν δεν δοθεί ιδιαίτερη μέριμνα στη διαπαιδαγώγησή τους.
Η αρετή, επομένως, δεν είναι έμφυτη στον άνθρωπο, αλλά ούτε και ασύμβατη με τη φύση του, προκύπτει ως γνώρισμα του ανθρώπου μέσα από την κατάλληλη αγωγή, η οποία μάλιστα οφείλει να ξεκινά από τα πρώτα στάδια διαπαιδαγώγησης.
Με αυτόν τον τρόπο ο Πρωταγόρας ενισχύει την άποψή του ότι η αρετή είναι διδακτή, καθώς με τη μυθική του διήγηση δείχνει πως η αρετή δεν ήταν εξαρχής γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης, αλλά προέκυψε ως αποτέλεσμα μιας αναγκαστικής προσαρμογής και εξέλιξης, μπροστά στον κίνδυνο αφανισμού του ανθρώπινου γένους. Οι άνθρωποι έμαθαν να σέβονται τους συνανθρώπους τους και να είναι δίκαιοι στις πράξεις τους, προκειμένου να καταστεί δυνατή η συνύπαρξή τους και η συγκρότηση πόλεων. 

 Σε ποιο σημείο του κειμένου γίνεται αναφορά στον καταμερισμό της εργασίας; Ποια σημασία τού αποδίδει ο Πρωταγόρας για την εξέλιξη του πολιτισμού και γιατί η πολιτική δεν μπορούσε να περιλαμβάνεται στον καταμερισμό αυτό;
[αἱ τέχναι νενέμηνται: Ο Πρωταγόρας κατανοεί τη σημασία του καταμερισμού της εργασίας για την πρόοδο, όπως φαίνεται από το σημείο αυτό αλλά και από τα επιτεύγματα της δεύτερης φάσης της εξέλιξης. Γι’ αυτό και θέτει το πρόβλημα με την ερώτηση του Ερμή. Αν περιλαμβανόταν στον καταμερισμό εργασίας και η πολιτική, δε θα συμμετείχαν όλοι στην πολιτική ζωή και δε θα υπήρχαν πόλεις, με την έννοια ότι η πολιτική προϋποθέτει πως οι άνθρωποι αποδέχονται κοινές ηθικές αξίες, την αἰδῶ και τη δίκη. Αν δεν τις αποδέχονταν, οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί θα κατέληγαν στην αλληλοεξόντωση των ανθρώπων, όπως στην προηγούμενη φάση. Η πολιτική συνδέεται άρρηκτα με την αἰδῶ και τη δίκη, που αποτελούν το θεμέλιο και την αναγκαία προϋπόθεσή της· με την έννοια αυτή θα ήταν αδιανόητο να μην έχουν δοθεί σε όλους. Κατάληξη αυτής της πολιτιστικής εξέλιξης αποτελεί η αθηναϊκή δημοκρατία, που δικαιώνεται με το μύθο του Πρωταγόρα.]
Στην εντολή του Δία να μοιραστούν η δίκη και η αιδώς στους ανθρώπους, ο Ερμής εκφράζει την απορία αν θα πρέπει να δώσει τις ηθικές αυτές αρετές σε όλους τους ανθρώπους ή να τις μοιράσει όπως έχουν διανεμηθεί οι τέχνες. Οι τέχνες, οι εξειδικευμένες δηλαδή γνώσεις, κατέχονται από μερικούς μόνο ανθρώπους, οι οποίοι επαρκούν για να εξυπηρετούν τους συμπολίτες τους. Ένας γιατρός, για παράδειγμα, είναι σε θέση να βοηθά πολλούς ανθρώπους, οπότε δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζουν όλοι την ιατρική επιστήμη.
Ο καταμερισμός αυτός των εξειδικευμένων γνώσεων, εξυπηρετεί την εξέλιξη του πολιτισμού, υπό την έννοια πως αντί κάθε άνθρωπος να επιχειρεί να μάθει τα πάντα, γεγονός που θα τον καθιστούσε ημιμαθή και ανεπαρκή σε όλες τις ασχολίες, μαθαίνει μία μόνο τέχνη κι έτσι γίνεται άριστος κάτοχός της. Οι άνθρωποι, επομένως, μοιράζονται τις διάφορες ασχολίες, ώστε να μπορεί ο καθένας να μάθει όσο γίνεται καλύτερα το αντικείμενό του και να ωφελεί με τις γνώσεις του, τους συμπολίτες του.
Η δυνατότητα, άλλωστε, που παρέχεται σ’ έναν άνθρωπο να ασχοληθεί διεξοδικά με το αντικείμενό του, οδηγεί όχι μόνο στην μέγιστη δυνατή κατάκτησή του, αλλά και στην περεταίρω εξέλιξή του. Ο γιατρός, για παράδειγμα, θα μπορέσει όχι μόνο να αφομοιώσει τις γνώσεις και τις επιτεύξεις των προγενέστερων, αλλά βασιζόμενος σε αυτές θα κατορθώσει να προχωρήσει την επιστήμη του ακόμη παραπέρα, με νέες διαπιστώσεις και βελτιώσεις στις παρεχόμενες θεραπείες.
Ενώ, όμως, ο καταμερισμός των εργασιών στηρίζει πολλαπλά την εξέλιξη του πολιτισμού, δε θα μπορούσε να συμβεί το ίδιο και με την πολιτική αρετή. Ένας ενδεχόμενος καταμερισμός της πολιτικής αρετής, θα οδηγούσε σε κατάρρευση την πολιτεία, καθώς δεν θα ήταν εφικτή η αρμονική συμβίωση των πολιτών. Αν η πλειονότητα των πολιτών δεν είχε την αίσθηση της αιδούς και της δικαιοσύνης, τότε οι αδικίες και οι έριδες μεταξύ των πολιτών θα ήταν συνεχείς και καταστροφικές για την κοινωνική υπόσταση της πολιτείας. Επομένως, είναι απολύτως σημαντικό να έχουν μερίδιο της πολιτικής αρετής όλοι οι πολίτες, ώστε να υπάρχει καθολική αίσθηση δικαιοσύνης και αλληλοσεβασμού.
Χαρακτηριστική, ως προς αυτό, είναι η εντολή του Δία να φονεύεται ως αρρώστια της πόλης, όποιος δεν κατέχει τις αρετές της αιδούς και της δικαιοσύνης. 

Ποια άποψη εκφράζει για τη γλώσσα ο Πρωταγόρας; Να τη συγκρίνετε με τις απόψεις του Ηροδότου για το ίδιο θέμα.
[Η γλώσσα δημιουργείται από την ανθρώπινη νόηση και βούληση, δεν δίνεται από το θεό. Η αρχαία παράδοση ήταν θεοκρατική (την άποψη αυτή εκφράζει π.χ. ο Ηρόδοτος, ΙΙ, 2, όταν αναφέρει το πείραμα του Ψαμμήτιχου. Η σύγχρονη γλωσσολογία επιβεβαιώνει τη σοφιστική άποψη και μάλιστα η διπλή άρθρωση της γλώσσας (άρθρωση φθόγγων και άρθρωση λέξεων) την οποία ανέλυσε ίσως υποδηλώνεται και στην έκφραση του Πρωταγόρα φωνὴν καὶ ὀνόματα διηρθρώσατο.]

Ηρόδοτος, II 2
Τώρα, οι Αιγύπτιοι, προτού ανέβει στο θρόνο τους ο Ψαμμήτιχος, πίστευαν ότι ήταν ο αρχαιότερος λαός του κόσμου. Όταν όμως ο Ψαμμήτιχος ανέβηκε στο θρόνο και θέλησε να μάθει ποιος λαός ήταν ο αρχαιότερος του κόσμου, από τότε πιστεύουν ότι οι Φρύγες φάνηκαν στον κόσμο πριν απ’ τους ίδιους, κι οι ίδιοι τους πριν από τους υπόλοιπους. Ο Ψαμμήτιχος λοιπόν καθώς, μ’ όλες τις πληροφορίες που συγκέντρωνε, δεν μπορούσε να βρει κανένα τρόπο για να εξακριβώσει ποιος ήταν ο αρχαιότερος λαός του κόσμου, καταφεύγει στο εξής πείραμα: δυο βρέφη νεογέννητα, απ’ τα πρώτα αντρόγυνα που βρήκε τυχαία, τα έδωσε σ’ ένα βοσκό να τ’ ανατρέφει στη στάνη του∙ και να ποια θα ήταν η ανατροφή τους, κατά τις εντολές του∙ να μη προφέρει κανένας μπροστά τους καμιά λέξη, αλλά να ζουν απομονωμένα σε καλύβα χωρίς ανθρώπινη ψυχή και την ώρα του θηλασμού τους να φέρνει κοντά τους κατσίκες∙ κι αφού χορτάσουν γάλα, να βολεύει τις υπόλοιπες ανάγκες τους. Κι αυτά τα έβαλε μπρος ο Ψαμμήτιχος κι έδινε αυτές τις εντολές, επειδή ήθελε ν’ ακούσει τα παιδιά, ποια λέξη θα βγάλουν πρώτη από το στόμα τους, μόλις θα σταματούσαν τα άναρθρα ψελλίσματά τους. Έτσι κι έγινε. Δηλαδή, είχαν περάσει δυο χρόνια με το βοσκό να κάνει ό,τι του είπαν, όταν, τη στιγμή που άνοιγε την πόρτα κι έμπαινε μέσα, τα παιδάκια και τα δυο μπουσουλώντας στα πόδια του φώναζαν «βεκός» απλώνοντας τα χέρια τους. Λοιπόν, όταν το πρωτοάκουσε ο βοσκός, δεν έκανε λόγο∙ αλλά καθώς πήγαινε και ξαναπήγαινε σ’ αυτά και τα φρόντιζε κι εκείνα επαναλάμβαναν ασταμάτητα αυτή τη λέξη, το μήνυσε στον αφέντη του∙ κι αυτός τον πρόσταξε να του τα παρουσιάσει, οπότε τα έφερε μπροστά του. Κι όταν άκουσε κι ο Ψαμμήτιχος με τ’ αυτιά του, ρωτούσε να μάθει σε τίνος λαού τη γλώσσα «βέκος» σημαίνει κάτι∙ και ρωτώντας βρήκε ότι «βέκος» οι Φρύγες λένε το ψωμί. Έτσι οι Αιγύπτιοι παραδέχτηκαν κι απ’ αυτό το περιστατικό έβγαλαν το συμπέρασμα ότι οι Φρύγες είναι λαός αρχαιότερος από τους ίδιους. Αυτή την εκδοχή άκουσα από τους ιερείς του Ηφαίστου στη Μέμφη. Όμως οι Έλληνες, κοντά σε πολλές άλλες ανοησίες, λένε και πως τάχα ο Ψαμμήτιχος έκοψε τις γλώσσες κάποιων γυναικών κι έτσι έβαλε τα παιδάκια να ζουν μαζί μ’ αυτές.

Ο Πρωταγόρας αναφέρει πως ο άνθρωπος: ἔπειτα φωνὴν καὶ ὀνόματα ταχὺ διηρθρώσατο τῇ τέχνῃ (έπειτα, γρήγορα συνδύασε με την τέχνη φθόγγους και λέξεις), υποδηλώνοντας έτσι την πεποίθησή του ότι η γλώσσα αποτελεί δημιούργημα του ανθρώπου, χάρη στις νοητικές του ικανότητες. Ο σοφιστής, μάλιστα, επιμερίζει τη δημιουργία του λεκτικού κώδικα στην άρθρωση φθόγγων, στους έναρθρους δηλαδή ήχους, και στην επινόηση λέξεων, σκέψη που συμφωνεί με τη σύγχρονη γλωσσολογική προσέγγιση. Έχουμε, δηλαδή, το πέρασμα από τους άναρθρους ήχους στους έναρθρους και κατόπιν στο συνδυασμό τους, για τη δημιουργία λέξεων.
Ο σοφιστής, επομένως, στην ανθρώπινη ομιλία, όπως και σε κάθε άλλο επίτευγμα των ανθρώπων, βλέπει τη δύναμη της νόησης και της επιθυμίας των ανθρώπων για διαρκή εξέλιξη. Οι άνθρωποι εργάζονται συνεχώς για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους, κι αυτό τους ωθεί σε ολοένα και αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των νοητικών τους ικανοτήτων, αποτέλεσμα των οποίων είναι και η ομιλία, η οποία, κατά το σοφιστή, προέκυψε γρήγορα, από τα πρώτα κιόλας στάδια της ανθρώπινης εξέλιξης.
Σύμφωνα με τον Πρωταγόρα η γλώσσα αποτελεί έκφανση της ανθρώπινης νόησης και όχι κάποιας θεϊκής παρέμβασης ή προσφοράς. Στον αντίποδα της σοφιστικής θέσης, βρίσκεται ο Ηρόδοτος, που θεωρούσε ότι η ομιλία δόθηκε στους ανθρώπους από τους θεούς, κατά τη δημιουργία τους.
Ο Ηρόδοτος πίστευε ότι η γλώσσα είναι έμφυτη, ως δώρο των θεών, γι’ αυτό και στην ανεκδοτολογική διήγηση για τον Ψαμμήτιχο, κυριαρχεί η σκέψη πως αν αφήσουμε ένα βρέφος χωρίς λεκτικά ερεθίσματα, εκείνο θα μιλήσει την πρώτη γλώσσα που δόθηκε στους ανθρώπους. Με αυτό το πείραμα, άλλωστε, ο Ψαμμήτιχος κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο αρχαιότερος λαός του κόσμου ήταν ο φρυγικός. Ο Ψαμμήτιχος, δηλαδή, άφησε δυο βρέφη, χωρίς κανένα άκουσμα ανθρώπινης ομιλίας για δυο χρόνια, περιμένοντας να ακούσει ποια θα ήταν η πρώτη λέξη που θα έλεγαν. Τελικά, η πρώτη λέξη που είπαν τα μωρά ήταν η φρυγική βέκος (ψωμί).
Η θεοκρατική άποψη του Ηροδότου βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τις απόψεις του Πρωταγόρα, ο οποίος θεωρούσε ότι κάθε επίτευγμα του τεχνικού και πνευματικού πολιτισμού των ανθρώπων, αποτελούσε γέννημα των νοητικών ικανοτήτων τους.

πᾶν τὸ ἐναντίον τῆς πολιτικῆς ἀρετῆς: Ποιο πρόβλημα δημιουργείται με την εναλλαγή των όρων από τον Πρωταγόρα και τι μπορούμε να υποθέσουμε για την εξέλιξη του διαλόγου, δεδομένης της φροντίδας του Σωκράτη για ακριβολογία και ειδικά για ακριβείς ορισμούς των εννοιών;
Ο Πρωταγόρας, στην πρώτη ενότητα, ενημερώνει το Σωκράτη πως το μάθημα που διδάσκει είναι η ευβουλία στις ιδιωτικές και στις δημόσιες υποθέσεις. Στη διαπίστωση, μάλιστα, του Σωκράτη πως εννοεί την πολιτική τέχνη, ο σοφιστής απαντά θετικά.
Έπειτα, στα πλαίσια της μυθικής διήγησης, ο Πρωταγόρας αναφέρεται στην αιδώ και τη δικαιοσύνη, ως γνωρίσματα που ο Δίας ζήτησε να μοιραστούν σε όλους τους ανθρώπους. Με τον τρόπο αυτό διευρύνει την έννοια της πολιτικής αρετής στην οποία εντάσσει πέρα από την ευβουλία, την αιδώ και τη δικαιοσύνη. Ενώ, στην πέμπτη ενότητα, προχωρά σε μια ακόμη διεύρυνση της πολιτικής αρετής εντάσσοντας στα χαρακτηριστικά της και την ευσέβεια: «Ὧν ἐστιν ἕν καί ἡ ἀδικία καί ἡ ἀσέβεια καί συλλήβδην πᾶν τό ἐναντίον τῆς πολιτικῆς ἀρετῆς.»
Η τακτική αυτή του Πρωταγόρα να εντάσσει στα γνωρίσματα της πολιτικής αρετής όλο και περισσότερα στοιχεία θα δημιουργήσει εύλογα την απορία του Σωκράτη σχετικά με τη φύση της αρετής. Ο Σωκράτης, δηλαδή, θα θελήσει να μάθει αν η πολιτική αρετή είναι μια ευρύτερη έννοια που περικλείει άλλες επιμέρους έννοιες, όπως είναι η δικαιοσύνη και η ευσέβεια, ή αν αποτελεί μια ενιαία έννοια που απλώς την αποκαλούμε με διάφορους τρόπους.
«Ἒλεγες γαρ ὅτι Ζεύς τήν δικαιοσύνην καί τήν αἰδῶ πέμψειεν τοῖς ἀνθρώποις, καί αὖ πολλαχοῦ ἐν τοῖς λόγοις ἐλέγετο ὑπό σοῦ ἡ δικαιοσύνη καί σωφροσύνη καί ὁσιότης καί πάντα ταῦτα ὡς ἕν τι εἴη συλλήβδην, ἀρετή∙ ταῦτ’ οὖν αὐτά δίελθέ μοι ἀκριβώς τῷ λόγῳ, πότερον ἕν μέν τί ἐστίν ἡ ἀρετή, μόρια δέ αὐτῆς ἐστίν ἡ δικαιοσύνη καί σωφροσύνη καί ὁσιότης, ἤ ταῦτ’ ἐστίν ἅ νυνδή ἐγώ ἔλεγον πάντα ὀνόματα τοῦ αὐτοῦ ἑνός ὄντος∙» (Έλεγες ότι ο Δίας έστειλε στους ανθρώπους τη δικαιοσύνη και την αιδώ, και πάλι σε πολλά μέρη των λόγων σου αναφερόταν από σένα ότι η δικαιοσύνη και η σωφροσύνη και η οσιότητα αποτελούν μέρη της αρετής. Αυτό λοιπόν εξήγησέ μου με το λόγο σου: τι συμβαίνει από τα δύο, είναι η αρετή ένα πράγμα και η δικαιοσύνη και η οσιότητα είναι μέρη της, ή αυτά που έλεγα πριν λίγο είναι διαφορετικές ονομασίες ενός πράγματος;) [Μετάφραση: Γιώργος Γαζής, Ευθυμία Χατζηκυριάκου]

Ποια είναι τα συστατικά στοιχεία της αρετής - όπως εμφανίζονται στην ενότητα αυτή - και με ποιο τρόπο τα παρουσιάζει ο Πρωταγόρας;
[Η δικαιοσύνη και η οσιότητα, όπως φαίνεται από την αδικία και την ασέβεια που ο Πρωταγόρας παρουσιάζει ως το αντίθετο της πολιτικής αρετής. (Συστατικό στοιχείο είναι και η σωφροσύνη, αλλά με το χωρισμό των ενοτήτων στο διδακτικό βιβλίο βρίσκεται στην 7η ενότητα). Από αυτά τα στοιχεία (δικαιοσύνη, σωφροσύνη, οσιότητα) θα ξεκινήσει στη δεύτερη ερώτησή του ο Σωκράτης.]   
Η έννοια της πολιτικής αρετής διευρύνεται σ’ αυτήν την ενότητα περιλαμβάνοντας τη δικαιοσύνη και την ευσέβεια. Η διεύρυνση αυτή θα προκαλέσει στη συνέχεια την απορία του Σωκράτη σχετικά με τη φύση της αρετής, αν δηλαδή είναι μία και ενιαία ή αν διαχωρίζεται σε περισσότερες επιμέρους αρετές.
Η αναφορά στη δικαιοσύνη γίνεται αναλυτικά από τον Πρωταγόρα μέσα από τη σύγκριση της στάσης των πολιτών απέναντι σ’ όποιον ψευδώς ισχυρίζεται ότι κατέχει κάποια ικανότητα, όπως είναι η αυλητική τέχνη, και σ’ όποιον με ειλικρίνεια παραδέχεται για τον εαυτό του ότι είναι άδικος.
Με την έντονη αντίδραση του κοινωνικού συνόλου απέναντι σ’ εκείνους του πολίτες που είναι τόσο άφρονες ώστε να παραδεχτούν δημόσια ότι είναι άδικοι, ο Πρωταγόρας τονίζει την ιδιαίτερη σημασία που αποδίδεται στη δικαιοσύνη. Η ίδια η συνοχή και λειτουργία της πολιτείας βασίζεται ακριβώς στην κοινή συμμετοχή όλων στη δικαιοσύνη, γι’ αυτό και όποιος αδυνατεί να υιοθετήσει τις αρχές της δικαιοσύνης πρέπει να απομακρύνεται από την πολιτεία.
Η δεύτερη συστατική έννοια της αρετής, που αναφέρεται σ’ αυτήν την ενότητα, είναι η ευσέβεια. Η παρουσίαση, όμως, της ευσέβειας γίνεται πολύ συνοπτικά, όταν ο Πρωταγόρας κάνει λόγο για εκείνα τα αρνητικά στοιχεία που εξοργίζουν τους πολίτες και τους ωθούν να τιμωρούν τους νέους, μιας και οι νέοι άνθρωποι θα μπορούσαν να τα αποφύγουν με την επιμέλεια, την άσκηση και τη διδασκαλία. Τα αρνητικά αυτά στοιχεία είναι η αδικία και η ασέβεια, ό,τι δηλαδή είναι αντίθετο στην πολιτική αρετή. Η παρουσίαση, επομένως, της ευσέβειας γίνεται μέσα από την αναφορά της αντίθετης έννοιάς της, της ασέβειας, ως στοιχείου που οι νέοι οφείλουν να αποφεύγουν.

Ο Πρωταγόρας υποστηρίζει α) ότι, σύμφωνα με το μύθο, ο Δίας έδωσε σε όλους τους ανθρώπους την αἰδῶ και τη δίκη, και β) ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται. Νομίζετε ότι υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στις δύο αυτές θέσεις του Πρωταγόρα; Να δικαιολογήσετε την απάντησή σας.
[Ο Δίας δεν μπορεί να εξασφαλίσει την καθολικότητα των δύο αρετών στους ανθρώπους, αφού αυτές δεν αποτελούσαν μέρος της αρχικής τους φύσης. Χρειάζεται επομένως η διδασκαλία. Δεν υπάρχει αντίφαση αν με το Δία, όπως και με την έκφραση φύσει, εννοήσουμε την προδιάθεση, το δυνάμει (με τη διατύπωση του Αριστοτέλη) που μετατρέπεται σε ἐνεργείᾳ με τη διδασκαλία.]  
Η παρουσίαση του μύθου έχει καθαρά συμβολικό χαρακτήρα, γεγονός που σημαίνει ότι η προσφορά του Δία αποτελεί μια ηθική εξέλιξη των ανθρώπων που προέκυψε από την ανάγκη για αρμονική συνύπαρξη. Η αιδώς και η δίκη απέκτησαν πρωταρχική σημασία, όταν οι άνθρωποι απέκτησαν κοινωνική υπόσταση και άρα υποχρεώσεις έναντι των λοιπών μελών της κοινωνίας. Υπ’ αυτή την έννοια μπορούμε να αντιληφθούμε πως τα στοιχεία που συνθέτουν την πολιτική αρετή δεν προκύπτουν αυτόματα στους ανθρώπους, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει πως είναι αντίθετα προς της φύση τους, προϋποθέτουν απλώς διδασκαλία και καθοδήγηση προκειμένου να ισχυροποιηθούν και να λειτουργήσουν ως βασικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του ατόμου. Αποτελούν, δηλαδή, προϋπάρχουσες διαθέσεις, οι οποίες όμως δεν μπορούν να εκδηλωθούν, αν δε ληφθεί η κατάλληλη μέριμνα και αγωγή. Μπορούμε, άλλωστε, να διαπιστώσουμε πως το ίδιο συμβαίνει και με κάποιες εγγενείς δυνατότητες του ανθρώπου, όπως για παράδειγμα με την ομιλία. Ενώ, το άτομο γεννιέται έχοντας έμφυτη την ικανότητα παραγωγής ήχων, δεν μπορεί να φτάσει στην ικανότητα άρθρωσης, χωρίς τη διαδικασία της μίμησης και τη φροντίδα των γονιών να διδάξουν στο μικρό παιδί πώς να σχηματίσει λέξεις.
Επομένως, αν ερμηνεύσουμε την παρέμβαση του Δία, που μας δίνεται στο μύθο, ως μια εν δυνάμει κατάσταση ηθικής βελτίωσης των ατόμων, τότε δεν υπάρχει αντίφαση με την ανάγκη διδασκαλίας, εφόσον πολλές από τις δυνατότητες των ανθρώπων εκδηλώνονται και βελτιστοποιούνται μέσα από την αγωγή και την εξάσκηση.

Από πού προέρχεται, σύμφωνα με τον Πρωταγόρα, η πολιτική αρετή;
Η πολιτική αρετή σύμφωνα με τον Πρωταγόρα επέρχεται ως αποτέλεσμα διδασκαλίας, άσκησης και επιμέλειας. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τα γνωρίσματα της εξωτερικής εμφάνισης ενός ατόμου, τα οποία προκύπτουν τυχαία και αποτελούν έμφυτα χαρακτηριστικά του, τα στοιχεία που συναποτελούν την πολιτική αρετή, όπως είναι η δικαιοσύνη και ο σεβασμός, είναι επίκτητα γνωρίσματα που μπορούν να γίνουν κτήμα του ατόμου, εάν τα διδαχθεί και αν ληφθεί μέριμνα για την εμπέδωσή τους.
Η μέριμνα για την εμπέδωσή τους, βέβαια, περιλαμβάνει και την έννοια της τιμωρίας, καθώς το άτομο που φέρεται άδικα και με ασέβεια, προκειμένου να αντιληφθεί το λάθος του, πρέπει να έρθει αντιμέτωπο με τις κατάλληλες κυρώσεις. Έτσι, ενώ οι άνθρωποι αποδέχονται την εξωτερική εμφάνιση ενός ατόμου, χωρίς να καταφεύγουν σε μάταιες συμβουλές και ανώφελες τιμωρίες, τηρούν αυστηρή στάση απέναντι στα ελαττώματα του ατόμου που μπορούν να βελτιωθούν με την κατάλληλη διδαχή.
Η ενστάλαξη, επομένως, των συμπεριφορών κι επιγνώσεων που συνιστούν την πολιτική αρετή, στους νέους ανθρώπους, επιτυγχάνεται μέσα από την κατάλληλη διδασκαλία, τη συνεχή άσκηση, τις νουθεσίες, αλλά και την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση που το άτομο δεν κατανοεί πλήρως την αξία τους και καταφεύγει σε ανεπιθύμητες συμπεριφορές.

τεκμήριον: Ο Πρωταγόρας προσκομίζει μια εμπειρική απόδειξη για τη συμμετοχή όλων στην πολιτική αρετή. Ποια είναι αυτή; Γιατί θεωρείται «τρελός» όποιος δέχεται ότι δεν κατέχει τη δικαιοσύνη και την άλλη πολιτική αρετή;
[Η συνύπαρξη των ανθρώπων είναι αδιανόητη, αν δε διαθέτουν όλοι την πολιτική αρετή. Γι’ αυτό και αν κάποιος στερείται τη σωφροσύνη ή τη δικαιοσύνη, την αρετή του πολίτη γενικά, πρέπει να υποκρίνεται ότι τις κατέχει. Η υποκρισία παρατηρεί ο Α. Ε. Τaylor είναι ο φόρος που η κακία οφείλει στην αρετή.]  
Ο Πρωταγόρας για να αποδείξει την καθολικότητα της πολιτικής αρετής λαμβάνει δυο παραδείγματα από την καθημερινή ζωή, τα οποία δείχνουν πόσο σημαντικό είναι για τους πολίτες να μετέχουν όλοι ανεξαιρέτως στην πολιτική αρετή.
Αν κάποιος ισχυριστεί ότι κατέχει μια οποιαδήποτε άλλη ικανότητα, ενώ είναι προφανές ότι ψεύδεται, οι συμπολίτες του είτε θυμώνουν μαζί του είτε απλώς τον περιγελούν και τον θεωρούν τρελό που τόσο απροκάλυπτα τους λέει ψέματα. Σε ό,τι αφορά όμως την πολιτική αρετή, ακόμη κι αν κάποιος είναι άδικος και το γνωρίζουν όλοι, αν ο ίδιος το παραδεχτεί και πει την αλήθεια για τον εαυτό του, τότε τον θεωρούν τρελό, γιατί πιστεύουν ότι όλοι πρέπει να λένε ότι είναι δίκαιοι είτε αυτό αληθεύει είτε όχι.
Με τα παραδείγματα αυτά ο Πρωταγόρας επισημαίνει πως για τους πολίτες μιας κοινωνίας η δικαιοσύνη και η πολιτική αρετή εν γένει, αποτελούν απολύτως σημαντικά γνωρίσματα για κάθε άτομο που θέλει να είναι μέλος της κοινωνίας τους. Είναι, επομένως, τρελός όποιος παραδέχεται πως είναι άδικος, γιατί τότε δεν υπάρχει γι’ αυτόν θέση στους κόλπους της πολιτείας.
Οι άνθρωποι, άλλωστε, θεωρούν πως ακόμη κι αν κάποιος δεν έχει κατορθώσει να εξελιχθεί ηθικά σε τέτοιο επίπεδο, ώστε η δικαιοσύνη να αποτελεί γι’ αυτόν μια εύλογη επιλογή, θα πρέπει τουλάχιστον να υποκρίνεται πως είναι δίκαιος και να προσαρμόζει τους τρόπους του ανάλογα με τη συμπεριφορά των δίκαιων ανθρώπων, γιατί διαφορετικά θα πρέπει να εκδιωχθεί από την πολιτεία.
Αναγνωρίζουν, δηλαδή, το ενδεχόμενο να μην έχει κατορθώσει κάποιος συμπολίτης τους να κατακτήσει την πολιτική αρετή και είναι πρόθυμοι να τον κρατήσουν ως μέλος της κοινωνίας τους, αρκεί να είναι κι εκείνος πρόθυμος να ζει σύμφωνα με το πρότυπο του ενάρετου πολίτη. Εάν μπορεί να συμμορφωθεί με τους κανόνες της πολιτείας, έστω κι αν πρέπει να καταπιέζει τον εαυτό του, τότε μπορεί να μείνει μαζί τους, διαφορετικά δεν έχουν άλλη επιλογή από το να τον εκδιώξουν, καθώς γνωρίζουν ότι είναι αδύνατο να επιτευχθεί η αρμονική συνύπαρξη των πολιτών, αν δεν κυριαρχεί ο σεβασμός μεταξύ τους και η καθολική αποδοχή των αρχών της δικαιοσύνης.

Ποια άποψη υποστηρίζει ο Πρωταγόρας για τα χαρακτηριστικά που οι άνθρωποι έχουν από τη φύση ή από τυχαίο γεγονός και ποια στάση τηρούν οι άλλοι άνθρωποι (της εποχής) απέναντι σ’ αυτά; Πώς κρίνετε τις απόψεις αυτές; Να αιτιολογήσετε την απάντησή σας.
Ο Πρωταγόρας αναφερόμενος στα χαρακτηριστικά των ανθρώπων που είναι έμφυτα ή προκύπτουν σ’ αυτούς από κάποιο τυχαίο γεγονός, δεν ασχολείται με τις θετικές τους εκφάνσεις (σωματικός κάλλος και αρτιμέλεια), καθώς αυτές γίνονταν ευνοϊκά δεκτές, αλλά στις αρνητικές (ασχήμια, έλλειψη ύψους, καχεκτικότητα), μιας και αυτές ήταν δυσκολότερο να γίνουν αποδεκτές.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Πρωταγόρα οι Αθηναίοι αντιμετώπιζαν με συμπόνια τις αρνητικές αυτές περιπτώσεις και δεν οργίζονταν, ούτε επιχειρούσαν με τιμωρίες ή νουθεσίες να αλλάξουν τους ανθρώπους αυτούς, καθώς γνώριζαν πως μια τέτοια προσπάθεια θα ήταν μάταιη, αν όχι ανόητη.
Οι Αθηναίοι μέσα από αυτή την παρουσίαση εμφανίζονται ώριμοι και με πλήρη επίγνωση πως η φύση κάθε ανθρώπου έχει καθοριστική επίδραση για την τελική  διαμόρφωση κάποιων χαρακτηριστικών του, γεγονός που καθιστά ανώφελη οποιαδήποτε απόπειρα για βελτίωση ή αλλαγή τους.
Η διάθεση αποδοχής και κατανόησης που παρουσιάζουν οι Αθηναίοι, όπως την καταγράφει εδώ ο Πρωταγόρας, έρχεται σε αντίθεση με τη στάση που κρατούσε γενικά ο αρχαίος κόσμος απέναντι στα φυσικά ελαττώματα και ιδίως οι Σπαρτιάτες, που είχαν θεσμοθετημένο έλεγχο των νεογέννητων παιδιών, ώστε να κρατούν μόνο τα αρτιμελή. Πληροφορίες για την τακτική αυτή των Σπαρτιατών λαμβάνουμε από το κείμενο του Πλούταρχου που αναφέρεται στο έργο του Λυκούργου. (Βίοι Παράλληλοι, Λυκούργος, παράγραφος 16)

«Τὸ δὲ γεννηθὲν οὐκ ἦν κύριος ὁ γεννήσας τρέφειν, ἀλλ’ ἔφερε λαβὼν εἰς τόπον τινὰ λέσχην καλούμενον, ἐν ᾧ καθήμενοι τῶν φυλετῶν οἱ πρεσβύτατοι καταμαθόντες τὸ παιδάριον, εἰ μὲν εὐπαγὲς εἴη καὶ ῥωμαλέον, τρέφειν ἐκέλευον, κλῆρον αὐτῷ τῶν ἐνακισχιλίων προσνείμαντες· εἰ δ’ ἀγεννὲς καὶ ἄμορφον, ἀπέπεμπον εἰς τὰς λεγομένας ᾿Αποθέτας, παρὰ Ταΰγετον βαραθρώδη τόπον, ὡς οὔτε αὐτῷ ζῆν ἄμεινον ὂν οὔτε τῇ πόλει τὸ μὴ καλῶς εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς πρὸς εὐεξίαν καὶ ῥώμην πεφυκός.»

[Εκείνο που γεννιόταν δεν ήταν υπεύθυνος ο γονιός να το αναθρέψει, αλλά παίρνοντάς το, το έφερνε σε κάποιον τόπο που ονομαζόταν λέσχη, όπου συνεδρίαζαν οι γεροντότεροι της φυλής του, οι οποίοι αφού εξέταζαν το μικρό παιδί, εάν ήταν καλοφτιαγμένο και δυνατό, διέταζαν να το αναθρέψει, εκχωρώντας του έναν από τους 9.000 κλήρους∙ εάν ήταν ατελές και δύσμορφο, το έστελναν στους λεγόμενους αποθέτες,  σ’ έναν τόπο γεμάτο χαράδρες κοντά στον Ταΰγετο, γιατί θεωρούσαν πως ούτε για το ίδιο ήταν προτιμότερο να ζήσει ούτε για την πόλη, όποιο εξαρχής δεν είχε γεννηθεί για να έχει καλή υγεία και δύναμη.]
Η επιλογή αυτή που έκαναν οι Σπαρτιάτες έβρισκε την αιτιολογία της στο γεγονός ότι κάθε παιδί που γεννιόταν ανήκε στην πόλη και η πόλη είχε κάθε δικαίωμα να επιλέγει τους καλύτερους δυνατούς μελλοντικούς πολίτες, ώστε η συνέχειά της να μην υπονομεύεται από ασθενικά και ατελή άτομα.
Είναι προφανές, βέβαια, πως μια δημοκρατική κοινωνία αποδεικνύει το ήθος της με τον τρόπο που αντιμετωπίζει εκείνους τους πολίτες που χρειάζονται περισσότερο τη φροντίδα και την προστασία της. Επομένως, η αποδοχή και η συμπόνια που επιδεικνύουν οι Αθηναίοι απέναντι στους συμπολίτες τους που δεν έχουν την καλύτερη δυνατή διάπλαση, αποτελεί την ιδανική αντιμετώπιση.
Εντούτοις, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας πως η έκθεση/απόθεση των βρεφών που δεν είχαν την επιθυμητή αρτιμέλεια ήταν διαδεδομένη -όχι βέβαια θεσμοθετημένη- και στην Αθήνα, όπως και στις περισσότερες πόλεις του αρχαίου κόσμου, ενώ η συμπεριφορά των πολιτών απέναντι σε όσους είχαν σωματικές ατέλειες ήταν πολύ συχνά χλευαστική. Μια τέτοια αναφορά, όμως, δε θα εξυπηρετούσε το επιχείρημα που διατυπώνει ο Πρωταγόρας, γι’ αυτό και επιλέγει να παρουσιάσει τη συμπεριφορά εκείνων που αντιλαμβάνονται το ακούσιο των σωματικών ελλείψεων.

Μετά το μύθο ο Πρωταγόρας καταφεύγει στο λόγο για να αποδείξει τις θέσεις του. Να εντοπίσετε στο κείμενο τις θέσεις που προβάλλει και τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί.
Στην ενότητα αυτή ο Πρωταγόρας θα επιχειρήσει να αποδείξει δύο θέσεις:
  1. Ότι όλοι οι άνθρωποι θεωρούν πως κάθε άντρας μετέχει και στη δικαιοσύνη και στην άλλη πολιτική αρετή. (Καθολικότητα πολιτικής αρετής)
  2. Ότι όλοι θεωρούν πως η αρετή δεν υπάρχει εκ φύσεως, αλλά ότι μπορεί να διδαχθεί και ότι επέρχεται ύστερα από φροντίδες.
Απόδειξη πρώτη θέσης:
Η απόδειξη της πρώτης θέσης θα βασιστεί σε δύο τεκμήρια, σε δύο παραδείγματα δηλαδή, παρμένα από την παρατήρηση της συμπεριφοράς των ανθρώπων.
α) Γιατί στις άλλες ικανότητες, όπως ακριβώς εσύ λες, εάν κάποιος ισχυρίζεται ότι είναι ικανός αυλητής, ή (ικανός) σε οποιαδήποτε άλλη τέχνη, στην οποία δεν είναι, ή τον περιγελούν ή αγανακτούν, και οι συγγενείς του πλησιάζοντάς τον, τον συμβουλεύουν σαν να είναι τρελός.
β) Στη δικαιοσύνη όμως και στην άλλη πολιτική αρετή, και αν ακόμα γνωρίζουν για κάποιον ότι είναι άδικος, αν αυτός ο ίδιος λέει την αλήθεια εναντίον του εαυτού του μπροστά σε πολλούς, πράγμα το οποίο στην πρώτη περίπτωση θεωρούσαν ότι είναι σωφροσύνη, το να λέει δηλαδή κανείς την αλήθεια, σ’ αυτή την περίπτωση (το θεωρούν) τρέλα.
Το δεύτερο τεκμήριο αιτιολογείται με δύο πεποιθήσεις των πολιτών:
α) Όλοι πρέπει να λένε ότι είναι δίκαιοι, είτε είναι είτε όχι.
β) Γιατί, κατά τη γνώμη τους, είναι αναγκαίο ο καθένας να μετέχει κατ’ αυτόν τον τρόπο στην πολιτική αρετή, διαφορετικά (είναι αναγκαίο) να μη συγκαταλέγεται ανάμεσα στους ανθρώπους.
Η πρώτη θέση ολοκληρώνεται με τη συμπερασματική διατύπωση του σοφιστή: Ότι λοιπόν εύλογα δέχονται κάθε άνθρωπο ως σύμβουλο γι’ αυτή την αρετή, επειδή πιστεύουν ότι όλοι μετέχουν σ’ αυτή, αυτά φέρνω ως επιχειρήματα.
Απόδειξη δεύτερης θέσης:
Ο Πρωταγόρας για να αποδείξει το διδακτό της αρετής, θα προχωρήσει στο διαχωρισμό των χαρακτηριστικών των ανθρώπων σε δύο κατηγορίες: στα έμφυτα και στα επίκτητα.
α) Έμφυτα γνωρίσματα των ανθρώπων: Γιατί όσα κακά νομίζουν οι άνθρωποι ότι έχουν ο ένας για τον άλλο από τη φύση ή τυχαία, κανείς δεν οργίζεται ούτε συμβουλεύει ούτε διδάσκει ούτε τιμωρεί όσους έχουν αυτά, για να μην είναι τέτοιοι, αλλά τους λυπούνται˙ για παράδειγμα, στους άσχημους ή μικρόσωμους ή ασθενικούς ποιος είναι τόσο ανόητος, ώστε να προσπαθεί να (τους) κάνει κάτι από αυτά; Γιατί ξέρουν βέβαια, νομίζω, ότι αυτά συμβαίνουν στους ανθρώπους από την φύση και την τύχη, δηλαδή οι καλές ιδιότητες και οι αντίθετές τους˙
β) Επίκτητα γνωρίσματα των ανθρώπων: όσες όμως καλές ιδιότητες νομίζουν ότι συμβαίνουν στους ανθρώπους με φροντίδα και άσκηση και διδασκαλία, εάν κάποιος δεν έχει αυτές, αλλά τις αντίθετές τους κακές, σ’αυτές τις περιπτώσεις, υποθέτω, συμβαίνουν και οι θυμοί και οι τιμωρίες και οι συμβουλές˙ μία από αυτές (τις κακές ιδιότητες) είναι και η αδικία και η ασέβεια και γενικά καθετί το αντίθετο στην πολιτική αρετή.
Συνοπτικά ο σοφιστής στηρίζει τη δεύτερη θέση ως εξής:
      -          Για τα αρνητικά χαρακτηριστικά που έχει κάθε άνθρωπος από τη φύση, κανείς δεν τον συμβουλεύει, ούτε τον τιμωρεί, γιατί όλοι γνωρίζουν πως δεν μπορεί να κάνει κάτι για να τα αλλάξει.
      -          Για εκείνα όμως τα χαρακτηριστικά που δεν είναι έμφυτα και ο άνθρωπος μπορεί να τα αλλάξει με άσκηση και διδασκαλία, οι άνθρωποι θυμώνουν και επιβάλλουν τιμωρίες. Σε αυτά ανήκουν η αδικία και η ασέβεια, που αποτελούν τα αντίθετα γνωρίσματα της πολιτικής αρετής.
      -          Άρα, η πολιτική αρετή μπορεί να διδαχτεί.


Ο Πρωταγόρας, για να αποδείξει (να προβάλει ως γενικά αποδεκτό) ότι όλοι μπορούν να κατέχουν την αρετή και ότι η αρετή διδάσκεται, χρησιμοποιεί δύο επιχειρήματα. Να τα καταγράψετε και να τα αξιολογήσετε.
α) Στην αρχή της ενότητας ο Πρωταγόρας θέτει ως δεδομένη την ιδέα της καθολικότητας της αρετής, μολονότι αυτό αποτελεί δικό του συμπέρασμα, που βασίζεται στις συμπεριφορές των ανθρώπων: «όλοι οι άνθρωποι πιστεύουν πως ο καθένας μετέχει στη δικαιοσύνη και την άλλη πολιτική αρετή».
Προκειμένου, λοιπόν, να στηρίξει την άποψή του σχετικά με την καθολικότητα της αρετής, χρησιμοποιεί ένα επιχείρημα που αντλεί από την παρατήρηση της καθημερινότητας των Αθηναίων. Το επιχείρημα βασίζεται στο διαφορετικό τρόπο με τον οποίοι οι Αθηναίοι αντιμετωπίζουν εκείνον που ψευδώς ισχυρίζεται ότι κατέχει κάποια τέχνη κι εκείνον που με ειλικρίνεια αποδέχεται ότι δεν είναι δίκαιος.
Στην πρώτη περίπτωση εξοργίζονται με την ανειλικρίνεια του συμπολίτη τους και οι δικοί του τον συμβουλεύουν σαν να είναι τρελός, καθώς γίνεται εύκολα αντιληπτό το εάν κάποιος γνωρίζει μια τέχνη ή όχι.
Στην περίπτωση όμως της δικαιοσύνης, οι Αθηναίοι θεωρούν δεδομένο ότι όλοι οφείλουν να ισχυρίζονται πως είναι δίκαιοι, είτε αυτό είναι αλήθεια είτε όχι. Κι ενώ σε οποιοδήποτε άλλο ζήτημα απαιτούν ειλικρίνεια, ως προς το θέμα της δικαιοσύνης απαιτούν έστω και την ψευδή αποδοχή της, καθώς πιστεύουν πως εκείνος που δεν υιοθετεί και δεν αποδέχεται τη δικαιοσύνη, δεν πρέπει να ζει μαζί με τους άλλους ανθρώπους.
Η προθυμία, άλλωστε, των Αθηναίων να εθελοτυφλήσουν μπροστά στην πραγματική φύση των συνανθρώπων τους αναδεικνύει κατηγορηματικά τη μέγιστη σημασία που αποδίδουν στην ανάγκη της κοινής αποδοχής των θεμελιωδών αρχών της κοινωνικής συνύπαρξης.
Η πειστικότητα του επιχειρήματος είναι μερική μόνο, καθώς ο σοφιστής χρησιμοποιεί αφενός πορίσματα μιας εμπειρικής παρατήρησης κι αφετέρου τα παρουσιάζει μέσα από το πρίσμα του επιθυμητού. Οι Αθηναίοι πιστεύουν ότι «πρέπει» να λένε όλοι ότι είναι δίκαιοι και το βρίσκουν «αναγκαίο» να μην υπάρχει κανείς που να μη μετέχει στη δικαιοσύνη. Μέσα απ’ αυτές τις σκέψεις, δηλαδή, μας παρουσιάζει ο Πρωταγόρας τι θεωρούν οι Αθηναίοι ότι πρέπει να γίνεται και όχι τι ακριβώς γίνεται. Αυτή η προσέγγιση μας παρουσιάζει το δέον και το επιθυμητό, αλλά μας αποκρύπτει το είναι και το συμβαίνον.
β) Σε ό,τι αφορά το διδακτό της αρετής ο Πρωταγόρας διακρίνει σε δύο κατηγορίες τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων: εκείνα που είναι έμφυτα κι εκείνα που αποκτώνται μέσα από τη διδασκαλία και την εξάσκηση. Παράλληλα, παρουσιάζει τη στάση των ανθρώπων απέναντι στις αρνητικές εκφάνσεις αυτών των χαρακτηριστικών, ανατρέχοντας ουσιαστικά εκ νέου σε παραδείγματα αντλημένα από την παρατήρηση της καθημερινής συμπεριφοράς των πολιτών.
Για όσα, λοιπόν, αρνητικά γνωρίσματα έχουν οι άνθρωποι από τη φύση τους, οι συμπολίτες τους δεν οργίζονται μαζί τους, ούτε επιχειρούν να τους νουθετήσουν. Η καχεκτική διάπλαση του σώματος, η ασχήμια και το μικρό ύψος, για παράδειγμα, είναι στοιχεία που οι άνθρωποι αποκτούν από τη φύση τους ή τυχαία, οπότε όλοι αντιλαμβάνονται πως είναι μάταιο να επιχειρήσουν να τα αλλάξουν με τιμωρίες ή συμβουλές.
Σε σχέση, όμως, με τα θετικά γνωρίσματα που κάθε πολίτης μπορεί να αποκτήσει μέσα από τη διδασκαλία, την άσκηση και την επιμέλεια, οι άνθρωποι οργίζονται μ’ εκείνους που δεν έχουν φροντίσει να τ’ αποκτήσουν. Αν, δηλαδή, κάποιος έχει αρνητικά γνωρίσματα στο χαρακτήρα και τη συμπεριφορά του, οι συμπολίτες του τον τιμωρούν ή το συμβουλεύουν, προκειμένου να τον αναγκάσουν να τα εξαλείψει ή τουλάχιστον να τα βελτιώσει μέσα από την κατάλληλη διδαχή και εξάσκηση. Σ’ αυτά τα αρνητικά χαρακτηριστικά, μάλιστα, που θα μπορούσε κάποιος να βελτιώσει με τη διδασκαλία, συγκαταλέγονται η αδικία και η ασέβεια, ό,τι δηλαδή είναι αντίθετο στην πολιτική αρετή.
Η σκέψη του Πρωταγόρα, επομένως, είναι πως εφόσον οι Αθηναίοι καταφεύγουν σε τιμωρίες και νουθεσίες, για να συνετίσουν εκείνους που δεν έχουν αποκτήσει θετικές συμπεριφορές και θετικά γνωρίσματα του χαρακτήρα, είναι εύλογο πως θεωρούν ότι τα στοιχεία που συνιστούν την πολιτική αρετή μπορούν να αποκτηθούν απ’ όλους, αν τους δοθεί η κατάλληλη διδασκαλία.
Το δεύτερο επιχείρημα, παρά την προφανή λογική που απορρέει από την εμπειρική παρατήρηση, ενέχει ορισμένες αντιφάσεις και ατέλειες που μειώνουν την πειστικότητά του:
  • Στην εισαγωγική παρουσίαση του επιχειρήματος ο σοφιστής αναφέρει πως οι άνθρωποι θεωρούν ότι η αρετή μπορεί να διδαχτεί και ότι αποκτάται με επιμέλεια, απ’ όποιον την αποκτά (ᾧ ἂν παραγίγνηται), υπονομεύοντας έτσι την αρχή της καθολικότητας που είχε προηγουμένως υποστηρίξει.
  • Το ίδιο συμβαίνει και όταν αναφέρεται στα θετικά επίκτητα γνωρίσματα, όταν λέει: εάν κάποιος δεν τα έχει (ἐάν τις ταῦτα μὴ ἔχῃ), όπου επί της ουσίας παραδέχεται ότι δεν τα αποκτούν όλοι οι άνθρωποι. Η αδυναμία αυτή των ανθρώπων προσκρούει τόσο με την καθολικότητα της αρετής, όσο και με τη σκέψη ότι όλοι μπορούν να διδαχτούν και να αποκτήσουν την πολιτική αρετή.
  • Με τη διαπίστωση του επιχειρήματος «ὅσα δὲ ἐξ ἐπιμελείας καὶ ἀσκήσεως καὶ διδαχῆς οἴονται γίγνεσθαι ἀγαθὰ ἀνθρώποις» ο Πρωταγόρας παρουσιάζει ως δεδομένο αυτό που οφείλει να αποδείξει, έχουμε δηλαδή λήψη του ζητουμένου.

Οι ελλείψεις του επιχειρήματος θεραπεύονται μόνο αν δεχτούμε ότι ο Πρωταγόρας εννοεί, έστω κι αν δεν το διατυπώνει έτσι, ότι όλοι εν δυνάμει μπορούν να μετέχουν της πολιτικής αρετής και πως όλοι έχουν τη δυνατότητα να τη διδαχτούν. Αν γίνει αυτή η διευκρίνιση τότε μπορούν να υπάρξουν εξαιρέσεις στην καθολικότητα και στο διδακτό της αρετής, χωρίς να καταρρίπτονται οι θέσεις του σοφιστή.


Η παιδεία αναδεικνύεται σε κινητήρια δύναμη που θα μετατρέψει τον άνθρωπο από δυνάμει σε ἐνεργείᾳ πολιτικό ον. Να αναλύσετε την άποψη αυτή με βάση τη συλλογιστική του Πρωταγόρα.
Σύμφωνα με τον Πρωταγόρα η ομαλή ένταξη του ατόμου στην πολιτεία επέρχεται όχι ως δεδομένη εξέλιξη μιας προδιαγεγραμμένης πορείας, αλλά ως αποτέλεσμα συνειδητής προσπάθειας της κοινωνίας να καθοδηγήσει και να εκπαιδεύσει κατάλληλα τα νέα της μέλη. Οι άνθρωποι, δηλαδή, έχουν τη δυνατότητα να κατανοήσουν και να υιοθετήσουν τους επιθυμητούς τρόπους κοινωνικής διαβίωσης, αρκεί να δεχτούν την αρμόζουσα αγωγή.
Η αίσθηση δικαιοσύνης, ο σεβασμός προς τους άλλους ανθρώπους και προς τους νόμους, η επιθυμία της αρμονικής συνύπαρξης και κάθε άλλο γνώρισμα που θα μπορούσε να διασφαλίσει την ομαλή ένταξη του ατόμου στα πλαίσια της πολιτείας, ενυπάρχει ως δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο, χρειάζεται όμως η εκπαίδευση για να γίνει εφικτή η ενεργή έκφραση αυτών των δυνατοτήτων.
Με τη διδασκαλία, τη συνεχή εξάσκηση και την επιμέλεια το άτομο αποκτά τη δυνατότητα να πραγματώσει και να εξελίξει όλες τις ηθικές και πνευματικές αρετές που θα το καταστήσουν άριστο μέλος της πολιτείας. Το άτομο, βέβαια, μπορεί να προσεγγίσει την ιδανική έκφανση της προσωπικότητάς του μόνο μέσα από την απαιτητική πορεία της παιδείας, καθώς οι ικανότητες που συνιστούν την πολιτική αρετή δεν είναι δυνατό να εκδηλωθούν χωρίς την κατάλληλη καθοδήγηση και τη συνειδητή και διαρκή προσπάθεια του ατόμου.
Συνάμα, η πολιτεία έχει φροντίσει -σύμφωνα πάντα με την παρουσίαση που γίνεται από τον Πρωταγόρα- μέσα από ένα παιδαγωγικό σύστημα ποινών να επαναφέρει τα άτομα στην επιθυμητή πορεία βελτίωσης και ηθικής ωρίμανσης. Με ποινές που επιβάλλονται έλλογα και με παιδαγωγική διάθεση, με ποινές δηλαδή που αντιστοιχούν στο είδος του αδικήματος και που έχουν ως πρωταρχικό στόχο να συνετίσουν και όχι να εκδικηθούν το άτομο, η πολιτεία κατορθώνει να αναπληρώσει την έλλειψη αποφασιστικότητας των νέων μελών να παραμείνουν συνεπείς στις αξιώσεις της ηθικής διαβίωσης. Όταν το άτομο παρεκκλίνει από τους κανόνες του δικαίου, η πολιτεία του υπενθυμίζει μέσα από τις ποινές ποια είναι η ορθή και αναμενόμενη συμπεριφορά, ωθώντας το εκ νέου στην πορεία της ηθικής εξέλιξης και αποτρέποντάς το από μελλοντικά παραπτώματα.

Ποια συναισθήματα νομίζετε ότι διακατέχουν τον Πρωταγόρα στο τέλος της ενότητας αυτής;
Στην καταληκτική περίοδο της 6ης ενότητας ο Πρωταγόρας εκφράζει την πεποίθησή του ότι έχει δώσει επαρκείς αποδείξεις στο Σωκράτη τόσο για τη στάση των Αθηναίων να δέχονται τις συμβουλές όλων των συμπολιτών τους σε πολιτικά θέματα, όσο και για το διδακτό της αρετής. Η πεποίθηση αυτή του Πρωταγόρα (ἀποδέδεικταί σοι, ὦ Σώκρατες, ἱκανῶς), εκφράζει την ικανοποίηση του σοφιστή για την αναλυτική και πλήρη απάντηση που έδωσε του στα δύσκολα ζητήματα που του έθεσε ο Σωκράτης.
Εύλογα επομένως μπορούμε να εικάσουμε ότι ο Πρωταγόρας αισθάνεται ευχαριστημένος από την ικανότητά του να παρουσιάζει και να στηρίζει μια άποψη με επάρκεια. Το ενδεχόμενο, μάλιστα, να έχει πείσει τον Σωκράτη, καλύπτοντας με πληρότητα τις πιθανές απορίες ή αντιρρήσεις του, είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την εικόνα του σοφιστή. Μιας και η συζήτηση γινόταν μπροστά σε πολλά άτομα, θα ενίσχυε ιδιαίτερα το κύρος του Πρωταγόρα μια πιθανή παραδοχή του Σωκράτη ότι έχει πειστεί από την παρουσίαση και τα επιχειρήματα του σοφιστή.
Ο Πρωταγόρας, βέβαια, παρόλο που αισθάνεται ότι έχει κατορθώσει να καλύψει με επαρκή πειστικότητα το θέμα που του τέθηκε, δε θέλει να φανεί υπερβολικά αυτάρεσκος, γι’ αυτό κι επιχειρεί να μετριάσει τις εντυπώσεις με τη φράση: ὥς γέ μοι φαίνεται. 

Να εντοπίσετε το σημείο του κειμένου που δικαιολογεί τον τίτλο που δόθηκε στην ενότητα και να προτείνετε έναν άλλο τίτλο.
Η 6η ενότητα έχει λάβει τον τίτλο: «Η παιδευτική σημασία της τιμωρίας ως απόδειξη του διδακτού της αρετής». Ο τίτλος αυτός επιχειρεί να αποδώσει τη σύνδεση που γίνεται από τον Πρωταγόρα ανάμεσα στην τιμωρία και στο διδακτό της αρετής, ενώ θα μπορούσε να εστιάζει περισσότερο στο ρηξικέλευθο της άποψης του σοφιστή σχετικά με την αξία της τιμωρίας. Ο τίτλος για παράδειγμα θα μπορούσε να ήταν: «Η τιμωρία ως μέσο παραδειγματισμού κι όχι εκδίκησης» ή με μεγαλύτερη έμφαση: «Οι πρωτοποριακές απόψεις του Πρωταγόρα για την τιμωρία». Παρά το γεγονός ότι στη σύγχρονη εποχή η έννοια της τιμωρίας έχει λάβει την παιδευτικά ενδεδειγμένη σημασία, οι απόψεις του Πρωταγόρα, εκείνη την εποχή, έφερναν μια απρόσμενα ώριμη ματιά στο θέμα αυτό.
Ο σοφιστής δηλαδή, σε αντίθεση με τη διαδεδομένη άποψη της εποχής του, δεν αντιλαμβάνεται την τιμωρία ως μέσο εκδίκησης, αλλά ως μέσο παραδειγματισμού του αδικούντος -και όσων δουν την τιμωρία του- ώστε στο μέλλον να υιοθετήσει αποτελεσματικότερες και πιο σώφρονες συμπεριφορές. Η τιμωρία, επομένως, για τον Πρωταγόρα δεν επιβάλλεται (ή τουλάχιστον δε θα πρέπει να επιβάλλεται) για την ανομία που έχει ήδη συμβεί, μιας κι αυτό που συνέβη αποτελεί ήδη τετελεσμένο και μη αναστρέψιμο γεγονός, αλλά για την αποτροπή μελλοντικών παραβάσεων.
Το σημείο του κειμένου που δικαιολογεί τον τίτλο είναι το ακόλουθο: «ὁ δέ μετά λόγου ἐπιχειρῶν κολάζει οὐ τοῦ παρεληλυθότος ἕνεκα ἀδικήματος τιμωρεῖται -οὐ γαρ ἄν τό γε πραχθέν ἀγένητον θείη- ἀλλά τοῦ μέλλοντος χάριν, ἵνα μή αὖθις ἀδικήσῃ μήτε αὐτός οὗτος μήτε ἄλλος ὁ τοῦτον ἰδών κολασθέντα.» (Όποιος όμως έρχεται να τιμωρήσει με περίσκεψη, δεν επιβάλλει τιμωρία για το αδίκημα που έγινε –γιατί ό,τι έγινε δεν μπορεί να το κάνει να μην έχει γίνει- αλλά για χάρη του μέλλοντος, για να μην αδικήσει ξανά ούτε αυτός ο ίδιος ούτε άλλος που είδε να τον τιμωρούν.) [Μετάφραση: Δημήτριος Τζωρτζόπουλος]

Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για την αδικία. Η ποινή αποσκοπεί στο να διορθωθεί αυτός που αδικεί. Πώς συνδέονται οι δύο παραπάνω θέσεις με το διδακτόν της αρετής;
[Αν η αρετή δε διδασκόταν, οι απόψεις αυτές δε θα ευσταθούσαν, γιατί θα σήμαινε ότι είναι κάποιος καλός ή κακός εκ φύσεως. Τότε όμως θα ήταν αδύνατο να αλλάξει, άρα δε θα ήταν υπεύθυνος για την αδικία ούτε θα μπορούσε να του επιβληθεί ποινή. Ο Πρωταγόρας δίνει περιεχόμενο παιδαγωγικό - τελεολογικό στην ποινή.]   
Ο Πρωταγόρας, ακολουθώντας τη γενική πεποίθηση, θεωρεί πως οι άνθρωποι που αδικούν τους συνανθρώπους τους και δε σέβονται τους κανόνες της κοινωνίας, το κάνουν συνειδητά, με δική τους δηλαδή επιλογή. Εφόσον είχαν την ευκαιρία μέσω της διδασκαλίας και με δική τους επιμέλεια να εμπεδώσουν τους τρόπους της δίκαιης συμπεριφοράς, αλλά δεν το έκαναν, τότε δεν μπορούν για κανένα λόγο να θεωρηθούν άμοιροι ευθυνών.
Η πολιτεία απαντά στις άδικες πράξεις με την επιβολή ποινών, όχι βέβαια για να εκδικηθεί τους αδικούντες, αλλά προκειμένου να τους ωθήσει σε μια πορεία ηθικής βελτίωσης. Η ποινή λειτουργεί παιδαγωγικά υπό την έννοια ότι το πρόσωπο που τιμωρείται, ερχόμενο αντιμέτωπο με τις κυρώσεις που του επέφερε η συμπεριφορά του, συνειδητοποιεί το λάθος του και αποκτά μια ουσιαστικότερη συναίσθηση της ευθύνης που έχει ως μέλος ενός κοινωνικού συνόλου.
Η παιδαγωγική λειτουργία της ποινής βασίζεται στην πεποίθηση ότι οι άνθρωποι μπορούν να διδαχτούν την αρετή και τους επιθυμητούς τρόπους συμπεριφοράς. Μέσα από τις αρνητικές ενισχύσεις που επιφέρει η ποινή, το άτομο επιχειρεί συνειδητά να κατευθυνθεί σε πιο θεμιτές επιλογές, προκειμένου να αποφύγει αντίστοιχες ποινές στο μέλλον. Η επιχειρούμενη αλλαγή στη συμπεριφορά του αδικούντος θεωρείται βέβαια εφικτή, γι’ αυτό και οι κοινωνίες έχουν ένα οργανωμένο σύστημα απονομής δικαιοσύνης. 
Σε περίπτωση, άλλωστε, που ήταν σαφές ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να βελτιώσουν τη συμπεριφορά τους και πως η αδικία αποτελεί έμφυτο στοιχείο της προσωπικότητάς τους, θα ήταν μάταιο να επιχειρείται οποιαδήποτε αναμόρφωσή τους.
Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι ο Πρωταγόρας αντικρίζει τις ποινές στις πραγματικές παιδαγωγικές τους διαστάσεις και δεν τις αντιλαμβάνεται ως εκδικητική τιμωρία του δράστη. Έτσι, ο μεγάλος σοφιστής, τονίζει τον τελεολογικό χαρακτήρα της ποινής -το γεγονός δηλαδή ότι η ποινή αποσκοπεί στην εκπλήρωση ενός στόχου, που δεν είναι άλλος από τη βελτίωση του αδικούντος- και συνάμα ενισχύει με τις θέσεις του την ουσιαστική θεώρηση της τιμωρίας και του παιδαγωγικού της ρόλου. 

Να συγκρίνετε την άποψη του Πρωταγόρα για την ποινή με την παλαιότερη αντίληψη της ανταπόδοσης (ποινή - τιμωρία, τίσις) εντοπίζοντας ομοιότητες και διαφορές.
Η παιδαγωγική προσέγγιση της ποινής, όπως παρουσιάζεται από τον Πρωταγόρα, έρχεται σε αντίθεση με την παλαιότερη αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων που έβλεπαν στην τιμωρία μιαν ικανή ανταπόδοση για την αδικία που έχει πράξει κάποιος. Στην αρχαιότητα, μάλιστα, η τιμωρία συνδεόταν με θεϊκή παρέμβαση, καθώς θεωρούσαν πως ο Δίας είναι εκείνος που φροντίζει ώστε κανείς να μην μπορεί να διαπράξει άδικες πράξεις χωρίς να λάβει την τιμωρία που του αξίζει.
Για τους αρχαίους Έλληνες η ποινή εξέφραζε τα συναισθήματα αγανάκτησης των πολιτών απέναντι στον αδικούντα και δεν είχε την επιθυμητή, αλλά εξιδανικευμένη, έκφανση που της έδινε ο Πρωταγόρας. Το μοναδικό σημείο σύγκλισης ανάμεσα στις απόψεις που εκφράζει ο σοφιστής και στην παλαιότερη αντίληψη της τιμωρίας, ήταν η ανάγκη να επέλθουν κυρώσεις σε όποιον αδικεί προκειμένου να μην επαναληφθεί η άδικη πράξη. Ανεξάρτητα από τη θέση του Πρωταγόρα, ότι η ποινή θα πρέπει να αποβλέπει στη βελτίωση του δράστη και όχι στην εκδίκηση, είναι σαφές ότι και ο σοφιστής θεωρεί απαραίτητη την τιμωρία όσων αδικούν. Θα ήταν, άλλωστε, παράδοξο να ζητήσει ο σοφιστής την αδράνεια της πολιτείας απέναντι στα αδικήματα των μελών της, ιδίως από τη στιγμή που πίστευε ότι μέσω των κατάλληλων ποινών μπορεί να επέλθει μια ουσιαστική αλλαγή στη συμπεριφορά του αδικούντα, που θα τον απέτρεπε από μελλοντικές παραβάσεις.
Ο Πρωταγόρας, βέβαια, αναφέρεται σε μια τιμωρία κατάλληλα επιλεγμένη, ώστε να ωθήσει τον αδικούντα σε μια προσπάθεια ηθικής βελτίωσης και δεν ασχολείται με την ίδια την πράξη του αδικούντα. Αντίθετα, η παλαιότερη προσέγγιση θεωρούσε την τιμωρία ως μέσο εκδίκησης για τις άδικες πράξεις, γι’ αυτό και η προσοχή εστιαζόταν σε αυτή καθαυτή την άδικη πράξη και όχι στο πώς θα ληφθεί μέριμνα για μια μελλοντική βελτίωση και αναμόρφωση του δράστη.
Σε ό,τι αφορά την έννοια της αδικίας και την πορεία προς την τελική συντριπτική τιμωρία του δράστη (τίσις), οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν πως το άτομο ξεκινούσε με την πρόκληση ὕβρις, με την υιοθέτηση δηλαδή μιας άνομης συμπεριφοράς που έδειχνε πλήρη αδιαφορία για τους ηθικούς κανόνες. Η ὕβρις προκαλούσε την επέμβαση του Δία, ο οποίος ωθούσε το άτομο σε μια κατάσταση τύφλωσης (ἄτη), σε μια κατάσταση δηλαδή όπου το άτομο ανίκανο να καταλάβει την αλαζονεία της συμπεριφοράς του προχωρούσε σε ολοένα και πιο άδικες πράξεις, μέχρι που διέπραττε μιαν απόλυτα ακραία πράξη, προκαλώντας τη νέμεσιν, την οργή δηλαδή των θεών. Ο κύκλος αυτός έκλεινε με την τίσιν, την πλήρη συντριβή του δράστη, χάρη στην επέμβαση των θεών.
Ενδιαφέροντα στοιχεία για την ὕβριν και την ἄτη μπορούμε να αντλήσουμε από την «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας» του Albin Lesky.
«Με την ὕβριν, την αμαρτία της βίας, που αντιστρατεύεται το δίκαιο, ο άνθρωπος ξεπερνά τα σύνορα που του ορίσθηκαν, τον βρίσκει όμως η Δίκη, η θεϊκή δύναμη της δικαιοσύνης. Στο έπος του αριστοκρατικού κόσμου εξουσίαζε η Θέμις, οι θεσμοί δηλ. που δόθηκαν από τους θεούς, η οποία ρυθμίζει τη συμπεριφορά των ανθρώπων και βρίσκει την πραγμάτωσή της στις αποφάσεις των βασιλιάδων δικαστών. Η Δίκη που εξαγγέλλει ο Ησίοδος προέρχεται από μιαν διαφορετική κοινωνική περιοχή. Σ’ αυτήν, το αίτημα των καταπιεσμένων για δικαιοσύνη, αυτών που χτυπήθηκαν από την ύβρη των άλλων, σήκωσε τη φωνή του τόσο δυνατά, που δεν μπορούσε πια να σιγασθή μέσα στον ελληνικό κόσμο. Η Δίκη όμως τιμωρεί αποτελεσματικά μέσω της Άτης, εκείνης της τύφλωσης, που χτυπά τους ανθρώπους από το μέρος των θεών και μολαταύτα ξεκινά από το δικό τους ένοχο εσωτερικό. Με την λέξη νοείται επίσης το πεπρωμένο, που πάντα συνδέεται με αυτήν την τύφλωση.»
«Από το μέρος των θεών η Άτη είναι το πεπρωμένο, που αυτοί το στέλνουν στους ανθρώπους, ενώ από το μέρος των ανθρώπων η Άτη παριστάνεται σαν η τύφλωση, που στην αρχή έρχεται κοντά τους χαμογελαστή, τους θολώνει όλο και περισσότερο το μυαλό, τους ξεγελά, και τους αφήνει τέλος να τραβήξουν τον δρόμο της καταστροφής τους.»
Σύμφωνα με το Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας του Ιωάννη Σταματάκου:
τίσις: πληρωμή που γίνεται προς ανταμοιβή ή προς ανταπόδοση, εκδίκηση, τιμωρία, ποινή. [αἱ τίσεις= οι εκδικήτριες Θεές, οι Ερινύες] 

Να καταγράψετε τα επιχειρήματα τα οποία χρησιμοποιεί ο Πρωταγόρας για να αποδείξει ότι οι αγαθοί άνδρες διδάσκουν την πολιτική αρετή στα παιδιά τους και να τα αξιολογήσετε.
[Aν υπάρχει πολιτική αρετή και είναι αναγκαίο όλοι οι πολίτες να μετέχουν σ’ αυτήν - διδασκόμενοι ή τιμωρούμενοι, αλλιώς αποβάλλονται από την πόλη ή θανατώνονται, τότε ⇒ οι αγαθοί άνδρες, αφού διδάσκουν στα παιδιά τους τα άλλα, θα ήταν παράδοξο να μη διδάσκουν την αρετή. ♦ Όλοι δέχονται ότι η αρετή είναι διδακτή. Αν οι αγαθοί άνδρες διδάσκουν στα παιδιά τους όλα τα άλλα, η άγνοια των οποίων δεν οδηγεί στο θάνατο, τότε δεν μπορεί παρά να διδάσκουν και αυτό που, αν δεν το γνωρίζουν, τα περιμένει θάνατος, εξορία κ.τ.λ. Αποδεικνύει αρνητικά για ποιο λόγο δεν μπορεί παρά να διδάσκουν οι αγαθοί πολίτες την πολιτική αρετή στα παιδιά τους.]
Η προσπάθεια του Πρωταγόρα να ανασκευάσει τη διαπίστωση του Σωκράτη ότι οι αγαθοί άνδρες δε διδάσκουν στα παιδιά τους την πολιτική αρετή ξεκινά μ’ ένα ερώτημα ρητορικής υφής. «Υπάρχει ένα πράγμα στο οποίο είναι ανάγκη να συμμετέχουν όλοι οι πολίτες προκειμένου να είναι δυνατή η ύπαρξη της πόλης ή δεν υπάρχει;» Το αρχικό αυτό ερώτημα θα συνοδευτεί από επτά υποθετικές προτάσεις, με τις οποίες θα επιχειρηθεί αφενός ο ορισμός εκείνου του πράγματος που λειτουργεί ως συνεκτικός δεσμός της πόλης (η αρετή του ανδρός) κι αφετέρου ο τονισμός της απόλυτης ανάγκης για συμμετοχή όλων των πολιτών στην αρετή αυτή. Κοινή απόδοση και τελικό συμπέρασμα των υποθετικών προτάσεων, είναι η απορία που θα δημιουργούσε η στάση των αγαθών ανδρών αν πράγματι αδιαφορούσαν για τη μετάδοση της πολιτικής αρετής στους γιους τους.
Οι υποθετικές προτάσεις που παρουσιάζουν σταδιακά το συλλογισμό του Πρωταγόρα έχουν ως εξής:
α) «εάν υπάρχει αυτό το ένα πράγμα»: Ο σοφιστής παρόλο που έχει παρουσιάσει στις προηγούμενες ενότητες αναλυτικά την αξία της πολιτικής αρετής, στα πλαίσια του λόγου του θέτει εκ νέου σε υποθετική βάση την ύπαρξη του πολύτιμου αυτού συνεκτικού δεσμού. Η προσπάθεια του Πρωταγόρα να δώσει το συλλογισμό του μέσα από αλλεπάλληλες υποθέσεις, αποτελεί μια άτεχνη απόπειρα μίμησης της μεθόδου του Σωκράτη που προχωρά τη δική του διερεύνηση μέσα από πολλαπλές ερωτήσεις. Όπως ο Σωκράτης προσεγγίζει τα εξεταζόμενα ζητήματα με ερωτήσεις που μοιάζουν κάποτε απλοϊκές, έτσι κι ο Πρωταγόρας ξεκινά από μηδενική βάση το νέο του συλλογισμό, με μια σειρά φαινομενικά αναπόδοτων υποθέσεων, που επί της ουσίας αποτελούν ένα είδος ερωτήσεων, χωρίς όμως να προσφέρεται η ευκαιρία στο συνομιλητή του να απαντήσει, καθώς δεν έχουμε διάλογο, αλλά λόγο.
β) «εάν αυτό το ένα δεν είναι ούτε η οικοδομική ούτε η μεταλλουργία ούτε η κεραμική, αλλά η δικαιοσύνη και η σωφροσύνη και το όσιον (και αυτά τα ονομάζω όλα μαζί ανδρός αρετήν)»: Η σύγκριση ανάμεσα στις τεχνικές γνώσεις, που μπορούν να κατέχονται από λίγους, και στην πολιτική αρετή που πρέπει να κατέχεται απ’ όλους, μας παραπέμπει στην πρώτη απορία του Σωκράτη και σηματοδοτεί μια επαναφορά σε προηγούμενο σημείο της συζήτησης. Στόχος του σοφιστή είναι να υπενθυμίσει αφενός πως έχει ήδη απαντήσει στην αρχική απορία του συνομιλητή του κι αφετέρου να υπαινιχθεί το άστοχο της απορίας αυτής.
Το ένα συνεκτικό στοιχείο (η πολιτική αρετή), διακρίνεται εδώ σε επιμέρους στοιχεία (δικαιοσύνη, σωφροσύνη, οσιότητα), γεγονός που θα επιτρέψει στη συνέχεια στο Σωκράτη να αναρωτηθεί σχετικά με τον ενιαίο χαρακτήρα της πολιτικής αρετής.
γ) «εάν υπάρχει λοιπόν αυτό το πράγμα στο οποίο πρέπει να μετέχουν όλοι και σύμφωνα με το οποίο πρέπει να ενεργεί κάθε άνθρωπος ξεχωριστά σε περίπτωση που θέλει να μάθει ή να πράξει κάτι, και σε καμία περίπτωση χωρίς αυτό»: Αν λοιπόν η πολιτική αρετή είναι αυτό που πρέπει να συνέχει κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας είτε πρόκειται για τις πράξεις τους είτε για την πνευματική τους καλλιέργεια. Αν η πολιτική αρετή πρέπει να καθοδηγεί και να ενυπάρχει σε κάθε δράση των ανθρώπων.
Ο Πρωταγόρας τονίζει με έμφαση την ανάγκη να διατρέχει η πολιτική αρετή τη ζωή των πολιτών, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά την πάγια θέση του για την απόλυτη αξία της.
δ) «εάν, σε περίπτωση που κάποιος δε μετέχει σ’ αυτό, είτε παιδί είναι, είτε άνδρας είτε γυναίκα, πρέπει να τον διδάσκουμε και να τον τιμωρούμε, ώσπου με την τιμωρία να βελτιωθεί»: Η παιδευτική αξία της τιμωρίας και η διδασκαλία ως μέσο ηθικής αγωγής των πολιτών, αναφέρονται εκ νέου από τον Πρωταγόρα.
Αξίζει πάντως να σημειωθεί η αναφορά στις γυναίκες, τις οποίες ο σοφιστής δεν εξαιρεί από το βασικό σώμα της πόλης και φυσικά δεν τις απαλλάσσει από την υποχρέωση να λαμβάνουν την απαιτούμενη ηθικοπλαστική αγωγή, ώστε να μετέχουν κι εκείνες στην πολιτική αρετή.
ε) «εάν, σε διαφορετική περίπτωση, πρέπει να διώχνουμε από την πόλη ή να σκοτώνουμε ως ανίατο όποιον δεν υπακούει σε αυτό το πράγμα ακόμα και μετά τη διδασκαλία και μετά την τιμωρία»: Ο Πρωταγόρας επανέρχεται στη θανατική ποινή, που είχε αναφέρει στα πλαίσια της μυθικής διήγησης, όπως και στην εξορία, θέλοντας να υπενθυμίσει πόσο αυστηρές είναι οι κυρώσεις για εκείνους που αρνούνται ή αδυνατούν να συμμετέχουν στην πολιτική αρετή.
στ) «εάν λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα»: Ο σοφιστής έχοντας επαναλάβει τις διαπιστώσεις του σχετικά με το ποια είναι ή καλύτερα ποια πρέπει να είναι η εκτίμηση και η στάση των πολιτών απέναντι στην πολιτική αρετή, ετοιμάζεται να ολοκληρώσει το συλλογισμό του με μια τελευταία υπόθεση.
ζ) «εάν, παρόλο που αυτή είναι η φύση των πραγμάτων, οι αγαθοί άνδρες, ενώ μορφώνουν τους γιους τους σε όλα τα άλλα, αυτό δεν τους το διδάσκουν»: Η υποθετική αυτή πρόταση μας φέρνει στην απόδοση όλων των προηγούμενων προτάσεων και συνιστά επί της ουσίας το βασικό επιχείρημα του σοφιστή. Αν, δηλαδή, οι αγαθοί άνδρες γνωρίζουν όλα αυτά σχετικά με την πολιτική αρετή κι εντούτοις δεν τη διδάσκουν στα παιδιά τους: «τότε σκέψου τι περίεργα πλάσματα είναι αυτοί οι αγαθοί άνδρες!»
Ο Πρωταγόρας, επομένως, επιχειρεί να αποδείξει ότι οι αγαθοί άνδρες διδάσκουν την πολιτική αρετή στα παιδιά τους, όχι επιχειρηματολογώντας επ’ αυτού, αλλά παρουσιάζοντας πόσο παράλογο και απαράδεκτο θα ήταν το αντίθετο. Για να τονίσει μάλιστα την παραδοξότητα που θα χαρακτήριζε την αδιαφορία των αγαθών ανδρών, επανέρχεται στο θέμα αυτό παρουσιάζοντας αναλυτικότερα τις αυστηρότατες ποινές με τις οποίες θα κινδύνευαν τα παιδιά τους να τιμωρηθούν σε περίπτωση που δεν τα δίδασκαν την πολιτική αρετή. «ενώ όμως είναι το πράγμα αυτό διδακτό... αυτοί διδάσκουν στους γιους τους τα άλλα, των οποίων η άγνοια δεν πρόκειται να επιφέρει ως ποινή τον θάνατο, αυτό όμως, την αρετή, που εάν τα αγόρια δεν τη μάθουν και δεν τη φροντίσουν, μπορεί να υποστούν ως ποινή και τον θάνατο και την εξορία και τη δήμευση της περιουσίας εκτός από τη θανάτωση και, με μια λέξη, τη συνολική καταστροφή του οίκου τους, αυτή δεν τη διδάσκουν»
Αξιολόγηση του επιχειρήματος:
Το πρώτο επιχείρημα με το οποίο ο Πρωταγόρας επιχειρεί να απαντήσει στη διαπίστωση του Σωκράτη, δεν είναι ιδιαίτερα πειστικό:
α) Ο σοφιστής καταφεύγει στη χρήση ενός ρητορικού ερωτήματος και πολλαπλών υποθέσεων στη συνέχεια, μέσω των οποίων επί της ουσίας επαναλαμβάνει σκέψεις και διαπιστώσεις που έχει ήδη κάνει σε προηγούμενες ενότητες, χωρίς να παρουσιάζει κάποια καινούρια ιδέα.  
β) Θεωρεί και πάλι το διδακτό της αρετής ως δεδομένο και το χρησιμοποιεί στην αποδεικτικό του συλλογισμό, καταφεύγοντας για άλλη μια φορά σε «λήψη του ζητουμένου».
γ) Βασίζει όλο του το συλλογισμό σε μια προσπάθεια αρνητικής απόδειξης, θεωρώντας πως το να τονίσει πόσο παράλογο θα ήταν να μη διδάσκουν οι αγαθοί άνδρες στα παιδιά τους την πολιτική αρετή, λειτουργεί ως αναμφισβήτητη απόδειξη του ζητουμένου.
δ) Χρησιμοποιεί και σ’ αυτόν τον συλλογισμό του δεοντολογικές διατυπώσεις, παρουσιάζοντας περισσότερο το τι θα έπρεπε να συμβαίνει παρά το τι πραγματικά συμβαίνει.
«Στην πραγματικότητα, αρχίζουν από την παιδική ηλικία να διδάσκουν και να νουθετούν, συνεχίζοντας για όλη τη ζωή.»
Ο αποδεικτικός συλλογισμός του Πρωταγόρα θα συνεχιστεί με την παρουσίαση των προσπαθειών που καταβάλλονται τόσο από την πολιτεία όσο κι από τους ίδιους τους πολίτες για να επιτευχθεί η αγωγή και η επιθυμητή ηθική διάπλαση των νέων.
  • Από τη στιγμή που το παιδί αρχίζει να καταλαβαίνει τι του λένε, και η παραμάνα του και η μητέρα και ο παιδαγωγός του, όπως και ο πατέρας του, προσπαθούν να του μάθουν τι είναι δίκαιο και τι άδικο, τι είναι καλό και τι αισχρό, τι είναι όσιο και τι ανόσιο.
  • Αν το παιδί ανταποκρίνεται στις νουθεσίες και τις συμβουλές των ενηλίκων έχει καλώς, διαφορετικά το απειλούν και το χτυπούν, προκειμένου να το φέρουν στη θεμιτή πορεία βελτίωσης.
  • Στη συνέχεια (από τα 6 περίπου έτη του) στέλνουν το παιδί στους δασκάλους, οι οποίοι περισσότερο από τη διδασκαλία των γραμμάτων και της μουσικής, μεριμνούν για την ευκοσμία του παιδιού.
  • Όταν, μάλιστα, τα αγόρια μάθουν να διαβάζουν και να κατανοούν το γραπτό λόγο, όπως και τον προφορικό, τα βάζουν οι δάσκαλοι να διαβάζουν δυνατά και να αποστηθίζουν τα ποιήματα των μεγάλων ποιητών. Η αξία αυτής της επαφής με την ποίηση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς σε αυτή προβάλλονται πολλά ηρωικά πρότυπα και δίνονται σημαντικές συμβουλές για το σωστό τρόπο ζωής. Έτσι το παιδί αντλεί από τα ποιητικά κείμενα τα ιδανικά εκείνα πρότυπα που θα το ωθήσουν να επιδιώξει τους ηθικούς κι ενάρετους τρόπους διαβίωσης.
  • Κι όταν ολοκληρωθεί η εκπαίδευσή τους κοντά στους δασκάλους, η πολιτεία τους αναγκάζει να μάθουν τους νόμους και να ζουν σύμφωνα με αυτούς, ώστε να μην κάνουν ότι θέλουν οι ίδιοι, αλλά να ακολουθούν τις οριζόμενες από την πολιτεία συμπεριφορές. Για εκείνους μάλιστα που δεν ακολουθούν τις επιταγές των νόμων είτε αυτοί είναι άρχοντες είτε αρχόμενοι, η πολιτεία έχει καθορίσει μια σειρά κυρώσεων, ώστε να τους επαναφέρει στο σωστό δρόμο.
Ο Πρωταγόρας με τη συνοπτική αυτή παρουσίαση του εκπαιδευτικού συστήματος της αρχαίας Αθήνας, παρόλο που δεν μας παρέχει αναλυτικές πληροφορίες, κατορθώνει εντούτοις να εξυμνήσει τη συστηματική προσπάθεια που καταβάλλεται για την ηθική τελείωση των νέων.
Ο Πρωταγόρας έχοντας ήδη επισημάνει πως είναι αδιανόητο οι αγαθοί άνδρες να μη φροντίζουν για την ηθική διάπλαση των παιδιών τους, παρουσιάζει τώρα με ιδιαίτερα σαφή τρόπο την παιδαγωγική πορεία που ακολουθούν οι Αθηναίοι πολίτες, από πολύ μικρή ηλικία, ώστε να υποδείξει στο Σωκράτη πως η διδασκαλία της αρετής αποτελεί τη βασική μέριμνα της αθηναϊκής πολιτείας.
«Ενώ λοιπόν τόσο μεγάλη η προσπάθεια που καταβάλλεται για την αρετή και στο ιδιωτικό και στο δημόσιο επίπεδο, εσύ Σωκράτη εκπλήττεσαι και απορείς αν η αρετή είναι διδακτή; Το εκπληκτικό όμως θα ήταν μάλλον το να μην μπορεί να διδαχθεί η αρετή.»
Αξιολόγηση του επιχειρήματος
Το δεύτερο επιχείρημα με το οποίο ο Πρωταγόρας επιχειρεί να αντικρούσει την άποψη του Σωκράτη, σχετικά με την αδυναμία των αγαθών ανδρών να μεταδώσουν την πολιτική αρετή στα παιδιά τους, έχει μερική μόνο αποτελεσματικότητα.
  • Το γεγονός ότι οι Αθηναίοι προσπαθούν με μεθοδικότητα να επιτύχουν την κατάλληλη ηθική αγωγή των παιδιών τους, δε σημαίνει αυτομάτως πως το επιτυγχάνουν κιόλας. Είναι άλλωστε γνωστό πως οι επιδιώξεις της παιδείας δεν βρίσκουν πάντοτε την πραγμάτωσή τους, καθώς υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που επηρεάζουν τη τελική διαμόρφωση της προσωπικότητας και του χαρακτήρα των παιδιών. Έτσι, παρόλο που η παρουσίαση του Πρωταγόρα βασίζεται στα δεδομένα της πραγματικότητας, ως προς τις προσπάθειες των Αθηναίων, εντούτοις εμφανίζεται να δέχεται ως βέβαιο ένα αποτέλεσμα που δεν παύει να είναι απλώς επιθυμητό και επιδιωκόμενο.
  • Ο Πρωταγόρας, επομένως, και σ’ αυτό το συλλογισμό του δέχεται ως δεδομένο αυτό ακριβώς που επιθυμεί να αποδείξει, το διδακτό της αρετής δηλαδή, γεγονός που καθιστά την αποδεικτική διαδικασία ελλιπή μιας κι έχουμε λήψη του ζητουμένου.
  • Παρά την ιδανική παρουσίαση της αθηναϊκής αγωγής, η διαπίστωση του Σωκράτη πως οι αγαθοί άνδρες αδυνατούν να μεταδώσουν στα παιδιά τους την αρετή, απαντάται με ένα ακόμη ρητορικό ερώτημα, αλλά χωρίς ουσιαστικά επιχειρήματα. 

Ποια αντίρρηση του Σωκράτη δηλώνει ότι θα ανασκευάσει ο Πρωταγόρας;
Ο Σωκράτης εκφράζοντας τις αντιρρήσεις του σχετικά με το διδακτό της αρετής είχε αναφερθεί στο γεγονός ότι οι άριστοι από τους αθηναίους πολίτες αδυνατούν να μεταδώσουν ακόμη και στα παιδιά τους την αρετή που οι ίδιοι κατέχουν. Ο Σωκράτης, μάλιστα, είχε φέρει ως παράδειγμα τον Περικλή, ο οποίος ούτε τους γιους του, ούτε τον μικρότερο αδελφό του Αλκιβιάδη, τον Κλεινία, που τον είχε υπό την κηδεμονία του, κατόρθωσε να εκπαιδεύσει κατάλληλα στην πολιτική αρετή.
Την αντίρρηση αυτή, σχετικά με την αδυναμία των αγαθών πολιτών να μεταδώσουν την αρετή στα παιδιά τους, δηλώνει ότι θα ανασκευάσει ο Πρωταγόρας.

Με ποια μέθοδο δηλώνει ότι θα ανασκευάσει τη δεύτερη αντίρρηση του Σωκράτη; Γιατί, κατά τη γνώμη σας, προτίμησε να αλλάξει μέθοδο; Ποια πλεονεκτήματα του προσφέρει αυτή η αλλαγή;
Ο Πρωταγόρας προκειμένου να ανασκευάσει τη δεύτερη αντίρρηση του Σωκράτη σκοπεύει να χρησιμοποιήσει πλέον λόγο και όχι μύθο, όπως έκανε για την πρώτη αντίρρηση. Σε αντίθεση με το μύθο που ενέχει συμβολικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου περιορισμένα περιθώρια πειθούς, ο λόγος βασιζόμενος σ’ επιχειρήματα, σε τεκμηριωμένες κρίσεις και σε μια ορθολογικά δομημένη παρουσίαση των σκέψεων του ομιλητή, κρίνεται σαφώς πιο πειστικός και ιδανικότερος για μια επαρκέστερη απάντηση στις αντιρρήσεις του συνομιλητή.
Ο Πρωταγόρας στο πρώτο μέρος του λόγου του προτίμησε να παρουσιάσει τις απόψεις του με μια μυθική διήγηση, κυρίως επειδή η προσπάθειά του να μιλήσει για την αρχή σύνθεσης των κοινωνιών προσέκρουε στην έλλειψη βασικών πληροφοριών. Ο σοφιστής προτίμησε έτσι την ελευθερία που του παρείχε ο μύθος, ώστε να μη χρειαστεί να επιχειρηματολογήσει πάνω σε ζητήματα που βρίσκονταν πέρα από τις γνώσεις του ίδιου, αλλά και των ακροατών του. Το θέμα της αρχικής δημιουργίας των κοινωνιών μπορούσε να προσεγγιστεί μόνο μέσω εικασιών, καθώς δεν υπήρχαν επαρκή ιστορικά στοιχεία για τη δημιουργία μιας ασφαλούς και σαφώς αιτιολογημένης άποψης.
Ο μύθος, επομένως, επέτρεψε στον Πρωταγόρα να προβεί σε μια αναδρομική προσέγγιση της κοινωνικής συνύπαρξης των ανθρώπων και σε μια πρώτη προσέγγιση του εξεταζόμενου ζητήματος σχετικά με το διδακτό της αρετής. Η σχετικότητα, όμως, των συμπερασμάτων που προέκυψαν από τις συμβολικές προεκτάσεις του μύθου δεν μπορούσε να θεωρηθεί ικανή για να πείσει τον Σωκράτη, γι’ αυτό και ο σοφιστής ερχόμενος στη δεύτερη αντίρρηση του συνομιλητή του, η οποία αφορούσε μια πιο επικαιρική διάσταση του εξεταζόμενου ζητήματος, επιλέγει να απαντήσει μ’ έναν λόγο.
Η αντίρρηση του Σωκράτη σχετικά με την ικανότητα των αγαθών πολιτών να μεταδώσουν την αρετή στους άλλους και ιδίως στα παιδιά τους, βρίσκεται απολύτως μέσα στα όρια της γνώσης και της εμπειρίας του Πρωταγόρα, γι’ αυτό κι αισθάνεται πιο ασφαλής να διαπραγματευτεί το θέμα με επιχειρήματα κι όχι πια με μύθους και συμβολισμούς. 

Υπάρχει ένα πράγμα στο οποίο είναι αναγκαίο να μετέχουν όλοι οι πολίτες, προκειμένου να είναι δυνατή η ύπαρξη πόλεως, ή δεν υπάρχει; (ἔστι τι ἕν, ἢ οὐκ ἔστιν, οὗ ἀναγκαῖον πάντας τοὺς πολίτας μετέχειν, εἴπερ μέλλει πόλις εἶναι;) Ποιο είναι το «ένα», «αναγκαίο» για την ύπαρξη της πόλης; Nα εντοπίσετε τη σχέση ανάμεσα στην άποψη αυτή και στον πρωταγόρειο μύθο.
[Ο μύθος έδειξε την πεποίθηση του Πρωταγόρα ότι η αρετή του πολίτη είναι κτήμα όλων «δυνάμει» (όλων αφού σε όλους δόθηκε η αἰδώς και η δίκη σύμφωνα με το μύθο). Χρειάζεται όμως η διδασκαλία και η εξάσκηση για να αφομοιωθεί (βλ. ενότητα 4η), διαφορετικά δε θα υπήρχε ποινικό δίκαιο (ενότητα 5η), ούτε θα έθετε νόμο ο Δίας για την τιμωρία όσων δε μετέχουν στην αἰδῶ και στη δίκη (βλ. ενότητα 3η).]
Ο Πρωταγόρας στο λόγο του διατυπώνει τη σκέψη πως η αρετή του πολίτη είναι το αναγκαίο εκείνο στοιχείο, στο οποίο πρέπει να μετέχουν όλοι οι πολίτες, προκειμένου να είναι δυνατή η ύπαρξη της πόλης. Σε αντίθεση με τις τεχνικές γνώσεις που δεν είναι απαραίτητο να τις κατέχουν όλοι οι πολίτες, η αρετή του πολίτη, που συνίσταται από επιμέρους αρετές, όπως είναι η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη και η ευσέβεια, πρέπει να κατέχετε απ’ όλους για να συγκροτηθεί και να διατηρηθεί η πολιτεία.
Η αναφορά στην απόλυτη αξία της αρετής του πολίτη έχει ήδη ξεκινήσει στα πλαίσια του μύθου, όπου ο Πρωταγόρας παρουσίασε την αδυναμία των ανθρώπων να συνυπάρξουν αρμονικά σε οργανωμένες κοινωνίες και τη σωτήρια παρέμβαση του Δία, που ζήτησε να μοιραστούν σε όλους τους ανθρώπους η αἰδώς και η δίκη. Όπως μάλιστα έγινε σαφές από το μύθο, επειδή η πολιτική αρετή δόθηκε εκ των υστέρων στον άνθρωπο και όχι τη στιγμή της δημιουργίας του, υπάρχει σε αυτόν δυνάμει μόνο. Επομένως, δεν είναι δεδομένο ότι ο άνθρωπος θα αξιοποιήσει την πολύτιμη αυτή αρετή, γι’ αυτό το λόγο ο Δίας ζήτησε να τεθεί ως νόμος η θανάτωση όποιου ανθρώπου δεν συμμετέχει στην αιδώ και τη δικαιοσύνη.
Το πέρασμα από την εν δυνάμει κατοχή της πολιτικής αρετής στην εμπέδωση και ενεργή αξιοποίησή της, επιτυγχάνεται μέσα από τη διδασκαλία και την άσκηση, χωρίς να παραγνωρίζεται βέβαια η ύπαρξη των ποινών ως μέσο συνετισμού εκείνων που αδυνατούν να αντιληφθούν πόσο σημαντικό είναι να μετέχουν στην πολιτική αρετή.
Με τη βοήθεια του μύθου ο Πρωταγόρας αιτιολόγησε αφενός την ιδιαίτερη αξία της πολιτικής αρετής (χάρη σ’ αυτήν επιτυγχάνεται η συγκρότηση πολιτειών), επιχείρησε να εξηγήσει την αδυναμία ορισμένων πολιτών να αναγνωρίσουν την αξία της και να υιοθετήσουν την πολιτική αρετή (δόθηκε εκ των υστέρων στους ανθρώπους κι έτσι υπάρχει μόνο δυνάμει κι όχι ως έμφυτο γνώρισμα), παρουσίασε τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αφομοίωσή της (επιμέλεια, άσκηση και διδασκαλία), αλλά και την αναγκαιότητα των ποινών προκειμένου να επανέρχονται στο σωστό δρόμο όσοι παρεκκλίνουν.
Ενώ, στα πλαίσια του λόγου του, θα παρουσιάσει τις συστηματικές και συνεχείς προσπάθειες που γίνονται από τους ενήλικες, ώστε οι νέοι πολίτες να υιοθετήσουν τα κελεύσματα της πολιτικής αρετής εξ απαλών ονύχων.

Ο Πρωταγόρας θεωρεί την ἀνδρὸς ἀρετήν, την πολιτική αρετή, ως μοναδικό θεμέλιο για τη συγκρότηση και διατήρηση του οικοδομήματος της πολιτείας. Πώς κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό; Να κρίνετε την εγκυρότητα του συλλογισμού του.
[Αφετηρία ήταν η πρόταση ότι, αφού υπάρχει πόλη ως οργανωμένη κοινότητα, δεν μπορεί παρά να υπάρχει ένα συνεκτικό στοιχείο, θεμελιώδες για την ίδια την ύπαρξη και τη διατήρησή της. Αυτό το ένα δεν μπορεί να είναι κάποια ειδική τέχνη, αλλά κάτι που κατέχουν όλοι, που έχει - αν θυμηθούμε την απάντηση του Δία στον Ερμή - μείνει έξω από τον καταμερισμό εργασίας. Αυτό είναι η ἀνδρὸς ἀρετή, η πολιτικὴ ἀρετή, που τη συναποτελούν η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη και η οσιότητα. Αφού υπάρχει λοιπόν αυτό το ένα, τότε πρέπει όλοι να μετέχουν σ’ αυτό και όποιος δε μετέχει, ούτε διδασκόμενος ούτε κολαζόμενος, να τιμωρείται με εξορία από την πόλη ή με θάνατο. Η οργανωμένη ζωή δε θα ήταν εφικτή χωρίς το αίσθημα σεβασμού και δικαίου. Σε κάποια φάση της εξέλιξης, όταν οι άνθρωποι κατάλαβαν τη σημασία της ζωής σε οργανωμένη κοινότητα, όταν ἐζήτουν ἁθροίζεσθαι, δέχτηκαν την αἰδῶ και τη δίκη ως προϋποθέσεις της «συνάθροισης» αυτής. Ούτε η αἰδώς και η δίκη - θεμέλια της πολιτικής - ούτε η ίδια η πολιτική «δόθηκαν», ή υπήρχαν, εξ αρχής στον άνθρωπο. Αναπτύχθηκαν σε μια φάση της εξέλιξης. Η οργανωμένη κοινωνική ζωή επιβάλλει κανόνες, νόμους. Οι νόμοι αυτοί δεν είναι φυσικοί γενικά, αλλά «φυσικοί για την κοινωνική ζωή», επειδή είναι αναγκαίοι. Γι’ αυτό και είναι σκληρές οι ποινές στους παραβάτες τους, σε όσους δηλαδή δε ρυθμίζουν τη ζωή και τη συμπεριφορά τους σύμφωνα με την πολιτική αρετή - με τη δικαιοσύνη, τη σωφροσύνη, την οσιότητα.
Η αποδεικτική διαδικασία του Πρωταγόρα έχει βέβαια δεοντολογικό χαρακτήρα (ἀναγκαῖον μετέχειν, δεῖ μετέχειν) λόγω του οποίου παρουσιάζεται ως «λογικά αδύνατη» (Γ. Μαρκαντωνάτος, σσ. 110-111) και επικρίνεται γιατί «ὤδινεν ὄρος καὶ ἔτεκε μῦν» (Δ. Γουδής, σ. 147). Το σημαντικό, κατά τη γνώμη μας, στο διάλογο του Πρωταγόρα δεν είναι οι κανόνες της τυπικής λογικής αλλά η πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία του σοφιστή.]
Ο Πρωταγόρας ξεκινώντας από το γεγονός ότι υπάρχουν οργανωμένες πολιτείες θεωρεί ως δεδομένη, γι’ αυτό και την επικαλείται μ’ ένα ρητορικό ερώτημα, την παρουσία της πολιτικής αρετής. Είναι, κατά τον Πρωταγόρα, αδύνατο να δεχτούμε ότι η δημιουργία πολιτειών επιτεύχθηκε χωρίς τη συνεισφορά της πολιτικής αρετής κι αυτό ουσιαστικά αποτελεί τη βάση της επιχειρηματολογίας του.
Αν δεν υπήρχε το αίσθημα δικαιοσύνης, ο αλληλοσεβασμός, η σωφροσύνη και η ευσέβεια, δε θα ήταν εφικτή η αρμονική συνύπαρξη των ανθρώπων και η συγκρότηση πολιτειών. Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχουν οι τιμωρίες, αλλά και οι βαρύτερες ποινές, όπως είναι η εξορία και η θανάτωση, για εκείνους που αδυνατούν να υιοθετήσουν και να εφαρμόσουν τις επιταγές της πολιτικής αρετής.
Ο συλλογισμός του Πρωταγόρα αν ιδωθεί αυστηρά υπό το πρίσμα των κανόνων της τυπικής λογικής εμπεριέχει εγγενείς αδυναμίες, καθώς ο σοφιστής βασίζεται σε δεοντολογικές διατυπώσεις, αναφέρεται δηλαδή κυρίως στο τι πρέπει και στο τι είναι αναγκαίο να συμβαίνει. Η δεοντολογική αυτή προσέγγιση υπονομεύει την εγκυρότητα του συλλογισμού, υπό την έννοια ότι τον απομακρύνει από το τι πραγματικά συμβαίνει. Η αποδεικτική διαδικασία αυτής της θέσης έχει βέβαια ξεκινήσει ήδη από το μύθο που διηγήθηκε ο σοφιστής, όπου και παρουσίασε εκτενέστερα την αναγκαιότητα της πολιτικής αρετής ως θεμέλιο για τη συγκρότηση των πολιτειών.
Η προσπάθεια του Πρωταγόρα να συνδέσει κατ’ απόλυτο τρόπο την πολιτική αρετή με την οργάνωση και διατήρηση των πολιτειών, παρά τα περιορισμένα περιθώρια πειθούς του μύθου και παρά το δεοντολογικό της χαρακτήρα, ενέχει ιδιαίτερη αξία, αν αναλογιστούμε την ιδανική μορφή που θα μπορούσε να λάβει η κοινωνική οργάνωση αν πράγματι όλοι οι πολίτες μετείχαν ενεργά στην πολιτική αρετή. 

εάν μεν υπάρχει αυτό το ένα πράγμα και εάν αυτό το πράγμα δεν είναι ούτε η οικοδομική ούτε η μεταλλουργία ούτε η κεραμική (εἰ μὲν γὰρ ἔστι καὶ τοῦτό ἐστι τὸ ἓν οὐ τεκτονικὴ οὐδὲ χαλκεία οὐδὲ κεραμεία). Ποιο επιχείρημα του Σωκράτη υπαινίσσεται στο σημείο αυτό ο Πρωταγόρας;
Η απορία που εκφράζει ο Πρωταγόρας μας παραπέμπει στο επιχείρημα του Σωκράτη πως από τη στιγμή που οι Αθηναίοι παρέχουν σε όλους τους πολίτες το δικαίωμα να εκφράζουν την άποψή τους για τα ζητήματα της πολιτείας, ανεξάρτητα από τις ειδικές τους γνώσεις και την κοινωνική τους θέση, τότε είναι προφανές πως δε θεωρούν ότι η πολιτική αρετή είναι κάτι που διδάσκεται.
Ο Πρωταγόρας βασιζόμενος στη διαπίστωση του Σωκράτη επιχειρεί να τονίσει αφενός πως θεμέλιος λίθος της πολιτικής οργάνωσης δεν είναι οι επιμέρους τεχνικές γνώσεις, αλλά η πολιτική αρετή που πρέπει να χαρακτηρίζει όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες κι αφετέρου πως είναι παράδοξο να θεωρεί κάποιος πως οι αγαθοί άνδρες θα αδιαφορούσαν για την ενστάλαξη της πολιτικής αρετής στα παιδιά τους.
Όπως ο Σωκράτης είχε αναφερθεί αρχικά στο τι συμβαίνει γενικά στην πολιτεία κι έπειτα είχε εστιάσει την προσοχή του στους άριστους των πολιτών, έτσι και ο Πρωταγόρας ακολουθεί την ίδια πορεία, σε μια προσπάθεια να ανασκευάσει τις αντιρρήσεις του συνομιλητή του.

Σε ποια μέρη αναλύεται η ἀνδρὸς ἀρετή σύμφωνα με τον Πρωταγόρα;
Ο Πρωταγόρας διακρίνει την αρετή του πολίτη σε τρία μέρη: τη δικαιοσύνη, τη σωφροσύνη και το ὅσιον (την ευσέβεια). Η διάκριση αυτή στη συνέχεια του διαλόγου θα τεθεί απ’ το Σωκράτη ως θέμα συζήτησης για να διαπιστωθεί αν η αρετή συναποτελείται από διακριτά μέρη ή αν αποτελεί μια ενιαία έννοια. 
[ὅσιον: αυτό που είναι καθιερωμένο από το νόμο του θεού ή της φύσης (σε αντίθεση με το δίκαιον, αυτό δηλαδή που είναι καθορισμένο με ανθρώπινους νόμους). τα ὅσια και τα δίκαια= τα σύμφωνα προς τους θείους (φυσικούς και τους ανθρώπινους νόμους)
ὅσιον, επίσης, σημαίνει ό,τι δεν είναι αφιερωμένο στους θεούς, και επομένως είναι παραχωρημένο στους ανθρώπους για να το χρησιμοποιούν, ό,τι δηλαδή είναι προορισμένο για τους ανθρώπους. ἱερά και ὅσια= η ιδιοκτησία θεών και ανθρώπων.] 







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου